Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Νίκος Τσιβίκης: Αγάλματα, καλώδια και καπάκια υπονόμων

[από την έντυπη λεύγα 10 (Άνοιξη 2013), σ. 15-20]

Στις 15 και 16 Μαΐου του 1871, η Παρισινή Κομμούνα εκτελεί ίσως το μεγαλύτερο τεχνικό έργο της δίμηνης διακυβέρνησής της. Μια τεράστια σκαλωσιά και ένα ειδικά κατασκευασμένο βίντσι τοποθετούνται γύρω από τον μνημειακών διαστάσεων κίονα της πλατείας Βεντόμ, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το χάλκινο άγαλμα του Ναπολέοντα Α΄. Μπροστά από το βάθρο του κίονα, όλη τη νύχτα εργάτες ξεφόρτωναν κάρα κοπριάς, κατασκευάζοντας μια πλατφόρμα που θα δεχτεί τον κίονα κατά την πτώση του, ενώ άλλοι, μαρμαράδες και λιθοξόοι, κρυμμένοι σε ένα παραβάν στη γένεση του κίονα, τον πελεκούσαν για να υπονομεύσουν τη στατικότητα και να κάνουν ευκολότερη την πτώση. Τεράστιοι κάβοι δέθηκαν σε διάφορα ύψη του κίονα καταλήγοντας σε τροχαλίες που θα έδιναν την αναγκαία έλξη για να τον φέρει κάτω. Οι ανταποκριτές των ξένων εφημερίδων που βρίσκονται στο Παρίσι εκείνες τις μέρες μεταφέρουν στο αναγνωστικό κοινό τους την «παράνοια» των κομμουνάρων και του λάου του Παρισιού, που συρρέει κατά χιλιάδες για να παρακολουθήσει την κυριολεκτική πτώση ενός τυράννου, και σχολιάζουν περιπαιχτικά την αποτυχία της πρώτης μέρας, όταν ο κίονας αρνήθηκε να ενδώσει στις μηχανικές απόπειρες του στρατού των πολιτών του Παρισιού, γεγονός που ανάγκασε τους υπεύθυνους να ανανεώσουν το ραντεβού για την επόμενη. Τελικά ο τύραννος και η κολόνα του έπεσαν και πάνω στα συντρίμμια του οι υπερασπιστές του ελεύθερου Παρισιού έβγαλαν μερικές από τις τελευταίες τους αναμνηστικές φωτογραφίες.


Στις 9 Απρίλη 2003, στην κεντρική πλατεία αλ Φιρντούς της Βαγδάτης και ενώ ο ορίζοντας σκοτείνιαζε από υπουργεία, δημόσιες υπηρεσίες και μουσεία που είχαν παραδοθεί στις φλόγες και στη λεηλασία, ένα γερανοφόρο τεθωρακισμένο Μ-88 του Μηχανικού του Πεζοναυτών των ΗΠΑ σταθμεύει κοντά στο κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα του δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Ένας μικρός αριθμός Ιρακινών έχουν μαζευτεί γύρω από το άγαλμα και με την ενθάρρυνση των ξένων δημοσιογράφων που διαμένουν στο παρακείμενο κεντρικό ξενοδοχείο προσπαθούν με μια βαριοπούλα και ένα σκοινί να ρίξουν τη μεταλλική εικόνα του τυράννου. Ο διοικητής της μονάδας των Πεζοναυτών αντιλαμβάνεται ότι έχει μια μοναδική ευκαιρία, μια φότο οπορτούνιτι, για μια εντυπωσιακή ιστορία που θα προβληθεί από όλα τα ΜΜΕ, και δίνει εντολή στον κυβερνήτη του γερανοφόρου να «βοηθήσει» τους ιρακινούς να ρίξουν το άγαλμα. Το τηλεοπτικό ρεπορτάζ θα μεταδοθεί ζωντανά σε όλο τον κόσμο και για τις επόμενες 24 ώρες θα παίξει σε κανάλια όπως το Φοξ και το CNN σε συνεχείς επαναλήψεις κάθε πέντε περίπου λεπτά, συμβολίζοντας το τέλος του πολέμου, που τελικά άργησε πολύ να έρθει. Χρόνια μετά, στρατιώτες των κατοχικών συμμαχικών δυνάμεων του Ιράκ συνεχίζουν περιστασιακά να εμφανίζονται επιδεικνύοντας με καμάρι ως τρόπαιο τμήματα από τον χάλκινο αυτόν ανδριάντα του Σαντάμ και επιχειρώντας να πιάσουν μια καλή τιμή σε διαδικτυακές δημοπρασίες.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της δεύτερης μέρας του Δεκέμβρη του 2012, σε ένα απόμερο σημείο λίγο έξω από το κέντρο των Χανίων, γνωστό για την πανοραμική θέα της πόλης, ένας νεαρός – ίσως και περισσότεροι– με βαριοπούλα και μεγάλους κόφτες προσπαθεί να ξεστελιώσει από τη τσιμεντένια βάση της την χάλκινη προτομή ενός αγνώστου με καπέλο αξιωματικού και πουλάδα στο πέτο. Μετά από μερικά χτυπήματα το χάλκινο κεφάλι πέφτει και μπαίνει στην καρότσα που θα το μεταφέρει στο χυτήριο, όπου το αδιάφορο έργο τέχνης θα μετατραπεί και πάλι στα μερικές δεκάδες ευρώ που κάποτε άξιζε η ανακυκλώσιμη πρώτη ύλη του. Η τοπική κοινωνία όμως, το επίσημο ελληνικό κράτος και κυρίως τα ΜΜΕ δεν μοιράστηκαν τον ενθουσιασμό του νεαρού για το πετυχημένο νυχτοκάματο, καθώς στα χαρακτηριστικά του χάλκινου προσώπου αλλά και στην μαρμάρινη επιγραφή που το συνόδευε διάβαζαν το όνομα ενός ήρωά τους, του Χανιώτη σμηναγού Κώστα Ηλιάκη, που σκοτώθηκε το 2006 σε «εικονικές» αερομαχίες με τουρκικά μαχητικά. Μια πρωτοφανούς κλίμακας, για τέτοια περίπτωση, επιχείριση εξαπολύεται προκειμένου να ανευρεθεί η προτομή και ο δράστης. Λίγες μέρες μετά προτομή και νεαρός βρίσκονταν στα χέρια της Αστυνομίας, με τον δεύτερο να εξηγεί ότι η οικονομική του κατάσταση τον ώθησε στην απόπειρα ανακύκλωσης του χαλκού της πρώτης.

Οι τρεις παραπάνω ιστορίες χειρισμού μνημείων και δημόσιων σημάτων σε μια πρώτη ανάγνωση μοιάζουν άνισες. Η γεμάτη συμβολικές αναφορές συνείδησή μας βρίσκει εύκολα κατανοητή και αναγνωρίσιμη την ερμηνεία των δύο πρώτων συμπεριφορών. Οι επαναστάτες (μαζί και οι αντεπαναστάτες) πάντοτε θα συντρίβουν τα μνημεία που υμνούν τους καταπιεστές τους, και το γκρεμισμένο από τους κομμουνάρους χάλκινο άγαλμα του Ναπολέοντα, μαζί με τα μνημεία που γκρέμισε η Γαλλική Επανάσταση του 1789, θα γίνει προπομπός για εκατοντάδες αγάλματα ηγετών, βασιλιάδων και δικτατόρων που θα καταρρεύσουν τους επόμενους δύο αιώνες σε όλο τον πλανήτη. Με μια ειρωνεία της μοίρας μάλιστα θα είναι και πρόδρομος της μοίρας των αγαλμάτων μέχρι και των ίδιων των Μαρξ και Ένγκελς, που θα γκρεμιστούν ή θα απομακρυνθούν από τις πλατείες των πόλεων εκείνων που πίστεψαν με τη δύναμη θρησκευτικής παραβολής την ιστορία της πτώσης του αγάλματος του Ναπολέοντα.

Αλλά μήπως δεν είναι δουλειά των στρατιωτών όλων των αιώνων που περάσαν, αλλά και όσων θα έρθουν, να γκρεμίζουν και να βεβηλώνουν με τον βαρύ εξοπλισμό τους τα σύμβολα των ηττημένων λαών και των ηγετών τους; Οι Αμερικάνοι στρατιώτες στις πλατείες της Βαγδάτης το 2003, όπως και οι Βρετανοί σύμμαχοί τους στις πλατείες της Μοσούλης, πρωταγωνίστησαν σε ένα από τα αναρίθμητα επεισόδια συμβολικής επικράτησης που οι ρίζες τους χάνονται στον χρόνο και στα άπειρα ονόματα των νικηφόρων και κατακτητών στρατών της ανθρώπινης ιστορίας.

Ο νεαρός όμως στα Χανιά της Κρήτης που καθαίρεσε την προτομή του Ηλιάκη για τον πιο προφανή λόγο, την αξία χρήσης της φυσικής υπόστασης του αγάλματος, δύσκολα εντάσσεται σε κάποια από τις υπάρχουσες θεωρητικές κατηγορίες. Αντίθετα παρόμοιες αλλά με πολύ διαφορετικά κίνητρα περιπτώσεις, όπως η συνεχής υπονόμευση του αγάλματος του Τρούμαν στο κέντρο της Αθήνας από αγωνιστές πόλεως, η εξαφάνιση της προτομής του Άρη Βελουχιώτη στην Άρτα τον Ιούνιο του 2012 ή οι συνεχείς φθορές και καταστροφές των μνημείων του ΔΣΕ που συντηρεί το ΚΚΕ στον Γράμμο, που αποδίδονται σε ακροδεξιούς, τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας με πολλαπλάσια ισχύ, ενταγμένα στην «πολιτική» διαπάλη της μεταμοντέρνας Ελλάδας.

Προσεκτικότερη ανάγνωση δείχνει ότι η δράση επιχειρηματικής «ανακύκλωσης» του νεαρού Χανιώτη κάθε άλλο παρά αποσπασματική ή συμπτωματική είναι, και σίγουρα πολύ πιο συστηματική από τις ιδεολογικές εκτονώσεις των πολιτικών ακτιβίστικων ανταγωνισμών. Τα δύο-τρία τελευταία χρόνια, πολυάριθμες περιπτώσεις μεταλλικών απεικονίσεων ηρώων των εθνικών ή λαϊκών μας αγώνων, των τεχνών και των γραμμάτων, που το μόνο που τις συνδέει μεταξύ τους είναι το υλικό τους, ο μπρούντζος (ένα κράμα χαλκού και κασσίτερου), έχουν ακολουθήσει τον δρόμο του σκραπ και του χυτηρίου. Ανατρέχοντας στα διαδικτυακά νέα εντοπίζουμε δεκάδες περιπτώσεις σε όλη την Ελλάδα, χωρίς να προσμετρούνται προφανώς και όσες διέφυγαν από την ηλεκτρονική ειδησεογραφία (δες πιν. 2)

Πλατείες μέχρι χθες γνωστές μόνο σε ταξιτζήδες και πλοηγούς GPS, και χωριά που αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα μόνο προορισμούς χειμερινών εκδρομών εμφανίζονται στις τοπικές ειδήσεις να θρηνούν για τις προτομές κάποιου παλαιού δυσανάγνωστου ήρωα, ευεργέτη ή ποιητή. Κανείς δεν φαίνεται να μπορεί να προστατευτεί από τους αδίστακτους κυνηγούς μετάλλου, που ξαφνικά τα τελευταία χρόνια πολλαπλασιάστηκαν σε αντίστιξη με τη μείωση όλων σχεδόν των άλλων επαγγελματικών δραστηριοτητών. Το ξήλωμα των ιστορικών μορφών του παρελθόντος, ελληνικού και διεθνούς, αποτελεί μάλλον μια συνολικότερη δράση και τμήμα μόνο της «διεύρυνσης» της παραγωγικής βάσης της χώρας σε εναλλακτικές μορφές οικονομίας. Οι υστεριάζουσες κορόνες του Τύπου για το έγκλημα που συντελείται εις βάρος της ιστορικής συνείδησης της κοινωνίας αδυνατούν να δουν βασικές παραμέτρους.


Συμβάντα όπως αυτό λ.χ. που συνέβη στη Λαμία στις 2.2.2013, όπου τρεις νεαροί φόρτωσαν σε μια καρότσα χωρίς πινακίδες τον μηχανολογικό εξοπλισμό και ό,τι άλλο μεταλλικό βρήκαν σε ένα ολόκληρο χοιροστάσιο απλώς επειδή εκείνη την ώρα έλειπε ο ιδιοκτήτης, δίνουν το πλαίσιο της δραστηριότητας. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η τακτική, σχεδόν εποχική, συγκομιδή των χάλκινων καλωδίων διαφόρων κοινωφελών υπηρεσιών, και κυρίως εκείνων που απλώνονται στις γραμμές του ΟΣΕ (την περίοδο 2009-10 μόνο κλάπηκαν 43 ,5 χιλιόμετρα καλωδίων και περίπου 20 τόνοι χαλκού και μεταλλικών αντικειμένων). Οι κυνηγοί μετάλλου εδώ απλώς περιμένουν τον περιοδικό κύκλο που προβλέπει κλοπή, αναγκαστική αντικατάσταση και πάλι κλοπή. Πάντως, οι σχάρες αποχέτευσης και τα καπάκια υπονόμων παραμένουν σταθερά στην κορυφή της σχέσης ευκολία απόσπασης/κέρδους (900 συμβάντα μόνο στην Αθήνα το 2011). Με αυτό τον τρόπο χάλκινα ηλεκτροφόρα καλώδια, μεταλλικές ταΐστρες γουρουνιών, η μπρούτζινη προτομή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και τα μαντεμένια καπάκια υπονόμων παύουν να διαφοροποιούνται, παρά μόνο από τη θέση του βασικού τους μετάλλου στον Περιοδικό Πίνακα, και την αντιστοιχία αυτού στον πίνακα 1 με τις ενδεικτικές τιμές σκραπ. Η εξισωτική επίδραση της αγοράς στην αγνότερη και πιο άδολη μορφή της.

Δεν πρόκειται βέβαια για εγχώρια πρωτοτυπία, για ιδιαιτερότητα των απαίδευτων βανδάλων Ελλήνων, των ασυνείδητων πειναλέων «λαθρομεταναστών» ή των «τουρκόγυφτων» που ασελγούν πάνω στο σώμα της ελληνικής ιστορικής συνείδησης, όπως αρέσκονται τα ΜΜΕ να χαρακτηρίζουν τους επαγγελματίες της δημιουργικής αυτής ανακύκλωσης. Σε όλες τις χώρες του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου τα δέκα τελευταία περίπου χρόνια, η κλοπή μετάλλου, οικιακού, βιομηχανικού αλλά και δημόσιων έργων τέχνης είναι μια καθημερινή και τεράστια υπόθεση. Γλύπτες όπως ο Χένρυ Μουρ, η Βερόνικα Ράιαν ή η Μπάρμπαρα Χέπγουορθ είναι μόνο μερικά μόνο ονόματα μεγάλων καλλιτεχνών, γλυπτά των οποίων με ονομαστική αξία εκατομμυρίων ευρώ κατέληξαν στα σκραπατζίδικα για κόψιμο και στα χυτήρια για λιώσιμο. Και το καλλιτεχνικό κόστος είναι μόνο κλάσμα μιας τεράστιας ζημιάς, ενός οικονομικού κύκλου παραοικονομίας και απωλειών για το δημόσιο συμφέρον καθώς μόνο στη Μεγάλη Βρετανία υπολογίζεται ότι οι κλοπές μετάλλων από το σιδηροδρομικό δίκτυο έχουν κοστίσει το τελευταίο έτος καθυστερήσεις ή ακυρώσεις 35.000 δρομολογίων, ενώ στη Γαλλία οι κλοπές μεταλλικού σιδηροδρομικού υλικού για το έτος 2011 άγγιξαν τα 30 εκατομμύρια ευρώ, και ανάλογα νούμερα δημοσιεύονται και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Αν αναζητήσει κανείς την αιτία της γιγάντωσης του φαινομένου της κλοπής μετάλλου, προφανώς και θα πρέπει να στραφεί στην οικονομική συγκυρία, οι λόγοι όμως είναι περισσότεροι του ενός και μπλέκονται σε ένα σφιχτό κουβάρι. Η οικονομική κρίση είναι αυτή βεβαίως που δημιουργεί την ανάγκη για εύρεση νέων επαγγελματικών δραστηριοτήτων στις παρυφές της πόλης, της νομιμότητας και της κοινωνικής αποδοχής. Ο «παραγωγικός» αυτός τομέας όμως δεν θα μπορούσε να ανθήσει αν οι ανάγκες των αναδυόμενων οικονομιών της Ανατολής δεν οδηγούσαν τη ζήτηση και τις τιμές των πρώτων υλών σε πρωτοφανή ιστορικά επίπεδα, και αν παράλληλα η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν επέτρεπε τη σχετικά εύκολη και επικερδή εξαγωγή και εισαγωγή μετάλλου σκραπ σε διεθνές επίπεδο και σε τιμές ανταγωνιστικές προς αυτή της φυσικής πρώτης ύλης.

Η αφαίρεση μετάλλου είναι ίσως ακόμη πιο χρήσιμο πεδίο για να δούμε, παράλληλα με την οικονομική διάσταση, μια ενδιαφέρουσα έκφραση της έμπρακτης κατάλυσης της κοινότητας με τα χαρακτηριστικά που την είχαμε συνηθίσει στον δυτικό φιλελεύθερο καπιταλισμό, πρόγευση και κομμάτι μιας δομικής κρίσης των πόλεων που καταφθάνει με ορμή. Μια συμπεριφορά που μοιάζει να έρχεται από το σύμπαν της έκτακτης ανάγκης, όταν τα γερμανικά λάστιχα κλέβονταν για να γίνουν παπούτσια και τα καλάσνικοφ του αλβανικού στρατού για να γίνουν εισόδημα, απόλυτα ταιριαστή σε συνθήκες μόνιμης έκτακτης ανάγκης όπως οι σημερινές. Έτσι η κλοπή μετάλλου, μαζί με την ιδιαίτερη τύχη που επιφυλάσσει ακόμη και σε έργα τέχνης όπως τα γλυπτά, κατορθώνει την ίδια στιγμή να απευθύνεται σε διαφορετικά επίπεδα της κοινωνικής συγκρότησης.

Με την προφανή μορφή της κλοπής, αψηφά την έννοια της ιδιοκτησίας, ιδιωτικής αλλά και δημόσιας. Τα μεταλλικά αντικείμενα παύουν να έχουν συγκεκριμένο ιδιοκτήτη, από τη στιγμή που αυτός δεν είναι παρών. Σε μια ισοπεδώτική λογική, η αστική σύμβαση της ιδιοκτησίας αποκτά το πρωτόγονο κυριολεκτικό νόημα της άμεσης κατοχής, που της δίνει ο νομοθέτης: το αντικείμενο ανήκει σε όποιον το φέρει. Ο θρίαμβος αυτής της αμφισβήτησης της έννοιας της ιδιοκτησίας φαίνεται από την αδυναμία να αντιμετωπιστεί με κατασταλτικά μέσα αστυνόμευσης ή φύλαξης. Ο μόνος πραγματικά αποτρεπτικός λόγος είναι βαθιά οικονομικός, όταν ο χρόνος και ο κόπος για την απόσπαση της πρώτης ύλης ξεπερνάει το αναμενόμενο κέρδος, επιβάλλοντας έτσι τους ίδιους κανόνες αγοράς με αυτούς που ισχύουν στη πρωτογενήεξαγωγή των φυσικών πόρων, το αστικό περιβάλλον μεταμορφώνεται σε ένα απέραντο μεταλλείο.

Στον βαθμό όμως που η κλοπή αυτή αφορά αφαίρεση και κοινωφελών υποδομών, αναμετράται με την έννοια της δημόσιας κοινόχρηστης περιουσίας, για την οποία ως τώρα υπήρχε η συναίνεση ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι από κοινού υπεύθυνα όλα τα μέλη της κοινότητας. Ως οριακό παράδειγμα της αποπροσωποιημένης και αλλοτριωμένης συμμετοχής στο κοινωνικό σύνολο, η αφαίρεση λ.χ. του χαλκού από τα καλώδια ηλεκτρισμού του ΟΣΕ ή της ΔΕΗ δεν ενοχοποιεί τον δράστη για όποιες πιθανές ζημιές, ακόμη και θύματα, καθώς η ευθύνη βαραίνει τον απρόσωπο Άλλο της εταιρείας ή της δημόσιας υπηρεσίας. Η αφαίρεση και οι συνέπειές της είναι διαχωρισμένα πεδία, το ένα δεν επικοινωνεί με το άλλο, ακολουθώντας στενά το υπόδειγμα της περιορισμένης ευθύνης του «υγιούς» τμήματος της φιλελεύθερης καπιταλιστικής οικονομίας.

Ειδικότερα δε με την ανακύκλωση έργων τέχνης για το μέταλλό τους, καταλύεται το συμβολικό σύμπαν που έχει οικοδομηθεί γύρω από τα φυσικά αυτά αντικείμενα, και μαζί και η ιδεολογία που τα συνοδεύει. Νοήματα μιας με κόπο κατασκευασμένης εννοιοδότησης, είτε παραδοσιακά εθνικής είτε ταξικής είτε αποκαθαρμένης και ουδέτερα πολιτιστικής, ακυρώνονται μονομιάς, μπροστά στο μαχαίρι της πρέσας και τη φωτιά του κλίβανου. Κάτι που ισχύει ακόμη πιο εμφατικά με την πλήρη ακύρωση των χαρακτηριστικών αισθητικής ιεράρχησης της καλλιτεχνικής αξίας του προς λιώσιμο αντικειμένου, τα οποία αναστέλλονται και παύουν να ισχύουν για ένα ολόκληρο κομμάτι της κοινωνίας. Σε κατάσταση σοκ μπροστά στα άδεια βάθρα των αγαλμάτων, σαν νέοι Βίνκελμαν, οι περί την τέχνη σήμερα συνειδητοποιούν κάτι που όλοι είχαν απωθήσει, ότι οι πανανθρώπινες και αιώνιες αισθητικές και καλλιτεχνικές αξίες δεν είναι ούτε πανανθρώπινες ούτε μπορούν να ισχύουν για πάντα.

Το οιονεί παράδοξο είναι ότι περιγράφουμε μια παράλληλη οικονομική δράστηριότητα που, ενώ γεννιέται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τις περιρρέουσες οικονομικες συνθήκες, λειτουργεί αψηφώντας την ίδια την αγορά ή έστω ένα μέρος της. Τα αντικείμενα εντός της ανακυκλωτικής αυτής δραστηριότητας χάνουν πλήρως την αξία χρήσης, συμβολικής ή πρακτικής, και επιστρέφουν στην αρχική αξία της φυσικής τους υπόστασης, που είναι πάντοτε υποπολλαπλάσια της πρώτης. Παρακολουθούμε με θαυμασμό ένα επεισόδιο οικονομικού πρωτογονισμού, ένα προκαπιταλιστικό σύμπτωμα της ανώτερης ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Δύσκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει αν η δραστηριότητα αυτή είναι απλώς κομμάτι της εμπέδωσης μιας νέας φάσης του τρόπου που θα συγκροτείται η οικονομική και κοινωνική ζωή στις πόλεις του 21ου αι., αν δηλαδή είμαστε μπροστά σε μια συνολικότερη διόρθωση επί τα χείρω. Στα ίδια φαινόμενα άλλοι πάλι θέλουν να βλέπουν τα πρόδρομα μηνύματα της κατάρρευσης και της εξάντλησης της δυναμικής ενός συστήματος που βρίσκεται μπροστά στο επώδυνο στάδιο της πλήρους μεταμόρφωσης. Το σίγουρο είναι ότι τα αγάλματα λιώνονται σήμερα και θα συνεχίσουν να λιώνονται, ιδίως όταν η αξία τους σε βάρος χαλκού και κασσίτερου ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη. Ίσως στο τέλος μπορούμε να αρκεστούμε στην ασφάλεια που μας προσφέρουν το άγαλμα του σμηναγού Ηλιάκη στα Χανιά, φρουρούμενο από το Υπουργείο Άμυνας, το άγαλμα του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, φρουρούμενο από τη Χρυσή Αυγή, και το κεφάλι του Λένιν στην αυλη του Περισσού, φρουρούμενο από το Κόμμα.




ΠΗΓΕΣ
• Η ταινία «Πρώτη Ύλη» του Χρήστου Καρακέπελη (78΄, Ελλάδα, 2011).
• Brandon R. Kooi, Theft of Scrap Metal, U.S. Department of Justice. Office of Community Oriented Policing Services, Απρίλιος 2010: www.cops.usdoj.gov
• Βασίλης Σ. Κανέλλης, «Στην Ελλάδα οι ήρωες κοστίζουν... 6 ευρώ το κιλό», εφ. Ημερησία: http://goo.gl/so0Nn
• Χρήστος Σιάφκος, «Κλέβουν αγάλματα από την Αθήνα», εφ. Ελευθεροτυπία: http://goo.gl/Ulpcz
• Ιος, «Ο εμφύλιος των προτομών: Εκεί που χάνονται τα αγάλματα», iospress.gr: http://goo.gl/eohDt



Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Χλόη Πετρίδου: «Καλή νομοθέτηση»: καλή για ποιον;


Toν Μάρτιο του 2012 ψηφίστηκε ο νόμος΄4048/2012, με τίτλο «Ρυθμιστική διακυβέρνηση: αρχές, διαδικασίες και μέσα καλής νομοθέτησης». Ως αρχές της καλής νομοθέτησης ορίζονται η αναλογικότητα, η απλότητα του περιεχομένου των ρυθμίσεων, η αποφυγή αντιφατικών ρυθμίσεων, η διαφάνεια, η δυνατότητα υποβολής προτάσεων κατά την κατάρτιση των ρυθμίσεων, η δημοκρατική νομιμοποίηση και άλλα. Μέσα επίτευξης των αρχών, κατά τον νόμο, αποτελούν ιδίως η διαβούλευση, η ανάλυση των συνεπειών των ρυθμίσεων, η απλούστευση, η κωδικοποίηση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων εφαρμογής των ρυθμίσεων. Από μια πρώτη ανάγνωση, θα έλεγε κάποιος, πολύ ωραία και εύνομα όλα αυτά... Από την άλλη, θα μπορούσε να αναρωτηθεί, γιατί θυμηθήκαμε την καλή νομοθέτηση το 2012, μια χρονιά που η παραβίαση συνταγματικών διατάξεων αποτελούσε καθημερινή πραγματικότητα... και ακόμα: γιατί χρειάζεται να θυμίσουμε με κοινό νόμο πράγματα που λέγονται ήδη στο Σύνταγμα, όπως ότι η νομοθεσία πρέπει να θεσπίζεται κατά κανόνα από τη δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή ή ότι οι νόμοι δεν πρέπει να περιορίζουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα παρά μόνο στο μέτρο του αναγκαίου...

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Κωστής Καρπόζηλος: Οι δικοί μας Χόροβιτς, Αναζητώντας τα ίχνη του Χρύσανθου Λαζαρίδη

Το βιβλίο του Ντέιβιντ Χόροβιτς The Free World Colossus: A Critique of American Foreign Policy in the Cold War κυκλοφόρησε στα ελληνικά σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τέσσερεις δεκαετίες έχουν περάσει από τότε και η έκδοση του Κάλβου με τον διεισδυτικό τίτλο Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ: ανατομία της διεθνούς πολιτικής ζωής (1945-1967) αποτελεί σημείο αναφοράς σε μεταπολιτευτικές βιβλιοθήκες και πάγκους υποψιασμένων παλαιοβιβλιοπωλών. Οι 600 τόσες σελίδες του φοβερού παιδιού της Νέας Αριστεράς αναδείχθηκαν σε δημοφιλές ανάγνωσμα, καθώς παρείχαν στο ελληνικό κοινό μία εκ των έσω κριτική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού· διόλου συμπτωματικά το 1975, οι εκδόσεις Λιβάνη εξέδωσαν την κατάτι παλαιότερη προσέγγιση του συγγραφέα για το ίδιο θέμα κάτω από τον τίτλο Ιμπεριαλισμός και επανάσταση.[1]

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Κυριάκος Μινωτής: Γιατί δεν υπάρχουν συσκευές αντιβαρύτητας και ιπτάμενα αμάξια ή η έρευνα ως αντικείμενο μάρκετινγκ

από την λεύγα τ. 10 (Ανοιξη 2013), σ. 34-41.

Κυριακή πρωί, φτιάχνω καφέ και αράζω στη βεράντα με το λάπτοπ. Μου έχει στείλει μέιλ ο φίλος μου ότι βγήκε καινούργιο CD από τους Σάρκα, ένα συγκρότημα που άκουγα όταν ήμουν φοιτητής στο Ηράκλειο. Λίγο Google και βλέπω ότι μπορώ να το παραγγείλω ηλεκτρονικά. Τα έξοδα αποστολής για την Ολλανδία όπου μένω δεν είναι απαγορευτικά. Βάζω την πιστωτική μου κάρτα και σε λίγα δευτερόλεπτα μου έρχεται μέιλ επιβεβαίωσης: «Η παραγγελία σας καταχωρήθηκε και θα παραδοθεί σε 6 μέρες». Πίνω λίγο καφέ. «Αυτά είναι», σκέφτομαι. Να κάθεσαι στο μπαλκονάκι σου και να παραγγέλνεις την αγαπημένη σου μουσική από μία χώρα που είναι 4.000 χλμ. μακριά. Μεγάλη τεχνολογία το Ίντερνετ. Φαντάζομαι κάποιον από το 1970 να με παρακολουθεί εκστασιασμένος από την πρόοδο της τεχνολογίας. Μετά το ξανασκέφτομαι. Αυτός ο άνθρωπος θα έχει δει σειρές όπως το Star Trek, ταινίες όπως το 2001 Space Odyssey και θα έχει διαβάσει συγγραφείς σαν τον Ray Brudbury. Τον φαντάζομαι να με ρωτάει: «Του μίλησες του υπολογιστή για να σου κάνει την παραγγελία;»· «Είχε τις εμπειρίες σου εμφυτευμένες και σε ενημέρωσε αυτός για το CD;»· «Το CD θα τηλεμεταφερθεί;». Μετά θα του εξηγούσα ότι ο υπολογιστής αυτός δεν σκέφτεται και δεν μιλάει, έχει όμως αρκετή τεχνολογία για να μπορώ να επικοινωνήσω με ένα κατάστημα στην Ελλάδα και να παραγγείλω ένα CD. Τον φαντάζομαι τελικά να με κοιτάει απογοητευμένος.


Πού είναι όλη η τεχνολογία που οραματίστηκε εκείνη η γενιά; Πού είναι όλα αυτά τα θαύματα που θα ήταν απλώς η συνέχεια των εκπληκτικών ανακαλύψεων και επιτευγμάτων που γίνονταν εκείνη την εποχή; Το 1969 πατήσαμε στο φεγγάρι και το 2012 παραγγέλνουμε μουσική μέσω υπολογιστή; Σιγά τα αυγά! Αναλογίζομαι τις τεχνολογικές ανακαλύψεις με τις οποίες βομβαρδιζόταν καθημερινά ο φανταστικός επισκέπτης μου από το παρελθόν. Γενετική, ανακάλυψη του DNA, θεωρία της σχετικότητας, θεωρία της ψυχανάλυσης, κβαντική μηχανική. Όλα αυτά όμως έγιναν μέσα στο ’60 – ακόμα και τα βασικά στοιχεία της τεχνολογίας του Ίντερνετ υπήρχαν ήδη από τότε. Είναι φυσικό οι προσδοκίες του από το μέλλον να είναι κάτι περισσότερο από έναν υπολογιστή που παραγγέλνει CD! Ρηξικέλευθες ιδέες, όπως η τηλεμεταφορά, σήμερα αντιμετωπίζονται με χλεύη: «Υπάρχουν τεράστια φυσικά όρια», «ποτέ δεν πρόκειται να πετύχουμε». Τέτοια αντιμετώπιση όμως είχαν –από συντηρητικούς κυρίως κύκλους– ιδέες όπως οι τηλεπικοινωνίες, τα διαστημικά ταξίδια και η αεροπλοΐα στις αρχές του 20ού αιώνα. Υπήρχαν ακόμα και θεωρητικές προσεγγίσεις που αποδείκνυαν ότι η πτήση μηχανών βαρύτερων από τον αέρα ήταν πρακτικά αδύνατη. Σήμερα η κοινωνία προβάλλει τεράστια πρακτικά εμπόδια σε μεγάλες ιδέες της επιστημονικής φαντασίας. Αυτό εντοπίζεται ακόμα και στα σύγχρονα έργα επιστημονικής φαντασίας τα οποία αναλώνονται κυρίως σε περιγραφή δυστοπιών, όπου το μέλλον είναι ένας χώρος ολοκληρωτισμού, καταπίεσης και τρομοκρατίας, από τον οποίο απουσιάζει η αισιοδοξία για τεράστιες θεμιτές κοινωνικές αλλαγές οι οποίες θα βασίζονται σε επαναστατικές επιστημονικές ανακαλύψεις. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο οραματισμός ενός καλύτερου μέλλοντοςμέσω της τεχνολογίας έχει κατασταλεί και αντικατασταθεί από τον φόβο για το τι μας επιφυλάσσει αυτό το μέλλον. Το ερώτημα εδώ είναι πώς ο καπιταλισμός «ρούφηξε» και αυτό το τελευταίο απομεινάρι της φαντασίας μας;



Ανταγωνιστικότητα, συνεργατικότητα
και άλλα εμπόδια στην έρευνα
Σίγουρα δεν φταίνε τα φράγκα. Η χρηματοδότηση της έρευνας έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Μπορεί τα ποσοστά της δημόσια επιχορηγούμενης έρευνας να έχουν πέσει κατακόρυφα, αλλά σε απόλυτους αριθμούς και σε πραγματικές αξίες το δημόσιο δίνει πολύ περισσότερα χρήματα για έρευνα απ’ ό,τι το ’60. Ένα επιχείρημα είναι ότι, από αυτά τα λεφτά, ένα μικρό ποσοστό δίνεται σε «βασική έρευνα», δηλαδή σε πειραματικές και ρηξικέλευθες ιδέες, που έχουν μεν μικρή πιθανότητα να ευοδωθούν, αλλά, αν το κάνουν, θα φέρουν κατακλυσμικές αλλαγές στην κοινωνία (π.χ. τηλεμεταφορά). Ακόμα και για αυτές τις ιδέες όμως η χρηματοδότηση είναι σαφώς αυξημένη σε σχέση με το παρελθόν.

Η απάντηση ίσως να κρύβεται στη χρηματοδότηση ολιγάριθμων αλλά γιγαντιαίων πρότζεκτ. Ένα από αυτά ήταν η αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Κόστισε τρία δισ. δολάρια και απασχόλησε χιλιάδες επιστήμονες από πέντε διαφορετικές χώρες. Το αποτέλεσμα; Μέχρι στιγμής δεν μας έχει δώσει κάποιο εύρημα που να έχει άμεση επίπτωση στη δημόσια υγεία. Η δημοσιότητα όμως και η εκμετάλλευσή του από πολιτικούς που το επικαλέστηκαν για τη βελτίωση της εικόνας τους («νοιαζόμαστε για την υγεία των πολιτών»), καθώς και το κόστος της εκστρατείας προώθησης, αλλά και διαχείρισης και συντονισμού του επιστημονικού προσωπικού και του εξοπλισμού, έκαναν επιβεβλημένη την ανάγκη να βαδίσουν σε όσο το δυνατόν πιο βατά επιστημονικά μονοπάτια, αποκλείοντας την εφαρμογή και δοκιμή πραγματικά καινοτόμων ιδεών. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολυδιαφημισμένο επιστημονικό πρότζεκτ, το οποίο λειτουργούσε μάλλον ως επικοινωνιακό μέσο πολιτικών και μεγαλοεπιστημόνων και απέκλειε εξ ορισμού την ανακάλυψη πραγματικά επαναστατικών ευρημάτων. Αλλά και στα μικρότερης κλίμακας ερευνητικά πρότζεκτ τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Υπάρχει η εντύπωση ότι η πραγματική έρευνα και ανάπτυξη γίνεται από μικρές εταιρείες της Σίλικον Βάλεϊ που εφαρμόζουν επαναστατικές, αποκεντρωμένες μεθόδους στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Ακόμα και αν αυτές οι εταιρείες είναι πιο πιθανό να παραγάγουν αποτελέσματα, η αλήθεια είναι ότι η έρευνα και η ανάπτυξη εξακο

λουθεί να άγεται από τεράστια γραφειοκρατικά πρότζεκτ. Αν κάτι έχει αλλάξει βέβαια, είναι η κουλτούρα αυτής της γραφειοκρατίας Σήμερα η έρευνα γίνεται μέσω ενός πολύπλοκου συνονθυλεύματος δημόσιας, πανεπιστημιακής και ιδιωτικής μίξης, το οποίο έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση της εταιρικής λογικής, σκέψης, ορολογίας ακόμα και οργανωτικής δομής σε όλους τους τομείς. Αυτό οδήγησε μεν στη δημιουργία εμπορεύσιμων προϊόντων, αλλά, από την άποψη της πραγματικής έρευνας, τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, στα πανεπιστήμια ΗΠΑ και Βρετανίας, έχουν αυξηθεί σημαντικά οι ώρες που πρέπει να δαπανώνται σε διαχειριστικά ζητήματα, σε βάρος του χρόνου που αφιερώνονται για έρευνα. Σε πολλά πανεπιστήμια, το προσωπικό που απασχολείται στη διαχείριση και στη διοίκηση είναι περισσότερο από το προσωπικό που ασχολείται με την έρευνα. Ακόμα και το προσωπικό που απασχολείται στην έρευνα ξοδεύει τουλάχιστον τον μισό χρόνο του σε διαχειριστικά θέματα. Σε παγκόσμια κλίμακα τα πράγματα δεν είναι και πολύ διαφορετικά. Η αύξηση της διοικητικής και διαχειριστικής δουλειάς έχει οδηγήσει στην εισαγωγή τεχνικών μάνατζμεντ στην έρευνα, οι οποίες έχουν σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και την εισαγωγή της ανταγωνιστικότητας σε όλους τους τομείς, ωστόσο καταλήγουν εντέλει στο να προσπαθούν να «πουλήσουν προϊόντα». Αιτήσεις χρηματοδότησης, αξιολόγηση χρηματοδοτήσεων, αξιολόγηση φοιτητών, αποφοίτων και αξιολόγηση συναδέλφων, διαφημιστικό υλικό για νέα διεπιστημονικά προγράμματα σπουδών, ινστιτούτων, συνεδρίων ακόμα και ολόκληρων πανεπιστημίων (τα οποία πλέον είναι ένα προϊόν το οποίο πρέπει να
προωθηθεί σε μαθητές, φοιτητές και χρηματοδότες). Καθώς λοιπόν το μάρκετινγκ υπεισέρχεται στην πανεπιστημιακή καθημερινότητα, μας μιλάει για δημιουργικότητα, για φαντασία, για το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε έξω από τα καθιερωμένα κ.λπ. Για την ακρίβεια, κάνει ακριβώς το αντίθετο: κατα πνίγει όποια πραγματικά δημιουργική φωνή τυχαίνει να υπάρχει. Καμία σημαντική κοινωνική θεωρία δεν έχει εμφανιστεί στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Οι κοινωνιολόγοι έχουν υποβιβαστεί στον ρόλο του επιμελητή: γράφουν εκτενείς αναλύσεις πάνω στον Ντελέζ, στον Φουκώ ή στον Μπουρντιέ και άλλους φιλοσόφους του ’70, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η επαναστατική σκέψη αυτών των φιλοσόφων θα απορριπτόνταν από τα σύγχρονα πανεπιστήμια. Κάποτε το πανεπιστήμιο ήταν καταφύγιο των εκκεντρικών, των ευφυών και των μη πραγματιστών. Όχι πια. Τώρα είναι ένας χώρος για αυτοαπασχολούμενους που χτίζουν το επιστημονικό ίματζ τους μέσω μάρκετινγκ. Το αποτέλεσμα είναι να παρατηρούμε μια από τις πιο παράξενες αυτοκαταστροφικές τάσεις της ιστορίας. Να ωθεί μία κοινωνία τα εκκεντρικά και ευφυή μέλη της στο περιθώριο, από όπου κάνουν σποραδικά την εμφάνισή τους με τις οξύτατες διαδικτυακές κριτικές τους.

Αν αυτά ισχύουν για τις κοινωνικές επιστήμες, όπου η εργασία είναι εκ φύσεως ατομική και δεν απαιτείται μεγάλη χρηματοδότηση, φαντάζεστε τι γίνεται σε επιστημονικούς τομείς όπως π.χ. η αστροφυσική. Όντως ο αστροφυσικός Jonathan Katz προειδοποίησε πρόσφατα τους φοιτητές που σκέφτονται να ασχοληθούν με την επιστήμη: «Ακόμα και αν έχετε περάσει μέσα από τη συνηθισμένη δεκαετή ακαδημαϊκή διαδικασία που απαιτείται για να γίνει κάποιος καθηγητής, δουλεύοντας με τις ιδέες (και τα συμφέροντα) κάποιου άλλου, θα πρέπει να περιμένετε ότι οι καλύτερες και πιο επαναστατικές ιδέες σας θα κατακρεουργηθούν από την υπόλοιπη κοινότητα. Θα σπαταλάτε την ώρα σας γράφοντας αιτήσεις, αντί να κάνετε έρευνα. Ακόμα χειρότερα, οι αιτήσεις σας για χρηματοδότηση κρίνονται από τους ανταγωνιστές σας και έτσι θα πρέπει να σπαταλήσετε το ταλέντο και τις προσπάθειές σας στο να αντιμετωπίζετε την κριτική, παρά για να λύνετε επιστημονικά προβλήματα. Είναι γνωστό ότι οι αυθεντικές ιδέες είναι καταστροφικές για τις αιτήσεις χρηματοδότησης, ακριβώς επειδή δεν έχει αποδειχτεί ότι δουλεύουν». Νομίζω ότι αυτή είναι μία καλή εξήγηση γιατί σήμερα δεν έχουμε συσκευές τηλεμεταφοράς ή παπούτσια αντιβαρύτητας. Η κοινή λογική λέει ότι αν θέλεις να μεγιστοποιήσεις την επιστημονική δημιουργικότητα, τότε βρίσκεις κάποιους έξυπνους ανθρώπους, τους δίνεις ό,τι μέσα χρειάζονται για να βρουν αυτό που έχουν στο μυαλό τους και μετά τους αφήνεις ήσυχους. Οι περισσότεροι δεν θα βρουν τίποτα, αλλά ένας ή δύο κάτι θα βρουν. Από την άλλη, αν θες να ελαχιστοποιήσεις την πιθανότητα εύρεσης καινοτόμων ανακαλύψεων, πες τους ότι δεν θα τους δώσεις τίποτα, εκτός αν ανταγωνιστούν μεταξύ τους για να σε πείσουν ότι ξέρουν εκ των προτέρων τι θα ανακαλύψουν. Ο Βρετανός οικονομολόγος D. Harvie μας έχει υπενθυμίσει ότι ο όρος ανοικτός κώδικας (open source) δεν είναι κάτι καινούργιο. Η ακαδημαϊκή έρευνα ήταν ανέκαθεν ανοικτή, με την έννοια ότι οι φοιτητές μοιράζονται τις μεθόδους και τα αποτελέσματα. Μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά είναι προς όφελος όλων. Αυτό δεν ισχύει για επιστήμονες που δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, όπου τα ευρήματα διαφυλάσσονται ζηλότυπα. Η εξάπλωση της εταιρικής λογικής στο πανεπιστημιακό περιβάλλον κάνει τους ερευνητές να θεωρούν ιδιωτικά τα αποτέλεσμα της δημοσίως χρηματοδοτούμενης έρευνας και να περιορίζουν την πρόσβαση σε αυτά. Έτσι, ο καλώς εννοούμενος επιστημονικός ανταγωνισμός μετατρέπεται σε ένα μόρφωμα που μοιάζει με τον κλασικό ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς.

Υπάρχουν πολλές μορφές ιδιωτικοποίησης, μέχρι και το σημείο να εξαγοράζονται και να αποσιωπούνται μη βολικές ανακαλύψεις από μεγάλες εταιρίες που φοβούνται τις οικονομικές συνέπειες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του μανατζερίστικου ήθους είναι ότι αποτρέπει οτιδήποτε αβέβαιο ή παράξενο, ιδίως αν δεν υπάρχουν προοπτικές άμεσου κέρδους. Όλως παραδόξως το Ίντερνετ μπορεί να είναι μέρος αυτού του προβλήματος. Σύμφωνα με τον Neal Stephenson «οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν δουλέψει σε εταιρικό ή πανεπιστημιακό περιβάλλον έχουν εμπειρίες παρόμοιες με την εξής: Μερικοί μηχανικοί κάθονται σε ένα δωμάτιο, δοκιμάζοντας διάφορες ιδέες. Στη συζήτηση προκύπτει μια ιδέα που φαίνεται να έχει καλές προοπτικές. Τότε κάποιος γκουγκλάρει την ιδέα και λέει ότι αυτή η “νέα” ιδέα είναι στη πραγματικότητα παλιά ή τουλάχιστον κάτι παρόμοιο έχει ξαναγίνει. Αν η παλιά ιδέα είχε αποτύχει, τότε κανένας μάνατζερ δεν θα ρισκάρει τη δουλειά του προσπαθώντας να αναβιώσει μια αποτυχημένη ιδέα. Αν η ιδέα είχε πετύχει, τότε το πιο πιθανό είναι να έχει πατενταριστεί και να είναι πρακτικά άχρηστη, αφού η νομοθεσία προστατεύει τον ιδιοκτήτη της πατέντας και δημιουργεί πολλά προβλήματα σε όποιον προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει έστω και μία παραλλαγή της. Υπάρχουν εκατομμύρια καλές ιδέες που απορρίφτηκαν με αυτόν τον τρόπο». Αυτό το κυρίαρχο γραφειοκρατικό πνεύμα υπάρχει σε όλους τους τομείς της πνευματικής δημιουργίας. Έρχεται περιτυλιγμένο με μια γλώσσα που περιέχει έννοιες όπως «δημιουργία», «καινοτομία» και «επιχειρηματικότητα». Όμως η γλώσσα αυτή στερείται νοήματος.

Όταν οι Ρώσοι έστελναν τον Άρμστρονγκ στη
Σελήνη
Ένα καλό ερώτημα είναι γιατί παρατηρούμε αυτή την επιβράδυνση της επιστημονικής δημιουργίας από το ‘70 και μετά; Την απάντηση θα πρέπει να την αναζητήσουμε στους τεράστιους κρατικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς των αρχών του 20ού αιώνα. Από τον αγώνα για το ποιος θα περάσει πρώτος τη Μάγχη με εναέριο μέσο, ποιος θα κατασκευάσει την πρώτη ατομική βόμβα και ποιος θα ηγηθεί της κούρσας του διαστήματος, η έρευνα ήταν μονόδρομος για την επικράτηση ενός καθεστώτος. Ερευνητές που επιλέγονταν με κριτήρια την ευφυΐα, τις γνώσεις και την… αφοσίωσή τους στην κυβέρνηση απολάμβαναν απόλυτη ελευθερία ως προς τις μεθόδους που μπορούσαν να ακολουθήσουν και τις ιδέες που θέλανε να υλοποιήσουν. Έπαιρναν λευκή επιταγή ως προς τους πόρους και περιορίζονταν μόνο από τη φαντασία τους. Δεν πρέπει να μας ξενίζει ότι η σημερινή δυτική τεχνολογία δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο σε κάποιο υπόγειο κρατικό εργαστήριο με μυστική χρηματοδότηση από εσωστρεφείς επιστήμονες, παρά από κάποιο γκλάμουρ ερευνητικό ίδρυμα, με ερευνητές-γιάπηδες και ανοικτές χρηματοδοτήσεις.

Εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε τι εννοούμε με την έννοια «τεχνολογία». Μιλάμε για ανακαλύψεις όπως οι υπολογιστές, η ηλεκτρονική, οι δορυφόροι, οι τηλεπικοινωνίες, η κβαντομηχανική και η μηχανολογία. Πρόσφατες ανακαλύψεις, όπως τα κινητά τηλέφωνα με οθόνες αφής, τα mp3 players, το GPS, είναι άμεσες και το κυριότερο εμπορεύσιμες εφαρμογές των προηγούμενων τεχνολογιών. Σίγουρα δεν ανοίγουν κάποιο νέο κεφάλαιο στους τομείς της φυσικής ή της χημείας. Μετά την πλήρη επικράτηση της Αμερικής στην κούρσα του διαστήματος, έπαψαν να υπάρχουν και οι τεχνολογικοί ανταγωνισμοί που έτρεφαν τα κυρίαρχα καθεστώτα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ότι, χωρίς τον ανταγωνισμό του διαστήματος, η Αμερική δεν θα είχε κατακτήσει ποτέ τη Σελήνη. Από τότε λοιπόν η έρευνα έπαψε να είναι μονόδρομος για την πολιτική επικράτηση και πέρασε στον ιδιωτικό τομέα, υπό τον έλεγχο του γραφειοκρατικού εταιρικού καπιταλισμού. Οι Αμερικάνοι όμως δεν θέλουν να σκέφτονται τους εαυτούς τους ως ένα κράτος γραφειοκρατών (ακριβώς το αντίθετο), αλλά αν πάψουμε να θεωρούμε τη γραφειοκρατία ως ένα φαινόμενο που ξεκινάει από το κράτος, θα δούμε ότι οι ΗΠΑ είναι ένας τεράστιος γραφειοκρατικός μηχανισμός. Η τελική νίκη επί της ΕΣΣΔ δεν οδήγησε στην κυριαρχία της αγοράς, αλλά εδραίωσε την κυριαρχία της συντηρητικής διευθυντικής ελίτ και της γραφειοκρατίας των μεγάλων εταιρειών, οι οποίες χρησιμοποιούν την ιδεολογία της ανταγωνιστικής και διαφημιστικής λογικής για να καταπατήσουν οτιδήποτε εμπεριέχει επαναστατικές ερευνητικές προδιαγραφές.

Η Ελλάδα καινοτομεί σε μία Ενωμένη Ευρώπη
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αντιληφθεί από τη δεκαετία του ’80 ότι υστερούσε πάρα πολύ σε βιομηχανία και τεχνολογία σε σχέση με την Αμερική και κάποιες ασιατικές χώρες. Εντόπισε ότι ένας λόγος για αυτό ήταν οι «επιστημονικοί παράδεισοι» που πρόσφεραν γη και ύδωρ σε ταλέντα από όλον τον κόσμο. Για να σταματήσει αυτή την επιστημονική αιμορραγία, δημιούργησε ένα σύστημα που το ονομάζει «πρόγραμμα-πλαίσιο». Το σύστημα αυτό στην ουσία διανέμει ερευνητικά πρότζεκτ σε διάφορα ιδρύματα της Ευρώπης φροντίζοντας σε κάθε πρότζεκτ να συμπεριλαμβάνονται ιδρύματα από πολλές χώρες. Ο σκοπός είναι να τονίσει τη συνεργασία μεταξύ των χωρών με σκοπό τη σύσφιξη των σχέσεων για τη δημιουργία νέας τεχνολογίας. Δεδομένης όμως της έλλειψης βιομηχανίας για να κατευθύνει αυτή την τεχνολογία, οι άξονες του προγράμματος αυτού ορίζονται από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των Βρυξελλών. Εκεί δημιουργήθηκαν φιλόδοξα ερευνητικά προγράμματα τα οποία είναι κακέκτυπα ερευνητικών τάσεων που υπάρχουν στην Αμερική με διαφορά φάσης 2 έως 5 χρόνων – και το χειρότερο, δεν είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις καμία σχέση με τις ανάγκες για τεχνολογία της ευρύτερης ευρωπαϊκής κοινωνίας. Έτσι βλέπουμε να χρηματοδοτούνται πρότζεκτ με πολύ ασαφές περιεχόμενο, γεμάτα ακαδημαϊκές αερολογίες, όπως «σημασιακός ιστός», «αυτοματοποιημένη, ευφυής πλοήγηση», «γενετική παρακολούθηση», «ενοποίηση εταιρικών υπηρεσιών» κ.ά. Το κάθε ερευνητικό ίδρυμα υλοποιεί τα πρότζεκτ σύμφωνα με τον τρόπο που μεταφράζουν οι εκάστοτε ερευνητές αυτό το αντικείμενο, δημοσιεύουν άρθρα σε περιοδικά που κρίνονται από συνάδελφους τους, ενώ το συνολικό πρότζεκτ κρίνεται από επιτρόπους της ίδιας της ΕΕ. Τόσο η κρίση που γίνεται από τα επιστημονικά περιοδικά και τα συνέδρια, όσο και η κρίση που γίνεται από τους επίτροπους, είναι ένας εσωτερικός μηχανισμός που αρέσκεται να αυτοεπιβεβαιώνεται και να κινείται ώστε να εγκριθεί η χρηματοδότηση του «επόμενου μέρους του πρότζεκτ». Απ’ όλα αυτά, η κοινωνία δεν αποκομίζει κανένα απολύτως όφελος.

Ακόμα και αν προκύψει μια καλή και χρήσιμη τεχνολογία, δεν υπάρχει σχέδιο για την ένταξή της σε ένα δημόσιο οργανισμό ώστε να επωφελούνται οι πολίτες. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο, βγαίνει μια «πιλοτική» έκδοση σε ημιλειτουργικό επίπεδο, η συντήρηση της οποίας σταματάει όταν σταματάει και
το πρότζεκτ, με συνέπεια η όποια εγκατάσταση να φθίνει και να εξαφανίζεται σταδιακά. Έτσι με μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βρούμε δημοσιεύσεις σε εφημερίδες για πολλές εκπληκτικές τεχνολογίες που βγήκαν από κάποιο ερευνητικό ίδρυμα και ενσωματώθηκαν σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Θα διαβάσουμε για το τεράστιο κόστος της, θα δούμε χαμογελαστές φωτογραφίες δημάρχων, βουλευτών και καθηγητών, αλλά, αν πάμε να τη χρησιμοποιήσουμε, σίγουρα θα απογοητευτούμε από την προχειρότητα – αν βέβαια εξακολουθεί να υπάρχει. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ερευνητές ξοδεύουν τον χρόνο τους στην τεράστια γραφειοκρατία που απαιτείται ώστε να συντονιστούν δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί, ερευνητικά ιδρύματα από πολλές χώρες με διαφορετικά συστήματα διοίκησης και την έτσι και αλλιώς υπερβολική γραφειοκρατία των Βρυξελλών Στον λίγο ελεύθερο χρόνο που τους απομένει, συνήθως διαμορφώνουν κάποια υπάρχουσα δουλειά στις έτσι και αλλιώς ασαφείς απαιτήσεις του πρότζεκτ. Τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτή η δουλειά δίνεται σε φοιτητές μεταπτυχιακούς και μη. Έτσι οι ερευνητές γίνονται διαχειριστές σκόρπιων εργασιών που προσπαθούν να τις «παραχώσουν» στα παραδοτέα του τάδε πρότζεκτ, γράφοντας μακροσκελείς αναφορές για το πόσο υπέροχη και καινοτόμα είναι η προσέγγισή τους, χρησιμοποιώντας ένα ακαδημαϊκό λεξιλόγιο γεμάτο με ορολογία κενή περιεχομένου.

Είναι σημαντικό να αντιπαραβάλουμε εδώ τις πραγματικές απαιτήσεις που έχει η ελληνική κοινωνία από μια επιστημονική κοινότητα, την οποία άλλωστε αυτή συντηρεί. Από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υλικά και τακτικές εξοικονόμησης ενέργειας διαμορφωμένες στο κλίμα της Ελλάδας, διαχείριση υδάτινων πόρων, διαχείριση καλλιεργειών, κτηνοτροφίας και αλιείας, έρευνα για κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, συστήματα εξυπηρέτησης πολιτών σε απομακρυσμένες κοινότητες, συστήματα για έγκαιρη αντιμετώπιση πυρκαγιών και φυσικών καταστροφών. Εκτός βέβαια από τα κλασικά που χρειάζεται κάθε σύγχρονο κράτος, όπως εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και υγείας. Σε όλα τα παραπάνω παρατηρούμε το οξύμωρο να υπάρχουν πολλά μικρά και μεγάλα ερευνητικά ιδρύματα που να ειδικεύονται σε αυτά, αλλά όταν πρόκειται να δοθούν εκατομμύρια για την αγορά κάποιου συστήματος ή για την υλοποίηση κάποιου έργου, αρχίζει ένα πάρτι από ιδιωτικές εταιρείες που, με τελείως αμφίβολους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, αναλαμβάνουν την έρευνα, τη μελέτη, την εγκατάσταση και την υλοποίηση, παραμερίζοντας τελείως τα ντόπια ερευνητικά ιδρύματα. Αξίζει να εστιάσουμε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στην Ελλάδα υπάρχουν 13 τμήματα ΤΕΙ και ΑΕΙ που ασχολούνται μόνο με την ενέργεια και το περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, τον τελευταίο καιρό είμαστε μάρτυρες ενός χορού δισεκατομμυρίων, όπου ιδιωτικές εταιρείες, μαζί με βουλευτές, επιχειρηματίες και ντόπια συμφέροντα, μάχονται για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων αμφίβολης απόδοσης και τεράστιου περιβαλλοντικού κόστους που κινούνται στα όρια της νομιμότητας (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πάρτι δισεκατομμυρίων που παίζεται στην Κρήτη με τα αιολικά πάρκα: βλ. http://goo.gl/cepAz). Την ίδια ώρα, τα ντόπια ερευνητικά ιδρύματα, εφησυχασμένα με τα ψίχουλα από τα προγράμματα της ΕΕ, αναλώνονται σε άσχετα αντικείμενα, αποκομμένα από τις έστω και μακροπρόθεσμες ανάγκες της κοινωνίας (Τι κάνει άραγε το ΤΕΙ Κρήτης για αυτό; Μα μελετάει την πυρηνική ανάφλεξη με χρήση laser φυσικά! Βλ. http://goo.gl/T8OyI). Θυμίζουν περισσότερο ένα μικρό παιδί που οι μεγάλοι του έχουν δώσει ένα παιχνιδάκι ώστε να απασχολείται την ώρα που αυτοί ασχολούνται με «σοβαρά θέματα».

Στον τομέα της δημόσιας διοίκησης υπάρχουν σαράντα(!) τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ, κάποια από τα οποία μάλιστα ειδικεύονται στην ανάπτυξη λογισμικού και ηλεκτρονικών λύσεων για την υγεία και τη διοίκηση. Επίσης ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας, το ΙΤΕ, έχει ειδικό τμήμα για την υγεία και τις ιατρικές υπηρεσίες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανένα από τα λογισμικά που αναπτύσσουν όλα αυτά τα ιδρύματα δεν έχει χρησιμοποιηθεί από το κράτος. Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι οι εφορίες έχουν το TAXIS και η δημόσια διοίκηση το CAPA – και τα δύο προϊόντα της Ιντρακόμ. Τα νοσοκομεία δεν φημίζονται για τη μηχανοργάνωσή τους, αλλά όπου αυτή υπάρχει θα πρόκειται όλως περιέργως για προϊόντα της Siemens που τρέχουν λογισμικό της Ιντρακόμ. Ένα τελευταίο παράδειγμα είναι τα τμήματα γεωργικής παραγωγής και ανάπτυξης. Έχουμε δέκα τμήματα γεωπονίας, γεωργίας, γεωλογίας και γεωτεχνολογίας. Όλη όμως η αγροτική πολιτική της Ελλάδας κανονίζεται από την ΕΕ και τις Κοινές Αγροτικές Πολιτικές. Αποτέλεσμα; Η παραγωγή μειώνεται, το έλλειμμα εισαγωγών-εξαγωγών των αγροτικών προϊόντων αυξάνεται και πολλοί αγρότες παρατάνε τις καλλιέργειές τους και επιβιώνουν με επιδοτήσεις αμφίβολης διάρκειας (βλ. http://goo.gl/jCRwk). Και αν στην περίπτωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής μιλάμε για «καθαρόαιμη» κρατική γραφειοκρατία, στις υπόλοιπες περιπτώσεις σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανοικτή αγορά», «υγιή ανταγωνισμό» και «έρευνα ορμώμενη από ανάγκες της κοινωνίας η οποία μετατράπηκε σε προϊόν προς όφελος του καταναλωτή». Περισσότερο μιλάμε για ένα συνονθύλευμα από εταιρείες, ΜΜΕ, πολιτικούς και τοπικούς άρχοντες που απλώς... επιδίδονται στο συνηθισμένο φαγοπότι. Το σύστημα επικοινωνίας, η ορολογία και οι αξίες που έχουν αναπτύξει μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν μια νέα μορφή γραφειοκρατίας.

Τεχνολογία έξω και πέρα από τον καπιταλισμό
Αν δεν παρατηρούμε ότι ζούμε σε μια γραφειοκρατική κοινωνία είναι επειδή οι γραφειοκρατικές νόρμες και πρακτικές έχουν εισχωρήσει τόσο πολύ που δεν μπορούμε να τις δούμε ή ακόμα χειρότερα δεν μπορούμε να φανταστούμε τους εαυτούς μας να λειτουργούν διαφορετικά. Όπως και οι ανακαλύψεις νέων μορφών βιομηχανικών αυτοματισμών τον 18ο και 19ο αιώνα είχαν την παράδοξη συνέπεια ότι οδηγούσαν όλο και περισσότερους εργάτες στη βιομηχανική εργασία, έτσι και η πληροφορική και το Ίντερνετ, παρόλο που σχεδιάστηκαν για να μας απαλλάξουν από τις διαχειριστικές εργασίες, μας μετέτρεψαν σε εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης σε διαχειριστικές δουλειές. Όπως οι ερευνητές θεωρούν αναπόφευκτο να αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε διαχείριση αιτήσεων, έτσι και οι νοικοκυρές θεωρούν φυσικό να αφιερώνουν βδομάδες για να συμπληρώνουν αιτήσεις για να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Όλοι μας ξοδεύουμε όλο και περισσότερο χρόνο να εισαγάγουμε κωδικούς για να διαχειριζόμαστε λογαριασμούς πιστωτικών καρτών και να μαθαίνουμε να κάνουμε δουλειές που παλιά γινόταν από μεσίτες, ταξιδιωτικούς πράκτορες και λογιστές.

Σε αυτό το τελευταίο, βαρετό τμήμα του καπιταλισμού, κινούμαστε από ποιητικές τεχνολογίες σε γραφειοκρατικές τεχνολογίες. Ποιητικές τεχνολογίες ονομάζω τη χρήση λογικών και τεχνικών μέσων ώστε να υλοποιούμε τις πιο τρελές φαντασιώσεις μας. Με αυτόν τον ορισμό οι ποιητικές τεχνολογίες είναι τόσο παλιές όσο ο πολιτισμός. Ο Lewis Mumford είπε ότι οι πρώτες σύνθετες μηχανές αποτελούνταν από ανθρώπους. Οι Αιγύπτιοι Φαραώ ήταν ικανοί να χτίζουν πυραμίδες επειδή ήταν ειδικοί στις διαχειριστικές διαδικασίες. Ανέπτυξαν γραμμές παραγωγής, διαιρώντας πολύπλοκες διεργασίες σε απλές λειτουργίες και αναθέτοντας καθεμιά σε μία ομάδα από εργάτες. Η τεχνολογία τους ωστόσο δεν ήταν πιο πολύπλοκη από τον λοστό και τον μοχλό. Η διαχειριστική επόπτευση μετέτρεψε έναν όχλο από γεωργούς σε γρανάζια μιας τεράστιας μηχανής. Πολύ αργότερα, όταν είχαν ανακαλυφθεί τα γρανάζια, οι πολύπλοκες μηχανές εμπεριείχαν στον σχεδιασμό τους τις βασικές αρχές οργάνωσης του ανθρώπινου δυναμικού.

Παρ’ όλα αυτά, έχουμε δει αυτές τις μηχανές να χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση απίστευτων φαντασιώσεων: καθεδρικών ναών, διαστημοπλοίων, διηπειρωτικών σιδηρόδρομων. Σίγουρα αυτές οι ποιητικές τεχνολογίες έκρυβαν κάτι τρομερό μέσα τους. Η ποίηση μπορεί να εμπεριέχει καταχθόνιους σκοπούς ή τη χάρη της απελευθέρωσης. Αλλά η διαχειριστική τεχνική υπηρετούσε ανέκαθεν κάποιο φαντασιακό σκοπό. Υπό αυτήν την έννοια, όλα εκείνα τα τρελά σοβιετικά σχέδια, ακόμα και αν δεν πραγματοποιούνταν ποτέ, σημάδεψαν τη κορύφωση των ποιητικών τεχνολογιών. Αυτό που ζούμε τώρα είναι το αντίθετο. Δεν είναι ότι δεν ενθαρρύνεται ο οραματισμός, η δημιουργικότητα και οι τρελές φαντασιώσεις, αλλά ότι οι περισσότερες μένουν μετέωρες. Δεν υπάρχει καν η πρόφαση ότι μπορούν να υλοποιηθούν. Το μεγαλύτερο και πιο δυνατό έθνος της ιστορίας λέει τις τελευταίες δεκαετίες στους πολίτες του ότι δεν πρέπει πια να στοχάζονται φανταστικά συλλογικά εγχειρήματα, ακόμα και αν η μοίρα της Γης εξαρτάται από αυτά.

Ποιες είναι οι πολιτικές επιπτώσεις των παραπάνω; Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξανασκεφτούμε μερικές από τις βασικές παραδοχές για τη φύση του καπιταλισμού. Μία είναι ότι ο καπιταλισμός ταυτίζεται με την αγορά, άρα και τα δύο είναι εχθρικά στη γραφειοκρατία, η οποία θεωρείται ότι είναι δημιούργημα του κράτους. Η άλλη είναι ότι ο καπιταλισμός από τη φύση του προωθεί την τεχνολογία.
Φαίνεται ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς, μέσα στον ενθουσιασμό τους για τη βιομηχανική επανάσταση των ημερών τους, έκαναν λάθος σε αυτό. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς: είχαν δίκιο όταν επέμεναν ότι η εκμηχάνιση της παραγωγής θα κατέστρεφε τον καπιταλισμό, είχαν όμως άδικο όταν προέβλεπαν ότι ο ανταγωνισμός της αγοράς θα ωθούσε τους εργοστασιάρχες να μηχανοποιήσουν την παραγωγή τους ούτως ή άλλως. Αυτό δεν συνέβη επειδή ο ανταγωνισμός της αγοράς δεν είναι τόσο σημαντικός για τον καπιταλισμό όσο υπέθεταν. Αν μη τι άλλο, η τρέχουσα μορφή του καπιταλισμού, όπου ένα μεγάλο μέρος του ανταγωνισμού φαίνεται να έχει τη μορφή εσωτερικού μάρκετινγκ από ημιμονοπωλιακές επιχειρήσεις θα τους εξέπληττε.

Οι υποστηρικτές του καπιταλισμού διατυπώνουν τρεις γενικούς ιστορικούς ισχυρισμούς: Πρώτον, ότι έχει φέρει ραγδαία επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο. Δεύτερον, ότι όσο πλούτο και αν αποκτήσει μια μειονότητα, το αποτέλεσμα είναι η αύξηση της συνολικής ευημερίας. Τρίτον, ότι αυτό δημιουργεί έναν πιο ασφαλή και δημοκρατικό κόσμο για όλους. Είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός δεν κάνει πλέον τίποτα από τα παραπάνω. Στην πραγματικότητα, πολλοί από τους υποστηρικτές του εγκαταλείπουν την άποψη ότι είναι ένα καλό σύστημα και υποστηρίζουν ότι είναι το μόνο εφικτό ή τουλάχιστον το μόνο εφικτό για μια πολύπλοκη κοινωνία όπως η δική μας. Αλλά πώς κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι υπάρχουσες οικονομικές δομές είναι και οι μόνες που θα είναι για πάντα βιώσιμες σε οποιοδήποτε μελλοντική τεχνολογική κοινωνία; Απόψεις σχετικά με το αναπόφευκτο του καπιταλισμού πρέπει να βασίζονται σε κάποιο είδος τεχνολογικού ντετερμινισμού. Για αυτό τον λόγο,
εάν ο σκοπός του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι να δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο κανένας να μην πιστεύει ότι μπορεί να υπάρχει κάποιο άλλο λειτουργικό οικονομικό σύστημα, τότε πρέπει να καταστείλει όχι μόνο οποιαδήποτε άλλη ιδέα ενός ευτυχισμένου μέλλοντος, αλλά και οποιοδήποτε ριζικά διαφορετικό τεχνολογικό μέλλον. Παρ’όλα αυτά, εδώ υπάρχει μία αντίφαση. Οι υποστηρικτές του καπιταλισμού φαίνεται να μην μπορούν να μας πείσουν ότι οι τεχνολογικές αλλαγές έχουν πάψει, αφού αυτό θα σήμαινε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι προοδευτικός. Όχι, θέλουν να μας πείσουν ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι συνεχόμενη, ότι όντως ζούμε σε μια εποχή θαυμαστή, αλλά τα θαύματα παίρνουν τη μορφή μέτριων βελτιώσεων (το τελευταίο iPhone!), φημών για επικείμενες εφευρέσεις (άκουσα ότι σύντομα θα βγάλουν ιπτάμενα αμάξια!), σύνθετων τρόπων να μπερδεύεται η πληροφορία με τη φαντασία, καθώς και ακόμα πιο πολύπλοκες φόρμες για τη συμπλήρωση αιτήσεων.

Δεν θέλω να υπονοήσω ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός (ή οποιοδήποτε άλλο σύστημα) μπορεί να είναι επιτυχημένος από αυτή την άποψη. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα της προσπάθειας να πείσεις τον κόσμο ότι προωθείς την τεχνολογική πρόοδο, ενώ στην πραγματικότητα την καθυστερείς. Οι ΗΠΑ, με τις παρακμάζουσες υποδομές, την παραίτηση μπροστά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και την εγκατάλειψη των επανδρωμένων διαστημικών αποστολών, την ίδια στιγμή που η Κίνα επιταχύνει τις δικές της, δεν τα πηγαίνει και τόσο καλά στον τομέα των δημοσίων σχέσεων. Δεύτερον, ο ρυθμός της αλλαγής δεν μπορεί να αναχαιτίζεται εσαεί. Επαναστατικές ανακαλύψεις θα συμβαίνουν πάντα. Οι άβολες ανακαλύψεις δεν μπορούν να κρύβονται για πάντα. Άλλα, λιγότερο γραφειοκρατικά μέρη του κόσμου ή τουλάχιστον με γραφειοκρατίες όχι τόσο εχθρικές στη δημιουργική σκέψη, σταδιακά αλλά σταθερά θα αποκτήσουν τους απαραίτητους πόρους για να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους. Το Ίντερνετ παρέχει όντως ευκαιρίες για συνεργασίες που μπορούν να σπάσουν τα φράγματα. Πότε θα έρθει η επανάσταση; Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ίσως η τρισδιάστατη εκτύπωση να κάνει αυτό που υποτίθεται ότι θα έκαναν τα εργοστάσια με ρομπότ. Ή ίσως να είναι κάτι άλλο. Αλλά σίγουρα θα συμβεί.

Για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε σίγουροι: ότι αυτό δεν θα συμβεί μέσα στο πλαίσιο του σύγχρονου εταιρικού καπιταλισμού ή οποιασδήποτε άλλης μορφής καπιταλισμού. Για να ξεκινήσουμε να εγκαθιστούμε θόλους στον Άρη, πόσο μάλλον για να αναπτύξουμε τα μέσα για να μάθουμε εάν υπάρχουν εξωγήινοι πολιτισμοί, πρέπει να συλλάβουμε ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα. Είναι άραγε υποχρεωτικό το σύστημα να πάρει τη μορφή μιας νέας μαζικής γραφειοκρατίας; Όχι, η αρχή μπορεί να γίνει μόνο με τη διάλυση των υφιστάμενων γραφειοκρατικών δομών. Αν θέλουμε να εφεύρουμε ρομπότ για να πλένουν τα ρούχα μας, τότε θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι αυτό που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό θα βασίζεται σε μια πολύ πιο ισότιμη κατανομή του πλούτου και της εξουσίας. Μόνο τότε η τεχνολογία θα μπορεί να καθορίζεται από τις ανθρώπινες ανάγκες. Αυτός είναι ο καλύτερος λόγος να απαλλαγούμε από το μακρύ χέρι των γιάπηδων και των διευθυνόντων συμβούλων, να απελευθερώσουμε τις φαντασιώσεις από τις οθόνες στις οποίες αυτοί οι άνθρωποι τις κρατούσαν φυλακισμένες και να αφήσουμε τη φαντασία μας να γίνει ξανά η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ιστορίας.


Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του δοκιμίου του D. Graeber, «Of flying cars and the declining rate of profit» (περ. The Baffler: http://goo.gl/RvbDN). Στο κείμενο έχει προστεθεί η εισαγωγή και ορισμένα στοιχεία σχετικά με την ελληνική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Στο κείμενο δεν γίνεται καμία αναφορά στην οικονομική κρίση, διότι είναι σημαντικό να παρουσιαστούν κάποια πράγματα πέρα από τον παραμορφωτικό πολλές φορές χαρακτήρα της. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ακόμα και σε οικονομικά περιβάλλοντα που δεν μαστίζονται από ύφεση και «κρίση», ο πραγματικός χαρακτήρας του καπιταλισμού είναι πολύ διαφορετικός από τον προοδευτικό και φιλέρευνο που θέλουν να μας παρουσιάσουν. – Κ.Μ.


Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Λαυρέντης Ανδρέου: Τα «παιδιά» είναι παιδιά


Τα «παιδιά» κάτω στις πίστες μιας shoot’em up κοινωνικής ερήμου κυνηγάνε τους μικροαστούς. Αυτού του είδους η επαναστατικότητα, μια μίξη υπερ-ατομικιστικού εφηβικού θυμού, λαχτάρας για το ζην επικινδύνως και αρχάριου νιτσεϊσμού για αριστούχους gamers, μπορεί να καταλήξει σε ένα σωρό επιλογές αισθητικής περιφοράς του εαυτού: ένα «παιδί» μπορεί να γίνει σκεϊτμπορντάς, γκραφιτάς, κυνικός και χιουμορίστας μπλαζέ-διανοούμενος, ερωτιάρης ανηθικολόγος των φοιτητικών καφενείων, υπαινικτικά σοφός ψευδο-καταθλιπτικός, dj για μουσικά προχωρημένους, ψυχεδελικό ρετρο-φρικιό, ποιητής-μιμητής των μπίτνικ σε περιοδικά που βγάζουν πάντα έως δύο τεύχη, μεταπτυχιακός φοιτητής πολιτισμικών σπουδών, backpacker-ταξιδιώτης στην Παταγονία και τον Γάγγη, διάκονος της εναλλακτικής ιατρικής, μόνιμα προσαχθείς μπακουνικός, πεισματικά αλληλέγγυος, μάγειρας συλλογικής κουζίνας, hacker ή troll, συλλέκτης αντιασφυξιογόνων μασκών και πορνογραφικών εγχειριδίων για το αντάρτικο δωματίου. Ο κατάλογος δεν έχει τέλος.


Όμως, αν η τύχη τα φέρει έτσι, κάποιο «παιδί» μπορεί να πάρει έναν δρόμο ακόμη πιο υπέρ-πραγματικό. Μπορεί να επιλέξει για ammunition, πραγματικά πυρά. Στο κουρμπέτι, μπορεί να αγοράσει κουμπούρια με ευρώ, με την ίδια ευκολία που παίρνει laser beams και δίνει hydrogen grenades στην άψογη εικονική ανταλλακτική οικονομία ενός game κατάκτησης του κόσμου. Μπορεί να εξυψώσει στο βάθρο της ανιστορικής του λατρείας  μορφές όπως η Ουλρίκε Μάινχοφ, και να δει τα λευκά κελιά ως μια καλή διέξοδο ηρωικής αυτοτιμωρίας. Αυτός ο υπερβολικός αισθητισμός μπορεί να πνίξει ένα «παιδί» αν δεν δράσει.

Σε αυτή την παραζάλη εφηβικού αισθητισμού, τα μέσα της ατομικής ικανοποίησης είναι σημαντικότερα από το σκοπό. Οι ηδονές της αδρεναλίνης: καμουφλάζ, πλαστές ταυτότητες, ανάμιξη με τον ποινικό υπόκοσμο, ληστείες τράπεζας, full face, καλάζνικοφ και Scorpion. Κι όλα τούτα με σκοπό την ηχηρή έκρηξη μιας κατσαρόλας πλάι σε ένα κατάστημα με εσώρουχα, στην Πατησίων, ή (ο κολοφώνας του σκοπού), σε ένα mall, όπου τριγυρνάνε «αλλοτριωμένα» πιτσιρίκια με απαλλοτριωμένο, από την κρίση, χαρτζιλίκι. Ασφαλώς, στο μεσοδιάστημα μπορούν να συμβούν ένα σωρό «ατυχήματα». Αν δεν δεις με τα μάτια σου ένα ρακοσυλλέκτη να σπαρταράει από θραύσματα χύτρας επαναστατικής ταχύτητας, αν δεν δεις μια έγκυο να καίγεται από τα φυτίλια που βάζεις στα θεμέλια του «κράτους», αν δεν δεις έναν οικοδόμο να κείται στο οδόστρωμα από την επαναστατική σου έφοδο εναντίον των «προβάτων του Κόμματος», δεν μπορείς ποτέ να είσαι βέβαιος. Μα, θα αντιτείνει «το παιδί», κλαψουρίζοντας, δεν το «θέλησα» αυτό. Εδώ είναι ο κόμπος: γιατί το «τι θέλει το παιδί», θα έπρεπε να είχε πάψει προ πολλού να είναι ο μοναδικός δείκτης του κόσμου του, ακόμη κι αν η σχεδόν ομόηχη φράση «ό,τι θέλει το παιδί», υπήρξε ενδεχομένως το σύμβολο του θιάσου ναρκίσσων, οι οποίοι το κανάκεψαν. Ανάμεσα στο τι θέλεις, το τι κάνεις και το ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της πράξης σου, μεσολαβεί ένας ολόκληρος, σαρκωμένος κόσμος από σκέψεις, ιδέες, μάζες, τάξεις, ιδεολογίες, εμπόδια, στόχους, ανθρώπους, ζωές, θανάτους, ιστορίες και Ιστορία, αγώνες και συμβιβασμούς, στρατηγήματα και ματαιωμένα πλάνα. Μεσολαβούν οι συναρπαστικές και δραματικές εκείνες αντιφάσεις που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από μια αχόρταγη μωρουδιακή θέληση.

Η υπερ-πραγματικότητα της εφηβικής, επαναστατικής παιχνιδο-βίας, συναντάται μοιραία και συγκρούεται με την πολυσχιδή, υλικότατη βία του κράτους. Ο άνδρας της αντι-τρομοκρατικής, αυτό το παραφουσκωμένο τέρας με την πολεμική εξάρτυση, που βαδίζει σαν καβούρι με τρίκιλα βαράκια στις δαγκάνες του, μοιάζει πράγματι με Robocop (ως εδώ καλά, κάποια ψήγματα κινηματογραφικής υπερ-πραγματικότητας δικαιώνουν την αισθητικότητα της διαμάχης), αλλά αν ανοίξει το στόμα του –τι έκπληξη!– ξεστομίζει κάποιες αυθεντικά επαρχιώτικες βρισιές, μερικά ακατανόητα βελβεντοειδή μπινελίκια, που δεν μοιάζουν καθόλου με τη μεταλλική φωνή ενός terminator. Ο ίδιος τύπος –ή οι συνάδελφοί του– διψούν να δίνουν σφαλιάρες και γουστάρουν «ξύλο», γενικώς. Αυτοί οι επαγγελματίες ρέκτες της κλωτσοπατινάδας μπουζουριάζουν το «παιδί» στο άψε-σβήσε, το καθίζουν σε μια καρέκλα δεμένο πισθάγκωνα με χειροπέδες και το κάνουν μαύρο στο ξύλο. Έπειτα, φέρνουν το «παιδί» ενώπιον της Δικαστικής Αρχής. Ούτε λόγος για δικαστή-Dredd, εδώ. Ένας τυπικός ανακριτής που έχει βαρεθεί να προσάγουν ενώπιόν του κατακάθια του κοινωνικού χάους: τσιγγάνους χασισοποπωλητές, χουλιγκάνους, μαχαιροβγάλτες της νύχτας, επιχειρηματίες που χρωστάνε ΦΠΑ. Κι ένας εισαγγελέας που, έχοντας απόσχει από τα καθήκοντά του για μήνες, «αγωνιζόμενος» για το κόψιμο του μισθού του, ασκεί ποινικές διώξεις, επιλέγοντας ανάμεσα σε εκατοντάδες διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας (η αίσθηση ότι πατάσσει τρομοκράτες είναι τουλάχιστον μια κάποια αναπλήρωση για το κομμένο τμήμα του μισθού του). Ανακριτής και εισαγγελέας δεν δίνουν πάντως δεκάρα για την αισθητική ηρωολατρεία του επαναστάτη, που το «παιδί» θέλει να πλάσει για τον εαυτό του. Για εκείνους είναι ένας ακόμη επικίνδυνος κωλοπαιδαράς, την ίδια ώρα που το «παιδί» (αυτό κι αν δείχνει δύναμη θέλησης κόντρα στην πραγματικότητα!) τους αντιμετωπίζει σαν να ήταν στρατοδίκες του εμφυλίου. Από τις πλαστικοποιημένες ταυτότητες με τις οποίες νοίκιασε τη γιάφκα, το «παιδί» κατασκευάζει τώρα την υπέρτατη πλαστή ταυτότητα: «αιχμάλωτος πολέμου».

Πρέπει να είμαστε δίκαιοι, ωστόσο, απέναντι στα αναπάντεχα δράματα. Μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στα «παιδιά» και κάποιο, ας το πούμε, «ιερό παιδί», που έχει βιώσει την αληθινά τραυματική εμπειρία του βίαιου, φονικού, αληθινού θανάτου στο πρόσωπο ενός φίλου, ενός συντρόφου. Είναι πιθανόν η ίδια εμπειρία να οδηγεί, ετούτο το «ιερό παιδί», στην ανάληψη της ενεργητικής, βίαιης αντίδρασης εναντίον ενός «γενικού» θύτη (ένα άσκεπτο όλον, στο οποίο τα πάντα είναι στόχοι ξέφρενου μίσους –μα ποιος μπορεί να κάνει, εδώ, σκληρές νουθεσίες;). Είναι πιθανόν, το τραύμα να επουλώνεται με την ανάληψη μιας ταυτότητας εκδικητή. Είναι επίσης πιθανόν το τραύμα να αποτελεί μια μοιραία αφορμή για την κατασκευή μιας ταυτότητας τοτεμικού, συμβολικού συν-ήρωα του αθάνατου νεκρού. Τα υπόλοιπα «παιδιά», ενδεχομένως, προσφέρουν σε τούτο το «ιερό παιδί» τον σεβασμό και την τιμητική θέση που επιφυλάσσει κανείς σε έναν βετεράνο ή σε έναν σπάνιο μάρτυρα μιας κομβικής ιστορικής στιγμής. Κι όλοι μαζί, χτίζουν την οδυνηρή καρικατούρα μιας συλλογικής, αγωνιστικής φαντασίωσης με τιμητικά σεβάσματα (δίχως πολιτική, δίχως μάζες, δίχως αγώνες, δίχως «προδοτικές» ψυχραιμίες, θεωρίες και διαλεκτικές), που θερμαίνεται και φουντώνει στη μακάρια ζεστασιά των κλειστών κύκλων, των συνωμοτικών κωδίκων και –γιατί όχι;– στη διαβρωτική δράση κρατικών παραγόντων που μπορούν να κινούνται άνετα από περιθωριακού σκορποχωρίου εις περιθωριακόν σκορποχώριον.

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, την ίδια ακριβώς στιγμή που ο χωροφύλακας, που περιμένει να παρασημοφορηθεί για τη σύλληψη του «παιδιού»-τρομοκράτη, το γλεντάει με κάμποσα βασανιστήρια, ο Υπουργός, η Κυβέρνηση και οι επιτελικοί ατσίδες τους πανηγυρίζουν. Έχουν, βλέπεις, κι εκείνοι βούληση: μόνο που έχουν μάθει να σκέπτονται πριν δράσουν. Τα κατσαρολάκια του «παιδιού» τούς χαροποίησαν (αφορμή για βαρύγδουπες καταγγελίες κατά της κοινωνικής ανομίας), αλλά τα καλάζνικοφ (αυτά πια!) τους ενθουσίασαν (το δημοκρατικό κράτος, η μόνη διέξοδος ανάμεσα στα «άκρα» που ομνύουν στη βία). Τα κρυφοφασιστικά κτήνη της Δημόσιας Τάξης δημοσιεύουν αβασάνιστα φωτογραφίες βασανισμένων και κερδοσκοπούν πολιτικά με τη χαιρεκακία των νοικοκύρηδων, που, ενώ λίγο καιρό πριν στις πλατείες ήταν έτοιμοι να κάψουν το «μπουρδέλο τη Βουλή» (μαζί με «τα παιδιά»), τώρα μεταμορφώνονται σε υποστηρικτές της πιο αηδιαστικής κρατικής βαναυσότητας. Οι ίδιες οι φωτογραφίες, εντείνουν την υπεραπόλαυση ενός ιδιότυπου σαδισμού της κλειδαρότρυπας. Τα φώτοσοπ διεγείρουν ακόμη περισσότερο τη φαντασία, όπως ακριβώς ένα γυμνό σώμα είναι λιγότερο ερεθιστικό από ένα ημίγυμνο. Ο υπουργός μάς καλεί να απολαύσουμε τη βρώμικη δουλειά που έκαναν για χάρη μας τα μπόλικα «όργανά» του. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών δεν έγινε για να «φοβίσει» το «λαϊκό κίνημα», ώστε να αποσυρθεί από τις δικές του «μάχες», όπως κάποιοι, σχηματικά, υποστηρίζουν. Όχι, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα: η κυβερνητική νίκη, στο πεδίο αυτό, δεν έγκειται στην «τρομοκράτηση» ενός δυνάμει αντιπάλου που λουφάζει έναντι της φοβερής κρατικής βίας, αλλά, αντίθετα, έγκειται στην ανακίνηση ενός συναισθήματος ταύτισης με την κρατική βία, ενός συναισθήματος στο οποίο ο δέκτης της εικόνας απολαμβάνει πραγματικά, κρυφά ή φανερά, την αποφασιστική επάνοδο του «Νόμου και της Τάξης» και φαντασιώνεται τον εαυτό του να κρατά ο ίδιος τη ρομφαία που θα ξεκληρίσει από την «κοινωνία μας» ληστές, κωλόπαιδα, λαμόγια και «κλέφτες». Εν τω μεταξύ, υπάρχουν εκεί έξω κάμποσοι απεργοί (μικροαστικοποιημένοι δειλοί, το δίχως άλλο) υπό επιστράτευση, έτοιμοι να δοκιμάσουν τα αποτελέσματα της έκρηξης ευνομίας που πυροδότησαν τα εκρηκτικά των «παιδιών». Ε, και; Μα τι μπορεί να νοιάζουν όλα αυτά ένα «παιδί»; Όλοι αυτοί, το κράτος, οι Υπουργοί, οι αλλοτριωμένοι υπήκοοι και τα εργαζόμενα ερίφια δεν είναι τίποτε άλλο από παρενθέσεις στο αφήγημα του φαντασιωτικού αυτό-ηρωισμού. Fiat ars et pereat mundus.

Οι φθηνοί θιασώτες της «δημοκρατικής νομιμότητας» και οι κήνσορες, που ψάλλουν καταδίκες της βίας «από όπου κι αν προέρχεται», δεν αξίζουν εδώ ιδιαίτερης κριτικής προσοχής. Ούτε και οι «σύντροφοι» του παιδιού, στους κλειστούς, ανακυκλούμενους κύκλους του πολιτικού τους περιθωρίου. Η περίπτωση των υπερασπιστών του «παιδιού» αντίθετα, είναι πιο ενδιαφέρουσα, πιο προκλητική, πιο περίπλοκη. Τι ακριβώς βλέπουν εκείνοι στο παιδί; Τι υπερασπίζονται στο πρόσωπό του; Μιλούν κι αυτοί «πολιτικά», δηλαδή αμφίσημα, παράξενα, όχι και πολύ ντόμπρα. Βρίσκουν άραγε στη δράση του «παιδιού» μια κάποια, έστω αμυδρή, πολιτική συγγένεια με τους δικούς τους απώτατους (απώτατοι γι’ αυτούς όσο το άπειρον, εξ ου και μεσολαβούν ως εκεί κάμποσες κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας ή προοδευτικής ανασυγκρότησης του τόπου) οραματικούς στόχους; Διαφωνούν με τα μέσα που χρησιμοποιεί, αναγνωρίζοντας, άραγε, στον σκοπό του έναν ευγενικό πολιτικό στόχο (η κατάργηση του κράτους, της ατομικής ιδιοκτησίας, μια κοινωνία ελευθερίας κι αλληλεγγύης); Άβυσσος οι υπεκφυγές ενός αλληλέγγυου βουλευτή αριστερο-ανανεωτικού κοινοβουλευτικού κόμματος... (ο Κέυνς, τι θα ’λεγε, άραγε, ο Κέυνς για όλα αυτά;)

Κάποιοι υπερασπίζονται το «παιδί», επειδή στο πρόσωπό του βλέπουν το πιθανό παιδί τους (μια τόσο γνώριμη κοινοτοπία…). Συμπονούν την παραστρατημένη αλλά αγνή στις προθέσεις της μετα-εφηβεία. Βομβαρδίζουν το ακροατήριό τους με ατάκες κοινωνιολογίζοντος μελό,  όπως, «η κοινωνία που δεν δίνει διέξοδο και στόχους», «η ελπίδα που έκλεψαν από τα παιδιά μας» και τα ρέστα. Πρόκειται για την άθλια «λογοτεχνία» που μας κληροδότησε η «εξέγερση» του 2008, γεμάτη παιδικής κοπής κενολογίες περί «ονείρων που συντρίβονται». Επιστρέφουμε όμως στους γονείς που κομπάζουν για τον αμείλικτο προοδευτισμό τους: υπήρξαν κάποτε στα νιάτα τους επαναστάτες, ρόκερς, αντισυστημικοί. Δεν εγκατέλειψαν ποτέ αυτό το ωραίο αίσθημα εσωτερικής ελευθερίας και αντισυστημισμού (βαθιά μέσα τους!). Μόνο που γι’ αυτούς, ένα παιδί (το παιδί τους), ήταν με κάποιο τρόπο, μέρος του συστήματος που ήθελαν (ως νάρκισσοι κι αυτοί) να υπερβούν, για χάρη μιας πληρέστερης ατομικής τους ελευθερίας (πιο φιλελεύθερης κι από το φιλελευθερισμό ενός χρηματιστή της Wall Street). Ήταν το τέκνο, το παιδί στην κούνια, η υποχρέωση της ανατροφής, η σιχαμερή ανάληψη του ρόλου του Πατέρα. Πόσο μικροαστικά όλα τούτα, πόσο ξεπερασμένα, πόσο θλιβερά εμπόδια στη ζωή ενός πρώην ρόκερ, ενός «υπαρξιστή» της γενιάς του εξήντα! Αυτοί οι πάντοτε κατανοητικοί ψευδο-ψυχολόγοι τιμούν πάντως τα νιάτα τους: σε κάθε περίπτωση, δεν θα αντιμετώπιζαν το «παιδί» με την ίδια κοινωνιολογική συμπόνια («φταίει η συντριβή των νεανικών ονείρων»), αν ήταν ένα κρετίνικο χουλιγκανικό φασιστάκι, που λήστευε ένα προπατζίδικο με στόχο να αγοράσει μαχαίρια για να καθαρίσει έναν μετανάστη. Η αγνότητα των διακηρυγμένων στόχων του «παιδιού» (η σάπια κοινωνία πρέπει να αντικατασταθεί από την κοινωνία μιας άπειρης αλληλεγγύης, ποιος διαφωνεί;) προσφέρει ένα κάποιο άλλοθι για να υψωθεί κανείς στο βάθρο του συμπαθητικού παιδιού-θύματος. Οι ίδιοι συμπονετικοί ψευδο-ψυχολόγοι πιστεύουν στα νιάτα τους, πιστεύουν στα παιδιά, πιστεύουν στην ίδια τη νεανική ορμή «που οφείλει να αλλάξει τα πάντα» και «να ανατρέψει» ακόμη κι εκείνους τους ίδιους, τους έστω συμπονετικούς «γέρους με τις αμαρτίες τους» (πόσο μεγαλόψυχη αυτοθυσία!). Πλάι στους γονεϊκούς ψευδο-ψυχολόγους, οι «πραγματικοί» ψυχολόγοι: εκείνοι που δεν χάνουν ευκαιρία να εγκληματολογούν με ψύχραιμη κατανόηση για το «φαινόμενο», κι ακόμα περισσότερο, εκείνοι που λατρεύουν να ερμηνεύουν την κρίση, σαν να ήταν μια μανιοκαταθλιπτική στιγμή εθνικής κλιμακτηρίου. Άδικο έχουν όλοι αυτοί; Μήπως η εργατική τάξη δεν έχει πεθάνει; Μήπως η πολιτική δεν είναι η κακή ρουφήχτρα του ρομαντισμού; Μήπως δεν είναι κακό να είσαι, στην ψυχή και στα λόγια, «μαντρωμένος Κνίτης» –τουλάχιστον από τη δεκαετία του εβδομήντα κι έπειτα; Εκείνοι τουλάχιστον είναι πεισμένοι γι’ αυτό, καθότι αείποτε εχθροί πάσης φύσεως δογματισμών (δεν πιστεύουν στους παιδεμούς: στους άχαρους παιδεμούς της οργανωτικής πειθαρχίας, στους μονόχνοτους παιδεμούς της βασανιστικής σκέψης, στους αντιερωτικούς παιδεμούς των αυτοσυγκρατήσεων, στον παιδεμό της εμπλοκής με «καθυστερημένες» μάζες, στον παιδεμό της πολιτικής αντίληψης και πράξης). Και αυτή η σοφή, αντιδογματική επιλογή είναι που τους έκανε να είναι πάντοτε προοδευτικοί, όντας καλοπιασμένοι επαγγελματίες, ώριμοι ψηφοφόροι ενός υπουργού δικαιοσύνης που «ανατριχιάζει» στην εικόνα των βασανισμένων «παιδιών».

Το «παιδί» είναι, λοιπόν, μέσα στην απέραντη ατυχία του, έστω και λίγο τυχερό που επέλεξε μια κάπως ευγενική ιδεολογική επένδυση («αναρχία και ζωή κάτω όλοι οι στρατοί») για να επικαλύψει τον ολοκληρωτικά απολίτικο, παιδικό, βίαιο ναρκισσισμό του. Αν είχε μεγαλώσει σε κάποια άλλη γειτονιά, αν κάποιοι εξαθλιωμένοι έχεζαν στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας του και του έκλεβαν το κινητό του, αν πήγαινε σε υποβαθμισμένο δημόσιο σχολείο και έκανε διαγωνισμό κοφτερής φαλτσέτας και ομαδικού αυνανισμού με αεκτζήδες, Αλβανάκια, Χρυσαυγίτες και Ρωσοπόντιους, είναι πιθανό να κατασκεύαζε τον βολικό, για την περίπτωσή του, μέγα-εχθρό (τον μετανάστη) και να γινόταν ένα πρώτης τάξεως άθλιο φασιστάκι, με τα γήπεδά του και με το παπάκι του σε άγρα αντίπαλης συμμορίας ή σκουρόχρωμου μικροπωλητή. Αλλά το «παιδί» είχε την τύχη (ή την ατυχία) να πλήττει σε σαββατιάτικες εξόδους στα goody’s σε κάποια δασωμένα προάστια (εκεί μπορείς δυσκολότερα να κατασκευάσεις μελαψούς αρχι-εχθρούς, για να ξεβράσεις πάνω τους τον βίαιο εφηβικό ναρκισσισμό σου, μεταξύ άλλων, και επειδή τέτοια μελαψά όντα κυκλοφορούν ελάχιστα ανάμεσά σου). Ταυτόχρονα, το «παιδί», διδασκόμενο λογοτεχνία για το international baccalaureat στο ιδιωτικό του σχολείο, κάτι άκουσε περί Κάφκα. Είχε την τύχη να επιλέγει, από τα δεκατέσσερά του, τρίμηνες διακοπές σε κάποιο εναλλακτικό νησί, υποδυόμενο τον πένητα, για να ρίξει τις ρασταφάρι γκόμενες της παρέας (την ίδια ώρα, μια μεσήλικη μικροαστή λουόμενη, σε ένα θέρετρο γεμάτο αυθαίρετα και ταράτσες με πανωσηκώματα, βουρκώνει με τις περιπέτειες του ματαιωμένου ερωτισμού μιας «μαμάς βορείων προαστίων»). Ζήτημα τύχης, ή ζήτημα ταξικής τύχης, μικρή σημασία έχει.

Κάποιοι, τέλος, υπερασπίζονται, με την ιδιότητα του ιεροφάντη των δικαιωμάτων, το «παιδί», γιατί βλέπουν στο παραμορφωμένο πρόσωπό του την εκδικητική μανία της κρατικής βαρβαρότητας και της απαράλλακτης ιερότητας του προσώπου του κατηγορουμένου. Ως εδώ καλά. Είναι όμως δύσκολο να πεις αν είναι από ακραιφνή δημοκρατική ευαισθησία που καταγγέλλουν την κρατική καταστολή που υφίσταται το «παιδί». Αν ήταν συνεπείς, θα έπρεπε να βρίσκονται σε επιφυλακή, ώστε να καταγγέλλουν εξίσου την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και τη βάναυση μεταχείριση ενός βιαστή, ενός αστυνομικού δολοφόνου δεκαεξάχρονου παιδιού, ενός παιδεραστή, ενός ρατσιστή, ενός μεγαλοαστού απατεώνα-οικονομικού εγκληματία. Μα, οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι ακριβώς πιστοί στην υπεράσπιση των διαφωτιστικών αρχών του Beccaria, γιατί δεν ενοχλούνται από πιθανά λιντσαρίσματα τέτοιων αποβρασμάτων (και ευτυχώς, είναι η αλήθεια, η Αστυνομία, όντας κομμάτι πιο φιλική απέναντι σε τέτοια υποκείμενα τους απαλλάσσει από τη δύσκολη θέση). Θα μπορούσαν, λοιπόν, να πουν, εξίσου καλά, και να γίνουν κατανοητοί, αυτό που πράγματι θέλουν να αναφωνήσουν, αυτό επί του οποίου, σε μεγάλο βαθμό, έχουν πράγματι χτίσει, την ελευθεριακή κι ελευθεριάζουσα (πασπαλισμένη με αστική, «δικαιωματική» παραφιλολογία), ακτιβίστικη ταυτότητά τους: «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, το όριο και ο ορίζοντας της πολιτικής τους αντίληψης∙ μα κανένας δεν μπορεί να τους κακίσει επειδή επιλέγουν να αναμετρηθούν με τον κόσμο, την πολιτική και τον εαυτό τους (κι εδώ η παιδικότητά τους συναντά τα ίδια τα «παιδιά», σε μια παραζάλη νεάζουσας αφέλειας), στοχεύοντας σε ένα απλούστατο, προσδιορισμένο, χειροπιαστό, εμφανές κι εμπρόσωπο «κακό».

Και οι καλλιτέχνες; Οι σκηνοθέτες; Οι λογοτέχνες; Μήπως δεν είναι το «παιδί» ένας πρώτης τάξης πρωταγωνιστής δράματος, ένας χαρακτηριστικά ελκυστικός οργίλος μπόμπιρας με ωραία, κακιωμένη όψη της κοπής ενός Χωκ Φιν, ενός Ρεμπώ, ενός natural born killer, ενός κλεφτρονιού που έχει δεχτεί τα τετρακόσια χτυπήματα της εποχής του; Ω, σενάρια, ω, Κάννες!

Οι προοδευτικές μαμάδες, οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, οι ριζοσπάστες βουλευτές, οι καλλιτέχνες και οι αντιμπατσικοί ακτιβιστές καταλήγουν να συμπονούνε, όλοι τους, το «παιδί» κατόπιν εορτής. Γιατί η πρότερη, παραλυτική για τους ίδιους, διερώτηση περί του τι θέλεις, τι κάνεις και το ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της πράξης σου, είναι μια σύνθετη, αφόρητα πολιτική, αφόρητα ορθολογική διδαχή, κι εκείνοι δεν έχουν καμιά πρόθεση να εμπλακούν σε μικροαστικές, «εξουσιαστικές», «δασκαλίστικες» υποδείξεις.

Εν τέλει, το «παιδί», ό,τι κι αν υπερασπίζεται κανείς στο πρόσωπό του, αποτυγχάνει να αναγνωριστεί ως αυτό που θα ήθελε να βλέπουν οι άλλοι σε εκείνο: ως «πολιτικό αγωνιστή» και ως «κοινωνικό επαναστάτη», το «παιδί» το έχουν όλοι τους –φίλοι/υπερασπιστές και εχθροί/εκδικητές– εντελώς  χεσμένο.

Πολλά, πάρα πολλά μπορούν να ειπωθούν ακόμη. Ας πιστώσουμε τουλάχιστον κάτι στα «παιδιά»: η παιδικότητά τους, η μωρή άρνηση της πραγματικότητας από την οποία συντρίβονται, είναι τόσο φλογερά πεισματική, που τουλάχιστον για την ώρα εμμένουν σ’ αυτήν, βρίζοντας κι αφήνοντας σύξυλους τους υπερασπιστές τους, που άθελά τους νοθεύουν, με υποκριτικά και συμπονετικά ήξεις-αφήξεις, το μεγαλομανές αφήγημα της ηρωικής, «επαναστατικής» αυτοπυρπόλησής τους.

Ως εδώ, όμως. Ο καθένας ας συνεχίσει να κουρδίζει το δικό του πορτοκάλι. Τα «παιδιά» είναι πάντοτε παιδιά.


Περιοδικό λεύγα τ. 10 (Άνοιξη. 2013), σ. 42-46.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Βασίλης Κόκκοτας: Οι μιαρές ιερόδουλες της Βίλας «Αμαλία» και η έντεχνη καλλιέργεια των επιστρατευμένων φόβων


Πριν από λίγο καιρό, η διαπόμπευση και η άρση του ιατρικού απορρήτου των ιερόδουλων που βρέθηκαν θετικές στον ιό του AIDS καταπάτησε βάναυσα τα θεμελιώδη δικαιώματά τους. Ταυτόχρονα όμως φανέρωσε με τον πιο εμφατικό τρόπο τις τεχνικές διαπόμπευσης που μετέρχεται η επίσημη εξουσία για να καλλιεργήσει τον φόβο σε περιόδους γενικευμένης κρίσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, διαδραματίστηκε ένας μανιχαϊστικός και ηθικά συμβολοποιημένος αγώνας ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό»: φιλήσυχοι πολίτες εναντίον μολυσμένων εισβολέων. Οικογενειάρχες εναντίον της μιαρής λαθροπόρνης. Υγιείς αυτόχθονες εναντίον άρρωστων μεταναστών. Κάπως έτσι διεξάγεται προσχηματικά ο πόλεμος κατά των «μη κανονικών». Κάπως έτσι κατασκευάζεται ο επίσημος, κρατικός και εξουσιαστικός, λόγος κατά της «άτοπης και αχώρητης ύλης» σε συνθήκες κοινωνικοπολιτικής κρίσης, που τείνει πάντοτε να μετατραπεί –όπως λαμπρά μας έδειξε και ο Ρενέ Ζιράρ– σε τελετουργική και θυσιαστική. Σε αυτόν τον τελετουργικό πόλεμο, σε αυτήν την επίθεση που εξαπολύει η κεντρική εξουσία η οποία, για να εδραιώσει την κυριαρχία της και να προστατεύσει τη «χρήσιμη» ανθρωπομάζα, μετέρχεται –σύμφωνα και με τον Φουκώ – έναν βιολογικό και κοινωνικό ρατσισμό, η πυρά ανάβει μονάχα για το καταραμένο απόθεμα της ζωής που στερείται αξίας και χρήσης μέσα σ’ έναν κόσμο κανονικών και φιλήσυχων πολιτών. Η διαπόμπευση των αλλοδαπών ιεροδούλων, ακόμα κι αν γύρισε μπούμερανγκ πάνω στις αληθινές προθέσεις των κυβερνώντων, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι περισσότερες μολυσμένες πόρνες είχαν ελληνική καταγωγή, αποδεικνύει με τον πιο ωμό και κυνικό τρόπο ότι, σε περιόδους που απειλείται η συλλογική ταυτότητα και η κοινωνική συνοχή, το αρχέγονο και καλά δοκιμασμένο εργαστήριο παραγωγής και τυποποίησης μαγισσών –αν και «εποχικό»– επαναλειτουργεί και αξιοποιεί με ζήλο τα κρατικά κονδύλια που του χορηγούνται.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Στέφανος Βαμιεδάκης: Οι πενήντα αποχρώσεις του κέντρου


[από την έντυπη λεύγα 10 (Άνοιξη 2013), σ. 54-56]

Ζούμε σε συνθήκες πόλωσης, αναμφίβολα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η εποχή μας συνιστά μια τυπική κατάσταση μετάβασης, κατά την οποία το παλιό δεν έχει πεθάνει ακόμα και το νέο δεν έχει διαφανεί. Προς το παρόν, η πόλωση αυτή αποτυπώνεται πολιτικά με έναν παράδοξο, εκ πρώτης όψεως, τρόπο: στη Βουλή εκπροσωπείται ένα εθνικιστικό-ναζιστικό κόμμα, ένα προσωποπαγές «αγανακτισμένο» εθνικοπατριωτικό δεξιό κόμμα, ένα πρώην σοσιαλιστικό-πρώην σοσιαλδημοκρατικό-νυν και αεί κεντρώο κόμμα, ένα δεξιό-προς ακροδεξιό κόμμα του φιλελευθεροσυντηρητισμού, ένα δημοκρατικό κόμμα του πολιτισμού και τέλος δύο κόμματα της αριστεράς (ένα της δυτικοευρωπαϊκής κι ένα της ανατολικοευρωπαϊκής). Με λίγα λόγια, φουλ της δεξιάς με ολίγη κεντροαριστερά είναι το μείγμα που δίνει τον κοινοβουλευτικό τόνο. Σε επίπεδο κυβέρνησης, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το τρίο που την συναπαρτίζει αγγίζει την τελειότητα: λειτουργεί ταυτόχρονα ως κυβέρνηση (ΝΔ) και ως αντιπολίτευση (ΔΗΜΑΡ), αλλά και ως κυβερνοαντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ). Ο Χέγκελ σίγουρα θα ενθουσιαζόταν αν καλούνταν να στοχαστεί πάνω σε αυτό. Την ίδια τελειότητα διεκδικεί και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ), όχι με την ίδια πάντως επιτυχία: πλήθος τάσεων, αντιφατικές δηλώσεις, άνοιγμα στο κέντρο και τους νοικοκυραίους, ταυτόχρονη επίδειξη μετριοπάθειας και ριζοσπαστισμού.

Mark Catley Design


Αν δει κανείς την εικόνα με όρους ορχήστρας, η μόνη παραφωνία προέρχεται από τα όργανα του κέντρου, που παραδοσιακά καταλαμβάνουν ξύλινα πνευστά όπως κλαρινέτα, φαγκότα, φλάουτα, όμποε. Πρόκειται για τα πιο «ελαφρά», «γήινα», μετριοπαθή θα λέγαμε με πολιτικούς όρους, μεταξύ των πνευστών, γι’ αυτό άλλωστε και ο σοφός μουσικός τα τοποθετεί στο κέντρο από την κλασική εποχή. Αλλά ταυτόχρονα είναι και αυτά που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη σύγχυση στην περίπτωσή μας, φαλτσάροντας ασύστολα. Επειδή όμως ο μεγάλος μαέστρος είναι οπαδός της κλασικής συμφωνικής ορχήστρας και σιχαίνεται τους επικίνδυνους νεωτερισμούς, θέλει όσο τίποτε να αποκαταστήσει αυτή την παραφωνία.

Μετά τη ραγδαία συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ, φαινόμενο που κατά τον Βαρουφάκη έχει τις ρίζες του στον θάνατο του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού πολιτικού ρεύματος συνολικότερα (http://goo.gl/oN4Gs), στον χώρο του Κέντρου έχει αρχίσει να επικρατεί κοσμογονία, σύμφωνα με όσα μπορεί να πληροφορηθεί κανείς από τους επαγγελματίες της μικροπολιτικής βαρεμάρας: «Κεντροαριστερές ζυμώσεις» (http://goo.gl/8VlX6), «Κινητικότητα για νέο κόμμα με μετριοπαθείς» (http://goo.gl/Wfnp4) είναι μερικά από όσα αναγγέλλονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να καθησυχαστούν οι ανησυχούντες «μεσαίοι». Κινήσεις, πρωτοβουλίες και παρέες που συγκροτούν και στελεχώνουν ορφανά του σημιτικού εκσυγχρονισμού και του παπανδρεϊκού new age, δυσαρεστημένοι από τον βουλιμικό ναπολέοντα Βενιζέλο, παλιοί και νέοι μεταρρυθμιστές, πρώην μνημονιακοί υπουργοί που επιθυμούν τη ρήξη, τζημερικοί του κέντρου, «στελέχη» και «προσωπικότητες» του μεσαίου χώρου, της μετριοπάθειας και της προόδου, «γνωστοί-άγνωστοι» του πρόσφατου παρελθόντος και ταλιμπάν οραματιστές του μέλλοντος, σαλπίζουν τα χαρμόσυνα νέα: το νέο Κέντρο είναι εδώ, οσονούπω ενωμένο και δυνατό.

Η εικόνα θυμίζει σε ένα πρώτο επίπεδο παραδόσεις και διαδικασίες που συναντούσε κανείς στα αριστερά του ΚΚΕ. Ωστόσο, τυχόν αναλογίες είναι εμφανώς παραπλανητικές. Αν στην περίπτωση του εγχώριου αριστερισμού, κύριο τόνο δίνει το σύνδρομο του Ιζνογκούντ, η εγχώρια «εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά» προχωρά σε «ζυμώσεις» και χαρακτηρίζεται από «κινητικότητα» με άξονα άλλες στοχεύσεις. Ο φόβος του κενού, το ένστικτο επιβίωσης, η προοπτική της συστημικής εφεδρείας, το πλασάρισμα στις νέες πολιτικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν στο άμεσο μέλλον, όλα αυτά μπορεί κανείς να τα διακρίνει σε μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού που πλαισιώνει τα νέα μορφώματα που συναντά κανείς στον χάρτη της «εξωκοινοβουλευτικής κεντροαριστεράς». Κυρίως όμως είναι ένας άλλος φόβος. Η «θεωρία των άκρων» συνιστά την κύρια συγκολλητική ουσία του Κέντρου. Η «πρακτική των άκρων» (κοινωνικές συγκρούσεις, ρατσιστική βία, ένοπλο αντάρτικο κ.λπ.) ενορχηστρώνεται συστημικά και συγκροτεί πεδία κυβερνητικής πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα υπενθυμίζει την ανάγκη να αναζητηθεί το αντίβαρό της στο «θετικό»: μετριοπάθεια, μεταρρύθμιση, συνεργασία, όραμα, ανάπτυξη, προτάσεις. Το άγχος της επόμενης ημέρας είναι εμφανές, στον βαθμό που το πείραμα της «τρικομματικής» είναι πιθανόν να διαλυθεί με πάταγο ή να αρχίσει σταδιακά να αποψιλώνεται. Ο μαέστρος δεν κάνει δουλειά μόνο με κρουστά και έγχορδα, θέλει όλα τα όργανα μπροστά του. Τα πνευστά πρέπει να γυαλιστούν, να καλοκουρδιστούν και να ξαναπάρουν τη θέση τους στη μεγάλη ορχήστρα.

Μπροστά σε αντίστοιχες αγωνίες είχε βρεθεί μεταπολεμικά και ο τότε βενιζελογενής χώρος. Αναζητώντας ζωτικό χώρο για την ανασυγκρότησή του, επέλεξε να αντιπαρατεθεί με δύο «άκρα»: το ένα είχε αναφορά στον μεσοπολεμικό «Εθνικό Διχασμό» και οριοθετούσε το σύνορο με τη δεξιά, το άλλο υπήρξε φυσικά η εμφύλια σύγκρουση και συνιστούσε τη βασική διαχωριστική τομή με την αριστερά. Η ταλάντευση, ο κατακερματισμός και η πολυδιάσπαση των πολιτικών δυνάμεων που επιχείρησαν να διαμορφώσουν εκείνη την εποχή το «Κέντρο» δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της σχιζοειδούς αντιφατικότητας ενός τέτοιου εγχειρήματος, αλλά και του έντονα προσωποκεντρικού χαρακτήρα των κατά καιρούς πολιτικών σχηματισμών, αφού Γεώργιος Παπανδρέου και Σοφοκλής Βενιζέλος φιλοδοξούσαν να κατοχυρώσουν την ηγεμονία τους στον χώρο με συνεχείς συνεργασίες, διαμάχες και μετατοπίσεις.

Το γεγονός που δρομολόγησε οριστικά την ενοποίηση των δυνάμεων της «μετριοπάθειας» υπήρξε και πάλι ο φόβος για τα «άκρα», που σε κάποια φάση έλαβε σάρκα και οστά απειλώντας τις με οριστικό θάνατο: η συγκρότηση και παγίωση του Ελληνικού Συναγερμού στα 1951-1952 και, κυρίως, ο εκλογικός θρίαμβος της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958. Μετά το 1958, το μεταπολεμικό σύστημα εξουσίας, θορυβημένο μπροστά στο ενδεχόμενο της συνέχισης του εμφυλίου με άλλα μέσα (εκλογικός διπολισμός αριστεράς-δεξιάς) και της συναφούς κοινωνικής πόλωσης, βρήκε τη χρυσή ευκαιρία για την ανασυγκρότηση του εφεδρικού πολτού: η Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου αναδύθηκε ρωμαλέα από τον βάλτο, προς ανακούφιση των αστικών δυνάμεων, και δύο κεφάλια ξεπρόβαλλαν. Το ένα θα προβαλλόταν ως μετριοπαθής εκδοχή των εθνικοφρόνων νικητών του εμφυλίου, το άλλο θα καλούσε για «αντιδεξιά» συστράτευση και ενσωμάτωση μερίδας των ηττημένων. Τα κεφάλια ωστόσο κατέληγαν σε ένα λαιμό, και ο λόγος τους πήγαζε από ένα αντιφατικό και αμφίσημο πλήθος φωνητικών χορδών, που καθοδηγούνταν όμως από έναν «χαρισματικό» μαέστρο (τουλάχιστον μέχρι το 1965).

Η διάσταση του φόβου και της αγωνίας είναι εξίσου παρούσα και στη σημερινή συγκυρία. Ωστόσο, θα έπασχε έντονα κάθε περαιτέρω προσπάθεια να αναδειχθούν κρίσιμες και ουσιαστικές αναλογίες με το σήμερα. Το σύγχρονο Κέντρο βρίσκεται αντιμέτωπο με άλλου είδους προκλήσεις. Ενώ φιλοδοξεί να εκφράσει ένα σύγχρονο μεταρρυθμιστικό λόγο, η χαρτογράφηση των κινήσεων που το συναπαρτίζουν δίνει την αίσθηση ενός βρυκολακιασμένου παρελθόντος (μακρινού και σχετικά πρόσφατου). Ας δούμε μερικά παραδείγματα.

Η Κίνηση Πολιτών «Πολιτεία 2012» λ.χ. προέρχεται από μια κίνηση που είχε ιδρυθεί το 1996 με το όνομα «Πολιτεία» και σκοπό να υποστηριχθεί «το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα στην κοινωνία και στην πολιτική» (http://goo.gl/JqCBt). Πρόκειται δηλαδή για νεκρανάσταση σημιτικού πολιτικού μορφώματος, με ένα update στον τίτλο. Όσο για τις προτάσεις τους, κοινοτοπίες και γενικότητες, με λίγη από Βουλή των Εφήβων: συνιστούν «νηφαλιότητα και αυτοσυγκράτηση των πολιτικών κομμάτων, συνδικάτων, επαγγελματικών ενώσεων», προτείνουν μέτρα «εξυγίανσης» και «ανανέωσης» του πολιτικού προσωπικού, ζητούν την «εφαρμογή των αναγκαίων διαρθρωτικών μέτρων» για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και υποστηρίζουν την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας με ριζικές αλλαγές σε πρόσωπα και πολιτικές. Φυσικά απορρίπτουν όλα τα κακά πράγματα: τον λαϊκισμό, τη βία, την οπισθοδρόμηση.

Το Δίκτυο Π80 μας βυθίζει ακόμη περισσότερο στο πρόσφατο σοσιαλιστικό μας παρελθόν, αφού αποτελείται από στελέχη που «εντάχθηκαν ή συμμετείχαν ενεργά στις κομματικές, νεολαιίστικες ή άλλες οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980» (http://goo.gl/vreyY). Στην περίπτωση αυτή η ατζέντα είναι πιο ρητή, αφού στόχος είναι να συρθούν ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ και επισήμως στο νέο εγχείρημα «ανασύνθεσης» του χώρου. Σε επίπεδο αρχών, μια ταπεινή τριάδα είναι αρκετή: υπάρχει κενό «υπεύθυνης προοδευτικής αντιπολίτευσης» που πρέπει να καλυφθεί από τη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά, το σημείο αναφοράς πρέπει να παραμείνει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία για να τονιστεί ο διαχωρισμός με τον νεοφιλελεύθερο «μεταρρυθμισμό», ενώ, τέλος, ως αιτία του κακού που μας βρήκε υποδεικνύεται το άρρωστο πολιτικό σύστημα. Ζητούν λοιπόν την ανάδυση ενός νέου «δημιουργικού και τίμιου πολιτικού συστήματος» παρακαλώντας τους μπαμπάδες τους να πάρουν σύνταξη για να δουλέψουν αυτοί, η νέα γενιά, το μαγαζί: «Όσοι πρωταγωνίστησαν ή κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια, ας σεβαστούν τις ανάγκες της εποχής και ας αφήσουν τις νέες δυνάμεις να εκφραστούν» (http://goo.gl/7NswS). Ας ελπίσουμε ότι η συγκινητική παράκλησή τους θα βρει ευήκοα ώτα, αν και θα έπρεπε κανονικά να δυσπιστεί κανείς σε εκρήξεις εφηβικής επαναστατικότητας, όταν αυτές γίνονται στη μέση ηλικία.

Φορείς του «νέου», της «ανασύνθεσης», της «ανασυγκρότησης» κ.λπ. συναντά κανείς όμως και αλλού. Στην περίπτωση του «Κοινωνικού Συνδέσμου» λ.χ. το νέο όραμα που προβάλλεται είναι κάτι δυστυχώς παλιό: μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός. Εξίσου νέοι του παρελθόντος είναι και τα ηγετικά-ιδρυτικά μέλη: Γιώργος Φλωρίδης και Γιάννης Στουρνάρας. Στη διοίκηση της κίνησης μπορεί να δει κανείς, χωρίς να εκπλαγεί στο ελάχιστο, τα στρώματα που εκφράζονται μέσω του «Κοινωνικού Συνδέσμου»: επιχειρηματίες, στελέχη επιχειρήσεων, γιατροί, αρχιτέκτονες. Πιο συστηματικά όμως με όρους γενιάς συγκροτείται και εκφράζεται η κίνηση «Νέοι Μεταρρυθμιστές». Με πιο επιθετικό τρόπο, η κίνηση αυτή παρεμβαίνει σε θέματα παιδείας, οικονομίας, πολιτικής, ενώ παράλληλα φιλοδοξεί να έχει συμβολή στα τεκταινόμενα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και στον διάλογο για την κεντροαριστερά. Και στην περίπτωση αυτή, η μεταρρύθμιση, ο εκσυγχρονισμός, ο ευρωπαϊσμός, η επιχειρηματικότητα συνιστούν βασικές καταστατικές αρχές. Η συγκεκριμένη κίνηση εξάλλου διεκδικεί με αξιώσεις και το πρώτο βραβείο συνθηματολογίας με το μότο «Δημιουργική Ανατροπή. Αριστεία, Ρίσκο, Επιχειρηματικότητα» (http://goo.gl/xd2Mq), που πιθανότατα είναι εμπνευσμένο από την αδίκως παραγνωρισμένη «Σκέψη Διαμαντοπούλου».

Η νέα κεντροαριστερά λοιπόν είναι εδώ. Από παντού ακούγεται επίμονα και ιδεοληπτικά: Μεταρρύθμιση, Ανανέωση, Εκσυγχρονισμός, Ευρωπαϊσμός, Επιχειρηματικότητα, Καινοτομία. Από παντού καταδικάζεται το κακό, ταυτιζόμενο ερμητικά με το παρελθόν: όχι στον λαϊκισμό, τη βία, τις συντεχνίες, τα άκρα. Τα πρώτα εκφράζουν το μέλλον, τα δεύτερα ανήκουν οριστικά στο παρελθόν.

Φυσικά πρόκειται για πολιτικό λόγο κοινότοπο, χωρίς σοβαρή γείωση και τεκμηρίωση, έντονα ιδεοληπτικό και μανιχαϊστικό, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από ανακαίνιση κλασικών και τετριμμένων μοτίβων του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Ταυτόχρονα, οι εκφραστές του επιχειρούν να πλασαριστούν ως φορείς της ανανέωσης, με όρους τόσο ηλικίας όσο και ιδεών. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η αποθέωση της νεότητας, του φρέσκου κ.λπ. είναι συνήθως σύνδρομο της προχωρημένης ηλικίας. Από την άλλη, βέβαια, η σύγχρονη «εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά» βρίσκεται με τον τρόπο αυτό πλήρως συντονισμένη με τις ευρωπαϊκές της αναφορές: το 2012 είχε ανακηρυχθεί από την ΕΕ ως έτος Ενεργού Γήρανσης και Αλληλεγγύης μεταξύ των Γενεών.

Στην πραγματικότητα, οι πενήντα αποχρώσεις του σύγχρονου κέντρου υπενθυμίζουν και αναπαράγουν αυτό που θέλουν να γιατρέψουν: η έλλειψη ηγεμονικής δύναμης που θα καλύψει πολιτικά, ιδεολογικά και ως μηχανισμός τα μετριοπαθή μεσαία στρώματα, νέα και παλιά, θέτει σε κίνδυνο την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος, τη στιγμή μάλιστα που και η οικονομική επιβίωση μεγάλου μέρους των στρωμάτων αυτών καθίσταται όλο και πιο επισφαλής στην παρούσα οικονομική συγκυρία. Η σύγχρονη «εξωκοινοβουλευτική κεντροαριστερά» έχει βγει προς αναζήτηση του δικού της μαέστρου, που θα καταφέρει να ξανακουρδίσει τα όργανα, να τα βάψει με παστέλ, ευχάριστα στο μάτι, χρώματα, και να τα βάλει να παίξουν σε «νέους» ρυθμούς, ευρωπαϊκούς πάντα, για να χορέψει χαρούμενη η Ελλάδα της καινοτομίας, της υγιούς επιχειρηματικότητας, του οράματος, την ανάπτυξης, του αιώνια άταφου παρελθόντος.


[Αν σας άρεσε αυτό το άρθρο, μπορείτα να βρείτε το πιο πρόσφατο τεύχος της λεύγας στα βιβλιοπωλεία ή να κάνετε συνδρομή στο levga.gr

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Βλάσης Μισσός: Καπιταλισμός ιδεών


Ο καθαγιασμός των ιδεών μας στις κολυμπήθρες του νου απέχει σημαντικά από την πραγμάτωσή τους επί των χαρακωμάτων που στήνει η πραγματική Ιστορία. Το χάσμα που ορισμένοι υποπτευόμαστε ότι απαλείφουμε, πότε κάνοντας χρήση των αδρών γραμμών της θεωρίας και πότε των πραγματικών περιστατικών του ευρύτερου παρόντος, αποτελεί ψευδαίσθηση ή –αν θέλετε– ένα λογικό άλμα στο κενό. Αυτό κάθε άλλο βέβαια παρά ψεγάδι του χώρου των Ιδεών αποτελεί, αφού η ορθολογικότητα, που οι θεωρίες του καπιταλισμού (δεξιές και αριστερές) πρεσβεύουν ότι διέπει το ίδιο το κοινωνικο-οικονομικό πλέγμα των ανθρωπίνων σχέσεων, αποτελεί παράλληλα το όχημα νομιμοποίησης ή απονομιμοποίησής του. Η κατάρριψη του καπιταλισμού, δηλαδή η υπέρβαση μιας ολόκληρης εποχής υπό εξέλιξη, που σήμερα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τη διαρκή θέσμιση και ισχυροποίηση των αγοραίων αξιών, έχει παραμείνει μια έλλογη, απραγματοποίητη διεργασία. Από την άλλη μεριά, ο Καπιταλισμός υφίσταται στην πράξη και, ως τέτοιος, παράγει και την απαραίτητα έλλογη υποστηρικτική θεωρία. Κατά συνέπεια, το βάρος που είναι αναγκασμένοι να σηκώσουν στις πλάτες τους όλοι όσοι εναντιώνονται στις φρικτές και εκμεταλλευτικές του όψεις, είναι ισοδύναμο με την αντιστροφή της έως τώρα μακρόχρονης ιστορικής αιτιότητας –μια διαπίστωση που ανάγεται σε μια τόσο παλιά κουβέντα, όσο και οι πέτρες που πατούσε ο Αριστοτέλης.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Α. Φαρμάκης: Πολιτική σχολιασμού


Στο παρόν ιστολόγιο δεν είναι ευπρόσδεκτοι οι μοναρχοφασίστες, οι σταλινικοί, τα «άκρα», τα «γνωστά κέντρα», οι ρεφορμιστές, οι οπορτουνιστές, οι μπάχαλοι, οι μασκέ πασόκοι, οι δηλωμένοι πασόκοι (αν υπάρχουν ακόμη), και επιφυλάσσομαι κάθε νόμιμου δικαιώματος μου έναντι κάθε νέας απειλής και κάθε επόμενης αναλαμπής.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Βιβή Αντωνογιάννη: Ο κ. Ψ


Ο κ. Ψ σφράγισε ανήσυχος την πόρτα ασφαλείας του σπιτιού του, πατώντας με προτεταμένο χέρι από τη θέση του οδηγού το κόκκινο μπουτόν που είχε πάντοτε κρεμασμένο μαζί με τα κλειδιά του∙ τα κλειδιά για το σπίτι στα νότια προάστια, τα κλειδιά του στούντιο που είχε πρόσφατα αγοράσει στο κέντρο της πόλης, τα κλειδιά του εξοχικού στο Λαγονήσι, τα κλειδιά της Μυκόνου. Οι θύρες της έπαυλης έκλεισαν μαλακά πίσω του, ο φρουρός πήρε ξανά τη θέση του μπροστά τους, χαιρέτησε ευγενικά κι έχωσε ξανά τα χέρια του στις τσέπες∙ το κρύο εκείνου του Δεκέμβρη μούδιαζε όποιο μέρος του σώματος έμενε ακάλυπτο για πάνω από δέκα δευτερόλεπτα. Η μετακόμιση του κ. Ψ στα νότια της πρωτεύουσας ήταν μια από τις συνετότερες αποφάσεις των τελευταίων ετών, το κρύο στα βόρεια του προκαλούσε δερματίτιδες στα χέρια, στα χέρια που ο ίδιος φρόντιζε με τόση επιμέλεια χρυσοπληρώνοντας αισθητικούς, κοσμετολόγους, μανικιουρίστ. Η ευεργετική αύρα της θάλασσας που έμπαινε από το άνοιγμα του σαλονιού στην παραλία απομάκρυνε οριστικά τις αντιαισθητικές κοκκινίλες.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα