Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Κωστής Καρπόζηλος: Τι να μας πουν και τα αμερικανάκια…


Φόβος που κρατάει δευτερόλεπτα. Τόσο όσο να περάσει κανείς από μία στενή είσοδο στον περιφραγμένο με μεταλλικούς συναρμολογούμενους φράχτες χώρο της συγκέντρωσης. Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011, Times Square, Νέα Υόρκη: η κατάληψη της Wall Street μετακόμισε βόρεια στην πόλη. Έξω από τη στρούγκα η ζωή συνεχίζεται: δεκάδες περιμένουν στο φανάρι, εκατοντάδες περπατούν στον δρόμο, εξαφανίζονται στον υπόγειο, μπαίνουν στα ανοιχτά μαγαζιά, θαυμάζουν τις φωτεινές επιγραφές – τις τόσο γνώριμες από τα τηλεοπτικά πλάνα για τον «εορτασμό της πρωτοχρονιάς στη Νέα Υόρκη». Ο φράχτης εξασφαλίζει τη διαίρεση των δύο κόσμων, τη διασφάλιση της κανονικότητας του πιο κεντρικού σημείου της πόλης, την απομόνωση των χιλιάδων συγκεντρωμένων. Τυχόν αμφισβήτησή του συνεπάγεται αυτόματη επέμβαση της αστυνομίας – περιοδικά, όλο και κάποιο μέλος της ομάδας νομικής βοήθειας ενημερώνει μεγαλόφωνα για το ενδεχόμενο αυτό και ρωτά πόσοι είναι έτοιμοι για την αντιμετώπιση των συνεπειών. Δυο βδομάδες πιο πριν, σε μια συζήτηση για την «ελληνική κρίση», ένας γηραιός αφροαμερικανός, φορώντας σακάκι ψαροκόκαλο με περιβραχιόνιο που έφερε το σύνθημα «workers of the world unite», ρωτούσε με αγωνία ποια μπορεί να είναι η απάντηση στην αστυνομική βία. Έλα ντε… Το βλέμμα ψάχνει γνώριμα σημάδια και τον δρόμο της διεξόδου. Αυτός είναι το στενό πέρασμα από τον χώρο της συγκέντρωσης στο σύμπαν της κανονικότητας. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. «“Τι σημασία έχει που αγωνίζεσαι; Το ίδιο κάνει”. Ποιος το ‘χει πει αυτό; Ψέμα!», παρατηρούσε η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.

Η τεχνική του φράχτη, μια μετεξέλιξη της γερμανικής ευρεσιτεχνίας της περικύκλωσης και συμπίεσης των διαδηλωτών, στην περίπτωση του κινήματος της Wall Street έχει ιδιαίτερη συμβολική και πρακτική αξία. Αναιρεί την καταστατική αρχή του κινήματος, δηλαδή την κατάληψη του δημόσιου χώρου. Αποτελεί υπόμνηση της κυριαρχίας του Κράτους και του Νόμου που ορίζουν ως άλλοι χωροτάκτες μια υγειονομική ζώνη εντός της οποίας επιτρέπεται, υπό όρους, η εκδήλωση της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Ο χώρος κατακερματίζεται –οι φράχτες είναι έτσι τοποθετημένοι ώστε να δημιουργούν διαδρόμους και δαιδαλώδεις διαδρομές– δημιουργώντας στην ουσία ένα «θεματικό πάρκο»: οι εκατοντάδες άνθρωποι που στέκονται στα όρια του φράχτη και βγάζουν φωτογραφίες θυμίζουν επισκέπτες ζωο­λογικού κήπου, και οι αστυνομικοί τους φύλακες του πάρκου. Ένα πλέγμα νομικών διατάξεων –από αυτές που συχνά διασκεδάζουν με την παραδοξότητά τους και εκτείνονται από τους κανονισμούς περί ηχορύπανσης μέχρι τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας– δημιουργούν ένα ασφυκτικό κλίμα πολιτικής και κοινωνικής δράσης. Η ασφυξία αυτή μεταφέρεται εντός των περιφραγμένων χώρων της συγκέντρωσης. Χιλιάδες άν­θρω­ποι στέκονται, και όσο ο αριθμός τους αυξάνε­ται τόσο περιορίζεται η δυνατότητα να με­­τα­­κινηθούν. Αν αντιδράσουν σπασμωδικά, τότε η αστυνομία θα προχωρήσει σε συλλήψεις – η προοπτική αυτή είναι κάτι παραπάνω από ορατή: μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι υπάρχουν σταθμευμένα περιπολικά και λεωφορεία, η πυκνότητα των αστυνομικών είναι ανάλογη με αυτήν των συγκεντρωμένων, ενώ τα έφιππα κατασταλτικά σώματα υπενθυμίζουν τον συντριπτικό συσχετισμό δύναμης.


Η κατάσταση αυτή δεν αναιρεί τον ενθουσια­σμό. Το σύνθημα «είμαστε το 99%» –αυτή η ευφυής αριθμητική αποτύπωση που παραπέμπει στην ανάλογη του 19ου αιώνα για 8 ώρες δουλειάς, 8 ώρες ύπνου, 8 ώρες ελευθερίας– κυριαρχεί. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την ύπαρξη ριζοσπαστικών τάσεων, τις διεργασίες στα δυσκίνητα συνδικάτα, την εμφάνιση μιας νέας πολιτικοποίησης που εκφράζεται καταρχήν ατομικά – το μάντρωμα όμως επιτείνει την ώσμωση. Οι υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις των, παγίως αισιόδοξων, οργανώσεων της αμερικανικής αριστεράς εξακολουθούν να παραπέμπουν σε έναν χιλιαστικό λόγο της επικείμενης επαναστατικής διαδικασίας – το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται εκεί. Όταν η συγκέντρωση διαλύεται, εκατοντάδες απομακρύνονται σε κλίμα πανηγυρικό συγκροτώντας μικρές διαδηλώσεις που ακυ­ρώνουν τις πρακτικές του εγκλεισμού και της περιθωριοποίησης. Κάθε βήμα αυτής της διαδήλωσης προσφέρει δεκάδες ερεθίσματα· είναι δύσκολο να μην παρασυρθεί κανείς από τις προσωπικές εντυπώσεις, τους εκκεντρικούς διαδηλωτές (κορυφαίος, μεταξύ άλλων, ο πενηντάρης κύριος που έχει φορέσει ένα βαρέλι αλά Λούκυ Λουκ και κυκλοφορεί γυμνός), όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που καθιστούν την αμερικανική εμπειρία μοναδική: από τα χαρτόκουτα που χρησιμοποιούνται για την αναγραφή ατομικών συνθημάτων μέχρι τη –διάσημη πλέον– απουσία μικροφωνικής εγκατάστασης που έδωσε το έναυ­σμα στην τεχνική του «human mic». Αν όμως κάτι ξεχωρίζει είναι η απουσία του ρουτινιάρικου περπατήματος – οι διαδηλωτές νιώθουν ότι συμμετέχουν σε κάτι πρωτόγνωρο, και αυτό καθορίζει το περπάτημα, τον ρυθμό, τη δυναμική του συντελούμενου γεγονότος.

Για το Occupy Wall Street γράφονται και θα γραφτούν πολλά – οι εκ του μακρόθεν ακαδημαϊ­κές αναγνώσεις θα κατακλύσουν τα επιστημονικά περιοδικά, ενώ ήδη στα αμερικανικά Μέσα οι αναφορές στους «έξαλλους μαρξιστές, λενινιστές και τροτσκιστές» υπενθυμίζουν τα ελάχιστα όρια ανοχής και τα αντανακλαστικά του κοινωνικού συντηρητισμού. Η διαρκής ενασχόληση με αυτό που αρχικά είχε χαρακτηριστεί «κατασκήνωση των απόκληρων» και «πάρκο των χαϊδεμένων» δεν προκύπτει από το μέγεθος των δια­δηλώσεων· είναι ο βαθμός ριζοσπαστικο­ποίη­σης των συγκεντρωμένων, η ταχεία μετάβαση από τη γενικόλογη ρητορική της αγανάκτησης στην κυριαρχία της ιδέας του κοινωνικού ανταγωνισμού που δημιουργεί αίσθηση. Ταυτόχρονα, η ικανότητα του κινήματος να ελίσσεται κερδίζοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά ζωτικό χώρο –όπως στο παράδειγμα της διελκυστίνδας για το δικαίωμα κατάληψης του πάρκου δίπλα στη Wall Street– υπογραμμίζει τα ρήγματα στις κατασταλτικές πολιτικές των περιφράξεων. Η κυκλοφορία της εφημερίδας Occupied Wall Street Journal υπογραμμίζει τις παραδοσιακές μεθόδους δράσης – μια ενδιαφέρουσα επιλογή στην εποχή της υποτιθέμενης εξαφάνισης του χαρτιού. Συνολικά, οι πρακτικές της παθητικής άμυνας, οι δίαυλοι επικοινωνίας με τα εργατικά συνδικάτα, η τεχνική του «human mic», φανερώνουν την ανασυγκρότηση μιας ριζοσπαστικής παράδοσης, όπου συνυπάρχουν ποικίλα μέσα, τόποι και τρόποι εκδίπλωσης της κοινωνικής δια­μαρτυρίας.

Βρισκόμαστε σε ένα νέο 1968, όπως σπεύδουν πολλοί να ευχηθούν; Η διεθνική διάσταση της κοινωνικής αναστάτωσης προσφέρεται για μια τέτοια εκτίμηση, αλλά η καταφανής απόκλιση από την ευφορία του μεταπολεμικού καπιταλισμού καθιστά επισφαλή κάθε είδους σύγκριση. Ταυτόχρονα, και αυτό είναι κάτι που περνά απαρατήρητο, αν κάτι λείπει και ακυρώνει την εικόνα της νοσταλγικής αναπόλησης είναι οι κάθε λογής Κον-Μπεντίτ: η απουσία «εμβληματικών μορφών» (ποιος είναι ο αντίστοιχος Κον-Μπεντίτ της αιγυπτιακής εξέγερσης, της Wall Street Occup­ation, των αθηναϊκών δρόμων;) μπορεί να ερμηνευτεί πολλαπλά. Ως απόδειξη της απουσίας δομών οι οποίες θα αναδείξουν ηγετικές μορφές και της καχυποψίας έναντι της λογικής της εκπροσώπησης, αλλά και ως ένδειξη της ωρίμανσης και της εμφάνισης νέων μορφών συλλογικής οργάνωσης όπου θα περιττεύουν οι φωτογενείς επιδειξίες της ταχείας κοινωνικής ανόδου και της συνακόλουθης πολιτικής ενσωμάτωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου