Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Χρήστος Τσάκας, Οι εκλογές, το κίνημα και η καυτή πατάτα της αντι-ηγεμονίας

Το έδαφος
Ας ξεκινήσουμε με μια κοινοτοπία: το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να ερμηνευτεί εάν δεν σταθμίσουμε τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και την Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτή η απλή παραδοχή ωστόσο, στην οποία θεωρητικά θα μπορούσε να συμφωνήσει «κάθε λογικός άνθρωπος», δεν φαίνεται να είναι και τόσο αυτονόητη. Κι αυτό γιατί είναι σαφές ότι η χρονική στιγμή κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές βρίσκεται εντός μιας περιόδου που μπορεί να ξεκίνησε δυο χρόνια πριν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να τερματίζεται άμεσα. Και όπως κάθε περίοδος που βιώνεται παροντικά είναι πολύ δύσκολο να αποτιμηθεί…

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Γιώργος Καράμπελας: Το δεύτερο στάδιο του νέου ελληνικού εμφυλίου (δεν άρχισε ακόμα)

Ας είμαστε σοβαροί: «νέος ελληνικός εμφύλιος» δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει πουθενά αλλού εκτός απ’ την οθόνη του μυαλού μας. Στην τρέχουσα φάση αναδιάρθρωσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, μετά από δεκαετίες εντατικής υλικής και διανοητικής προσαρμογής των κοινωνικών τάξεων του δυτικού κόσμου στο καλούπι (ή το «επιστημικό καθεστώς», αν προτιμά κανείς τη θεωρητική αργκό) του μεταμοντερνισμού, οι άνθρωποι και οι κόσμοι τους έχουν εγκλωβιστεί για τα καλά, φαίνεται, σε ένα χωροχρονικό κενό όπου τίποτα δεν συμβαίνει στ’ αλήθεια. Ελεύθεροι εσωτερικοί «εαυτοί» στέκουν ανήμποροι να αλλάξουν οτιδήποτε μέσα τους ή γύρω τους, την ώρα που οι περιβάλλοντες κόσμοι επιβάλλονται σαν μοίρα, με κανόνες αναπόδραστους, τους οποίους τηρούν υποχρεωτικά, εκόντες άκοντες, συνειδητά ή ασυνείδητα, οι ως ανωτέρω ελεύθεροι «εαυτοί». Τέτοια προκαθορισμένη αρμονία του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου δεν θα μπορούσε να σχεδιάσει ούτε ο ικανότερος φιλοσοφικός απολογητής του κλασικού απολυταρχισμού· και τέτοια άνευ έργων ή λόγων δικαίωση της «θείας χάριτος» και των εκλεκτών της ασφαλώς δεν θα ονειρευόταν ούτε ο ίδιος ο Καλβίνος. Γι’ αυτό, ό,τι μπορούμε ακόμα να παρατηρήσουμε και να αναλύσουμε δεν θα το δούμε να εκτυλίσσεται πουθενά στον «έξω κόσμο». Το μόνο που μας μένει είναι να το αναπαραστήσουμε στην οθόνη του μυαλού μας, καθώς αναφέραμε, ελπίζοντας ότι αυτή θα μπορέσει τουλάχιστον να φωτίσει την επικράτεια των κυρίαρχων αναπαραστάσεων καλύτερα απ’ ό,τι η οθόνη της τηλεόρασης, του υπολογιστή μας ή του smartphone μας.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Κώστας Σπαθαράκης: Η ταραγμένη θάλασσα των μικροαστών


Ο ιστορικός του μέλλοντος θα περιγράψει πιθανότατα το οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από τον Μάιο του 2010 ως μια εξωγενή προσπάθεια να συντριβούν δύο βασικές σταθερές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: πρώτον, η ραχοκοκαλιά της μικρής ιδιοκτησίας, των αυτοαπασχολούμενων, των μικροεπιχειρηματιών κ.λπ., μέσω του ανοίγματος των επαγγελμάτων, της φορολόγησης και της πίεσης στο γενικό διαθέσιμο εισόδημα· δεύτερον, ο μέσος και ο κατώτερος μισθός, μέσω της διάλυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, της περικοπής των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, της αύξησης της ανεργίας. Οι δύο αυτοί στρατηγικοί άξονες επενδύθηκαν με τον αντίστοιχο ιδεολογικό εξοπλισμό.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Κοντραπούντο: Απεργία σε κρίση


Στη στήλη Κοντραπούντο αυτού του τεύχους φιλοξενείται μια συζήτηση για την απεργία ως μορφή αγώνα σήμερα, με αφορμή ένα φιλικό e-mail που έλαβαν μέλη της ΣΟ του περιοδικού, αναφορικά με την πολύμηνη απεργία στη Χαλυβουργία Ελλάδος. Το σύντομο αυτό κείμενο, αν και δεν γράφτηκε για να δημοσιευτεί, ανοίγει τον διάλογο, και οι τοποθετήσεις που ακολουθούν το παίρνουν ως έναυσμά τους. Οι συντάκτες διατηρούν την ανωνυμία τους, καθώς η παρούσα στήλη, παρά το ενίοτε οξύ ύφος των αντιπαραθέσεων που φιλοξενεί, δεν υποθάλπει προσωπικές αντιπαλότητες ή συγκρίσεις.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Σοφία Μπέμπεζα: Καλλιτεχνική απεργία, Το έργον δεν έλαβεν τέλος


Τι είναι μια καλλιτεχνική απεργία; «Είναι ουσιώδες ότι η μειονότητα συνηγορεί στην αναγκαιότητα της μετάβασης σε μια ενεργό καλλιτεχνική απεργία, χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα της πολιτιστικής βιομηχανίας ώστε να τεθεί σε πλήρη αντίφαση με την ίδια. Πρόθεση δεν είναι να σταματήσει ο κανόνας της παραγωγής, αλλά να μεταβληθεί το πιο περιπετειώδες μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής, έτσι ώστε να παραχθούν επαναστατικές ιδέες, μορφές και τεχνικές». Το παραπάνω ζήτημα τέθηκε για πρώτη φορά το 1968 στο δοκίμιο του Alain Jouffroy Τι θα γίνει με την Τέχνη; Ήδη από την πρώτη αυτή αναφορά αντιλαμβάνεται κανείς ότι η καλλιτεχνική απεργία συνιστά έναν ιδιαίτερο τύπο απεργίας. Στη δεκαετία που ακολούθησε, ο Gustav Metzger, ο καλλιτέχνης που συνέταξε το μανιφέστο AutoDestructive Art (1960), κάλεσε τους συναδέλφους του να σταματήσουν την καλλιτεχνική παραγωγή για τρία χρόνια, από το 1977 μέχρι το 1980. Οι καλλιτέχνες κλήθηκαν να σταματήσουν να παράγουν έργα, να μην πωλούν και να μη δείχνουν τα έργα τους σε εκθέσεις. Σε αυτήν την απεργία δεν ανταποκρίθηκε κανείς...

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Βασίλης Κόκκοτας: Έγινε η απώλεια συνήθειά μας… (Η τερατωδία της υποκατάστασης και ο στυλάτος ρομαντισμός των Άλπεων)


Η διαχειριστική αθανασία
Υπάρχει ένα σατανικό σχέδιο: στην υψηλότερη κορυφή των Άλπεων, μέσα σε ένα γυμναστήριο-βιτρίνα μεταφυσικής επιχειρηματικότητας, διεξάγονται νέα πειράματα αθανασίας. Ο δρ. Φρανκεστάιν απέτυχε στο μεγαλεπήβολο έργο του, δημιουργώντας μια τερατώδη φύση, σύμβολο της ολέθριας τιμωρίας που περιμένει όσους διαπράττουν την ύβρη να υποδυθούν επιστημονικά τον ρόλο του Μεγάλου Δημιουργού. Αντί για το τέλειο, απέθαντο ον, ξεφύτρωσε μια εκτρωματική φυλή αποκρουστικών πλασμάτων. Οι σύνεδροι, ως επί το πλείστον υπέρλαμπροι νεοσσοί της βιομηχανικής επανάστασης, διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Κάποιοι απ’ αυτούς επινόησαν στιγμιαία την ύπαρξη κινητών τηλεφώνων και iPhones για να επισημάνουν τα λάθη του πειράματος στο επιτελείο τους. Υποκλινόμενοι στην ίδια τους την ευφυΐα, χαμογελώντας θλιμμένα για την απέραντη μοναξιά του φιλόδοξου πνεύματος που τους διακατέχει, έγραψαν τελικά μια βιαστική επιστολή και τη λέξη Doppelgänger ως επικεφαλίδα.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Μιχάλης Μεντίνης: Η πάλη των τάξεων... με τα κρεμμυδάκια


Τελετουργίες Μετάβασης
Σύμφωνα με τον Λεβι-Στρώς (Tο ωμό και το μαγειρεμένο), το αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό της μετατροπής ενός ωμού υλικού σε μαγειρεμένο φαγητό αποτελεί και μια μεταφορά για τη σχέση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές φυλές και πολιτισμούς οι τελετουργίες μετάβασης εμπεριέχουν σχεδόν πάντα ένα στοιχείο «μαγειρέματος»… με καπνό, με ατμό, με ζεστό νερό, με καυτές πέτρες. Το «μαγείρεμα» είναι μία διαδικασία μετάβασης από την ωμή βιολογία στον μαγειρεμένο πολιτισμό, και αν κάποιος τύχει να ξαναπέσει βαθιά μέσα τη βιολογία κινδυνεύοντας να «σαπίσει» λόγω της ακατέργαστης «ωμότητάς» του, ο εξαγνισμός για την επαναφορά στον πολιτισμό θέλει φωτιά… ή τουλάχιστον το κάπνισμα ενός θυμιατού.

Αν και οι δικές μας κοινωνίες έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τέτοιου είδους τελετουργίες μετάβασης, παρ’ όλα αυτά διατηρούν, τόσο στο επίπεδο της γλώσσας όσο και των γενικότερων πρακτικών, τη σημασία του «μαγειρέματος» ως την πράξη που σφραγίζει τη μετάβαση σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης. Ας θυμηθούμε τη φράση που θέλει τους νέους να πρέπει να «ψηθούν» για να αντέχουν, ή ας σκεφτούμε πως το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση κατά τη διάρκεια της εφηβείας γίνεται μέσα από ένα ιδιότυπο «ψήσιμο»… με τον καπνό του τσιγάρου, με το «κάψιμο» του κεφαλιού με ουσίες, με τη θερμότητα της ερωτικής πράξης… με Sex, Drugs and Rock ‘n’ Roll. Χωρίς ένα είδος «ψησίματος», λέει ο Χάρπουρ,[1] χωρίς μια ιερουργία μύησης στον πολιτισμό, χωρίς την τελετουργία μετάβασης από την ωμότητα και την ανωριμότητα της βιολογίας στη μαγειρεμένη ωριμότητα του πολιτισμού, κινδυνεύουμε να μείνουμε για πάντα ανώριμοι, σε σχέσεις εξάρτησης, εγωκεντρικοί και αβέβαιοι για το ποιοι είμαστε.

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα γινόμαστε κοινωνοί ενός μοναδικού φαινομένου τελετουργικής μετάβασης, βασισμένης στο ψήσιμο, στο μαγείρεμα. Πλήθος τηλεοπτικών εκπομπών μαγειρικής, ριάλιτι σόου με εκλεπτυσμένη, αισθητική κουζίνα (και για παιδιά!), καθώς και αμέτρητα περιοδικά και βιβλία συνταγών συνθέτουν την εικόνα αυτής της περίεργης τελετουργικής μετάβασης από την παραδοσιακή, ρεπερτοριακή και «ανώριμη» κουζίνα του ανατολίτικου συλλογικού εαυτού στην «ώριμη», βασισμένη στη φαντασία και τη γνώση εκλεπτυσμένη κουζίνα του αυτόνομου ατόμου της «πολιτισμένης» (καπιταλιστικής) Δύσης. Σε εμπειρικό επίπεδο, το πέρασμα αυτό είναι πλέον αρκετά εμφανές πάνω στο ελληνικό τραπέζι, το εορταστικό, το κοινωνικό όχι μόνο των μεγαλοαστικών στρωμάτων, αλλά και των μεσαίων στρωμάτων κυρίως των νεότερων γενεών. Την τελευταία δεκαετία και κάτι, το τραπέζι αυτό παρουσίασε μια σταδιακή μετάβαση από αυτό που θα ονομάζαμε παραδοσιακή ελληνική κουζίνα σε ένα είδους δυτικότροπης κουζίνας. Παρά το γεγονός ότι η καθημερινή διατροφή παρέμενε σε μεγάλο βαθμό παραδοσιακή (αν και με αρκετές δημιουργικές μικροπαρεμβάσεις), κουζίνα της Aνατολής δηλαδή, τα γεύματα με καλεσμένους είχαν αρχίσει να κυριαρχούνται από την αισθητική μαγειρική τεχνοτροπία της Δύσης. Οι ντοματοσαλάτες και οι μαρουλοσαλάτες έμοιαζαν πλέον βασανιστικά φολκλορικές και παραχωρούσαν τον μικρό αλλά κεντρικό επιτραπέζιο χώρο τους στον πιο φινετσάτο συνδυασμό «ρόκα-παρμεζάνα-προσούτο-λιαστές ντομάτες»… με βινεγκρέτ, ή τα πομπώδη side plates με ζυμαρικά. Τα σουτζουκάκια, τα ντολμαδάκια, τα ριγανάτα και τα συναφή υποσκελίστηκαν από το πιάτα fusion, ή τις ιδιότροπες μακαρονάδες. Οι σπανακόπιτες και τα τυροπιτάκια παραγκωνίζονταν από τα κις λοραίν, ενώ τα γλυκά του ταψιού με φύλο ή σιμιγδάλι, με σιρόπι μελιού και συχνά άρωμα κανέλας, αποδεικνύονταν ξεδιάντροπα μη ευρωπαϊκά, υπερβολικά επαρχιώτικα μπροστά στο νεοφερμένο και εντυπωσιακότερο τρικολόρε τσιζ-κέηκ.

Πάνω στο ελληνικό τραπέζι των τελευταίων χρόνων παίζεται άλλη μια σκηνή του ατέρμονου άλυτου μετεωρισμού ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση που χαρακτηρίζει και βασανίζει τον ελλαδικό χώρο από το Βυζάντιο και μετά. Πάνω στο ελληνικό τραπέζι παίζεται όμως και ένα ακόμη επεισόδιο της ταξικής πάλης, αφού επιχειρείται, μέσω του ψησίματος και της μετάβασης σε έναν πιο «πολιτισμένο» καπιταλιστικό χρονότοπο, μια τελετουργική μετάβαση από τη «βαρβαρότητα» του ταξικού ανταγωνισμού, στον πολιτισμό της συναίνεσης, της ταξικής ειρήνης και της επιχειρηματικότητας των ανώτερων, δημιουργικότερων, στρωμάτων.



Νεοφιλελεύθερη μαγειρική
Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε πριν μερικούς μήνες μια γνωστή ηθοποιός, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι «οι Έλληνες είμαστε αμόρφωτοι. Προσπαθούμε να το παίξουμε Ευρώπη, ενώ είμαστε Ανατολή».[2] Αυτή η αντίληψη, που δεν ανήκει αποκλειστικά στην ίδια αλλά σε μια ολόκληρη τάξη, ή καλύτερα σε έναν ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό προσανατολισμό, και τείνει, μέσω της υποστασιοποίησής της από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, να αναχθεί σε εθνική αυτοκριτική, επισκιάζοντας κάθε ταξική ανάλυση, έχει και μια πολυεπίπεδη διατροφική διάσταση – η «αμορφωσιά», συνδέεται με τη «βαρβαρότητα» της λαϊκής, προλεταριακής κουζίνας (όπως θα δούμε παρακάτω). Γνωρίζουμε από τον Νόρμπερτ Ελίας (Η εξέλιξη του πολιτισμού) πως οι διατροφικές συνήθειες είναι άρρηκτα δεμένες με μορφές ψυχισμού και σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Έτσι, στη δική μας περίπτωση, για παράδειγμα οι δυνατές γεύσεις σκόρδου και κρεμμυδιού που έχουν πολλά από τα παραδοσιακά φαγητά, η δυνατή μυρωδιά του σώματος και του ιδρώτα που αναδύεται μετά τη βρώση τους, όπως και ο συχνός ερευγμός ή τα αέρια που συνοδεύουν την κατανάλωσή τους, έχουν από καιρό καταστεί αντικείμενο αποστροφής και, μαζί με τις σχέσεις μεγαλύτερης εγγύτητας μεταξύ των σωμάτων που τις συνοδεύουν, συνδέονται με την έλλειψη πολιτισμού, τη βαρβαρότητα, το άξεστο και το αμόρφωτο των κατώτερων τάξεων… των μεταναστών!


Από την άλλη, η δυτικότροπη διατροφή δεν συνδέεται απλώς με έναν ψυχισμό περισσότερο αυτόνομο, αλλά διασταυρώνεται και με ένα ολόκληρο πλέγμα αποστειρωμένων σχέσεων μεταξύ ατομικοτήτων, και φυσικά με την ανάγκη για υγιές, ευέλικτο, και δυναμικό σώμα στις υπηρεσίες του κεφαλαίου. Έτσι, πάνω στα τηγάνια που τσιτσιρίζουν και στις κατσαρόλες που αχνίζουν στην TV, συντελείται κάτι περισσότερο από μια απλή μαγειρική διασκέδαση. Αυτό που συντελείται είναι μια ψυχαγωγία με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, ένας διατροφικός (και συνάμα ηθικοαισθητικός) εκπολιτισμός, μια μετάβαση, μεταξύ άλλων, από έναν ψυχισμό σε έναν άλλον, από έναν ελλιπώς ατομικοποιημένο, ανατολίτικο, «βάρβαρο» εαυτό (των κατωτέρων στρωμάτων), προς ένα πλήρως αυτόνομο, επιχειρηματικό, δημιουργικό και προτεσταντικού τύπου «εγώ» (των ανώτερων στρωμάτων). Αυτού του είδους η αγωγή επιβάλει πως, ακόμη και αν το φαγητό που ετοιμάζεται είναι παραδοσιακό, το άτομο θα πρέπει να το ξαναανακαλύψει, να το επανεφεύρει δημιουργικά – σπάζοντας τη σύνδεση της μαγειρικής πράξης με τη συνήθεια της παράδοσης.

Η άποψη της γνωστής ηθοποιού για τους Έλληνες δεν συναντάται απλώς με αφοριστικές διατυπώσεις, αλλά και με πιο διεισδυτικές και θεωρητικά θεμελιωμένες αναλύσεις, όπως αυτή του διανοούμενου του κράτους και της εξουσίας Στέλιου Ράμφου. Ο Ράμφος εντοπίζει και εκείνος την αιτία των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας στην κατάσταση του ελληνικού-ανατολίτικου ψυχισμού και της αδυναμίας του να αποσπαστεί από οικογενειακούς δεσμούς, να αυτοπροσδιοριστεί και να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, δημιουργική δράση και αυτοτέλεια.[3] Αν και ο Ράμφος δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στο φαγητό, η όλη προσέγγισή του με έμφαση στην παιδεία και την ανάγκη για δυτικοποίηση του ελληνικού ψυχισμού, στηρίζει και αναπαράγει το ιδεολογικό πλέγμα πάνω στο οποίο πατάει η απόρριψη της Ανατολής και η στροφή προς τη δημιουργική και αισθητική κουζίνα της «πολιτισμένης» Δύσης. Όλα αυτά ίσως να μην ήταν και τόσο προβληματικά αν ο Ράμφος, μέσα στην αλαζονεία που του προκαλεί η σχέση του με τα ανώτερα στρώματα και την εξουσία –ήταν προσωπικός σύμβουλος του πρωθυπουργού του Μνημονίου Γ. Παπανδρέου– δεν παρέβλεπε να διαπιστώσει, είτε από κακή ανάλυση είτε επειδή δεν τον ενδιαφέρει η ταξική ανάλυση, πως τέτοιου είδους ψυχικές διεργασίες και σχέσεις ήταν, πολλές φορές, και συνεχίζουν να είναι, ο μόνος τρόπος επιβίωσης για τους προλετάριους. Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι η επιστροφή στην ανατολική, παραδοσιακή κουζίνα είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρηθεί μία φτωχή μεν αλλά σταθερή οικιακή οικονομία μέσα στην κρίση – με μια κατσαρόλα φακές τρώει μία οικογένεια για μέρες. Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική διάσταση του θέματος «μαγειρική». Ας επιστρέψουμε σε αυτό που λέγαμε.

Η προσπάθεια πλήρους μετάβασης στον ψυχισμό και τον χρονότοπο της «πολιτισμένης», καπιταλιστικής Δύσης είναι εύκολα αναγνώσιμη τόσο στα ανάλογα ριάλιτι και τις εκπομπές μαγειρικής που κατακλύζουν την τηλεοπτική πραγματικότητα όσο και στις ταινίες σχετικού περιεχομένου που έχουν κυκλοφορήσει την τελευταία δεκαετία. Η Πολίτικη κουζίνα (2003, σκην. Τάσος Μπουλμέτης), για παράδειγμα, αν και εκφράζει τη νοσταλγία για μια ανατολικότητα που χάθηκε για πάντα, εκφράζει ταυτόχρονα μια σειρά από ανατολίτικα στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο… τα υπερφορτωμένα τραπέζια, τη λαίμαργη, πληθωρική κατανάλωση φαγητού, τον εαυτό που ετεροπροσδιορίζεται μέσα από τους σημαίνοντες άλλους, στην εν λόγω περίπτωση μέσα από το εκτεταμένο οικογενειακό δίκτυο κ.λπ. Μερικά χρόνια αργότερα, στο Επικίνδυνες μαγειρικές (2010, σκην. Βασίλης Τσελεμέγκος), αυτά τα ανατολίτικα χαρακτηριστικά, αν και πλέον αρκετά λειασμένα, βρίσκονται σε μια ανταγωνιστική σχέση με μια άλλη μορφή εαυτού, δημιουργικού και αυτόνομου, δυτικότροπου, με μία προτεσταντικού χαρακτήρα ακρίβεια και εργασιακή πειθαρχία.

Εξηγώ. Στην ταινία βλέπουμε ένα σεφ υψηλής κουζίνας με πολλά χρόνια σπουδών και εργασιακής
εμπειρίας στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι και στη Βαρκελώνη (δηλ. με δυτική παιδεία), τον Δαμοκλή Δήμου (Γιώργος Χωραφάς) και έναν ναυτικό μάγειρα, τον Δημήτρη Σαυρίδη (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης), οι οποίοι και οι δύο γνωρίζουν, ερωτεύονται και κοιμούνται, χωρίς να το ξέρουν, με την ίδια γυναίκα, τη Νανά (Κάτια Ζυγούλη). Αν και ο βαπορίσιος μάγειρας απέχει αρκετά από τον ανατολίτικο ψυχισμό που περιγράφεται στην Πολίτικη κουζίνα, παρ’ όλα αυτά, παραμένει ανατολίτικος. Σε αντίθεση με τον σεφ που παρουσιάζεται να έχει μόνο συνεργάτες και ερωμένη –ένα αυτόνομο άτομο απαλλαγμένο από οικογενειακούς δεσμούς, κεντρικό στοιχείο της ζωής του οποίου είναι η καριέρα του–, ο μάγειρας διατηρεί ακόμη, αν και σε περιορισμένη έκταση, στενούς οικογενειακούς δεσμούς (έχει μια αδερφή) αλλά και φίλους, και βλέπει τη δουλειά του περισσότερο ως ένα τρόπο να βιοπορίζεται παρά ως διαδικασία αυτοπραγμάτωσης και κοινωνικής καταξίωσης. Πρόκειται για δύο διαφορετικά είδη ψυχισμού που διαφέρουν φυσικά και ως προς τις μαγειρικές τους επιλογές, Στην εκλεπτυσμένη, δημιουργική, δυτικότροπη τεχνοτροπία του σεφ αντιπαραβάλλεται η πιο πραγματιστική, ρεπερτοριακή, ανατολίτικη προσέγγιση του μάγειρα.

Γκουρμέ συναίνεσηΠάνω σε αυτή την πολιτισμική διάσταση του φαγητού που προαναφέραμε, εγγράφεται και η ταξική διάσταση. Τα γκουρμέ εδέσματα του σεφ δεν εντάσσονται σε καμία παράδοση, δεν έχουν όνομα, –στην ταινία είναι η Νανά που τα δοκιμάζει και τους δίνει όνομα ανάλογα με το τι της θυμίζει η εμφάνισή τους ή η γεύση τους– και η προετοιμασία τους απαιτεί πολύ φαντασία και δημιουργικότητα, που στη συνέχεια μετατρέπονται σε πειθαρχημένη, εκλογικευμένη και προσεχτικά εκτελεσμένη ιερουργία. Ο σεφ, με άλλα λόγια, είναι εκπρόσωπος μιας διαφορετικής μορφής παραγωγής των υψηλότερων, επενδυτικών, επιχειρηματικών στρωμάτων, όπως και των επονομαζόμενων «δημιουργικών τάξεων» (creative class), ή της μισθωτής μπουρζουαζίας (Ζίζεκ). Από την άλλη, η τεχνοτροπία του μάγειρα, είναι περισσότερο ρεπερτοριακή, ακολουθεί ένα συνδυασμό μαθημένης συνήθειας και απρόσεχτης, ακαλλιέργητης έμπνευσης, που συχνά υπακούει τις επιθυμίες αυτών για τους οποίους προετοιμάζεται. Πρόκειται για τη μαγειρική των λαϊκών στρωμάτων, των προλετάριων, ο ψυχισμός των οποίων δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν συνάδει με την επιταγή για επιχειρηματικότητα.

Σε μια σκηνή της ταινίας, οι δύο άντρες περπατούν στο δρόμο και συνομιλούν για τη μαγειρική. Ο σεφ, παρομοιάζει τη μαγειρική του με μοριακή φυσική, για να πάρει την απάντηση από τον μάγειρα ότι αυτού του είδους η εκλογίκευση καταστρέφει τη μαγεία του τυχαίου. Επιπλέον, επιχειρηματολογεί ο μάγειρας: «δοκίμασε να ταΐσεις μοριακή φυσική κουνημένους μετά από δώδεκα μποφόρ και τα ξαναλέμε». Η απάντηση του σεφ είναι ενδεικτική τόσο της προσέγγισής του στη μαγειρική όσο και του τρόπου με τον οποίον βλέπει την εργατική τάξη: «δεν μπορεί το κριτήριο ενός σεφ να καθορίζεται από τα άγρια ένστικτα τριάντα βαρβάρων», απαντάει. Αυτό που είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο δεν είναι απλώς ότι ο μάγειρας ως περισσότερο ανατολίτης ετεροπροσδιορίζεται και συνδέει τη μαγειρική του με τις επιθυμίες και διαθέσεις αυτών για τους οποίους μαγειρεύει, ενώ ο σεφ, ως γνήσιο δυτικοποιημένο, αυτόνομο άτομο, αυτοπροσδιορίζει τα κριτήρια της μαγειρικής του. Αλλά, ότι αυτή η διαφοροποίηση παίρνει ένα καθαρά ταξικό χαρακτήρα. Οι ναυτικοί περιγράφονται ως «βάρβαροι με άγρια ένστικτα», βρίσκονται έξω από τον «πολιτισμό». Χρειάζονται λοιπόν μια τελετουργία ψησίματος, μια γευστική εκπαίδευση, ώστε να μεταβούν από την αγριότητα των ενστίκτων στον πολιτισμό… της συναινετικής επιχειρηματικότητας.

Εξηγώ και πάλι. Η ταινία κλείνει με τους δύο άνδρες να «συνεταιρίζονται». Η επιχειρηματικότητα προβάλει ως η λύση του προηγούμενου ανταγωνισμού τους – για τον οποίο ο μάγειρας (πειθαρχώντας) έχει πλέον μετανιώσει και θεωρεί μια ανόητη πράξη! Οι όροι της συνεργασίας αυτής δεν τίθενται όμως αμοιβαία αλλά ορίζονται από τον εκπρόσωπο του νέου είδους ψυχισμού και εκπρο
σώπου της νέας παραγωγικότητας. Το εστιατόριο που οι δύο άνδρες ανοίγουν δεν είναι μια ταβέρνα ή κάποιο σουβλατζίδικο, αλλά ένα ακριβό εστιατόριο υψηλής κουζίνας. Και ενώ ο σκηνοθέτης μάς δείχνει τον μάγειρα, την αδερφή του και το φίλο του να δουλεύουν μέσα σε καθεστώς απόλυτου πανικού στην κουζίνα την ημέρα των εγκαινίων, ο σεφ υπογράφει αντίτυπα του βιβλίου με συνταγές που μόλις έχει εκδώσει, και κάνει δημόσιες σχέσεις με τους ευκατάστατους καλεσμένους-πελάτες. Ο ταξικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο έφτασε στο τέλος του. Το πέρασμα από τη «βαρβαρότητα» της Ανατολής στον καπιταλιστικό «πολιτισμό» της Δύσης απαιτεί τον κατευνασμό του ταξικού ανταγωνισμού, την αποχαυνωτική συναίνεση με τους όρους των ελίτ. Όταν στην τελευταία σκηνή ο μάγειρας αστειεύεται με τον σεφ ότι εκείνος (ο μάγειρας) θα έπρεπε να είχε γράψει το βιβλίο, η απάντηση του σεφ δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρεξήγησης για τη μεταξύ τους σχέση: «μάθε να διαβάζεις πρώτα», του απαντάει, μια καθαρή αναφορά στο χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, άμεσα σχετιζόμενου με την ταξική του θέση. Αυτά, προς βρώση και συμμόρφωση.


1. Patrick Harpur, The Philosophers’ Secret Fire. Α History of the Imagination, Penguin, Λονδίνο 2002.

2. Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους, Συνέντευξη στο περιοδικό Εγώ, τχ. 9-15, Φεβρουάριος 2012, σ. 24-27.

3. Στέλιος Ράμφος, Το αδιανόητο τίποτα (Αρμός 2010) και Η λογική της παράνοιας (Αρμός 2011).


περ. λεύγα τ.7 (Καλοκαίρι 2012), 49-52

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Νίκος Τσιβίκης: Βυζάκια μέσα (Παράλιες σκέψεις πάνω στη μερική απόκρυψη του ανθρωπίνου σώματος)


Έχουν περάσει περισσότερα από 25 χρόνια από τότε που η Μελίνα Τανάγρη καλούσε και τις υπόλοιπες Ελληνίδες να βγάλουν τα βυζάκια τους έξω, στο ομώνυμο τραγούδι, για να αντιμετωπίσουν την πολιτική και κοινωνική κρίση των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του ’80. Σήμερα, και ενώ η κρίση είναι πιο πραγματική και πιο αισθητή για όλους, οι ελληνικές παραλίες μοιάζουν εντελώς διαφορετικές από τότε. Τα μονοπάτια μετατρέπονται σε εύκολους χωματόδρομους για τα τζιπάκια και οι χωματόδρομοι σε κανονικές ασφάλτους με πάρκινγκ. Τουαλέτες, ντουζιέρες και καντίνες εξυπηρετούν πλέον μερικά από τα πιο δυσπρόσιτα μέρη, και ομπρέλες διατίθενται ακόμη και για όσους δεν αντέχουν να τις βλέπουν. Κι όμως, μέσα σ’ αυτό το γαϊτανάκι της προόδου των εγκαταστάσεων για λουόμενους μια παλιά συνηθισμένη εικόνα σπανίζει σε βαθμό εξαφάνισης: τα ελεύθερα από την τυραννία του πάνω μέρους του μπικίνι βυζάκια, γυναικεία στήθη δηλαδή που να απολαμβάνουν ανεμπόδιστα τη ζεστασιά του ήλιου και την αγκαλιά της θάλασσας.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Αλέκος Λούντζης: Σάι-φάι. Στιγμιότυπο έβδομο: Σπόροι, ζεύγη, βδέλλες


Το συνταρακτικό γεγονός, τη στιγμή που γεννιέται, αλλάζει
περισσότερο την εικόνα για τη ζωή παρά τη ζωή την ίδια.

– Το φανταζόμουν πως θα σε βρω εδώ. Ποιος μαγειρεύει σήμερα στο 4ο και έχει τέτοια ουρά;
– Είναι η σειρά της Φλώρας. Οι μισοί έχουν έρθει για το φαΐ και οι «πιο μισοί» για την εικόνα.

Μειδίαμα κατανόησης.

– Τι έχει το μισομενού, λοιπόν;
– Πού να ξέρω, δεν είμαι απ’ αυτούς. Στην ταμπέλα πάντως γράφει «μεξικάνικο», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.
– Φασόλια, δηλαδή.
– Το πιθανότερο. Με πολύ κόκκινο πιπέρι.
– Μάλιστα… Άρα κανονικό μεξικάνικο, όχι μαλακίες.
– Κανονικότατο. Σπουδαίο πράγμα η ωραία γεύση στις μέρες μας, οι λέξεις όμως σπουδαιότερο.
Δυνατά γέλια. Οι ταλαντώσεις των σωμάτων χαλάνε τη στοίχιση της ουράς, αλλά με ένα μικρό σπρωξίδι και λίγα μπινελίκια εκατέρωθεν επανέρχεται η τάξις.
Άσε η εικόνα! Καμιά φορά δεν μετράει τι περιέχει το πιάτο σου αλλά ποιος σ’ το γεμίζει.
– Καίρια παρατήρηση. Να την επαναλάβεις και το βράδυ. Γι’ αυτό σε έψαχνα, υπάρχει πάλι φημολογία ότι διέρρευσε και αλλάζουμε εκτάκτως τοποθεσία. Οι «σπόροι» στις οχτώ, οι υπόλοιποι ελάτε κατά τις εννιάμιση. Είπαμε να αποφύγουμε οποιοδήποτε γραπτό μήνυμα. Το σεμινάριο θα γίνει στο υπόγειο…

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Κώστας Περούλης: Στο υπηρεσιακό


Και με τις μάλλινες κάλτσες πάγωνε. Tις ένιωθε σαν ξύλα. Καλύτερα, μήπως μαζεύονταν λιγότεροι. Μακάρι να ξανάβρεχε. Άμα βρέξει σώθηκαν. Κοίταξε πάνω στο σκοτάδι. Είχε ρίξει όλη νύχτα, έλεγε μέσα του σταμάτα ρε, σταμάτα. Άσε μας και τίποτα για αύριο. Κοίταξε κάτω όλη την Αιγαλέου. Ξαναχτύπησε στον Κώτσια.
Ο Κώτσιας βγήκε. Έμενε σ’ ένα προσφυγικό στο ισόγειο πάνω στη λεωφόρο. Κοίταξε τον ουρανό, έβαλε την κουκούλα του μπουφάν και το κασκόλ γύρω απ’ το στόμα και κλείδωσε. «Πάμε απ’ του Ποθάκου», είπε.

Στρίψανε και κάπως έκοψε το κρύο στην κάθετη. Παντού νέκρα. Ο Ποθάκος άνοιγε κανονικά στις εφτά με τους γέρους. Τώρα που ’χε βγει ο Μιχαλολιάκος είχε αραιώσει πολύς κόσμος γιατί το καφενείο ήτανε του Μελά. Κι αυτός που πήγαινε και ’πινε κάνα ουίσκι το απόγευμα το ’χε κόψει, γιατί θα πήγαινε ο θείος του να βρει τον Μιχαλολιάκο μήπως τον πάρουνε απ’ τα ΜΑΤ και τον κατεβάσουνε Πειραιά. Θα ’κανε βραδινές στην πολυκατοικία του στη Δεληγιώργη. Το καλύτερο πόστο. Βόμβα δεν του ξαναβάζανε οι Μανιάτες, τα βρήκανε, τον βγάλανε δήμαρχο, και οι γριές από τα διαμερίσματα κατεβάζανε αναψυκτικά και φαγητά γιατί τις φυλάγανε. Βέβαια με τον Μαντούβαλο τώρα ποτέ δεν ξέρεις. Δεν είπε τίποτα γιατί ο Κώτσιας, αν και είχε κατέβει απ’ τη Λαμία, λέγανε ότι ήτανε από τότε από το ντου στις φοιτητικές στο πανεπιστήμιο με τον Κατσαφάδο, που τα ’χε καλά με τον Μελά πριν να διαγραφεί. Τώρα είχε πλευρίσει την κόρη του Μιχαλολιάκου. Βγήκανε στη γωνία και γυρίσανε στην Αιτωλικού. Κοιτάξανε μέσα απ’ την τζαμόπορτα. Κλειστός ο Ποθάκος.

Περάσανε απέναντι και μπήκανε στον Καρακατσάνη. Ήταν η καινούργια στα ψωμιά. Βγήκε κι ο Καρακατσάνης από τους φούρνους. Αυτός ο άνθρωπος είχε περιουσία κι ακόμα ξύπναγε στις τέσσερις.
Η κοπέλα έσκυψε κάτω απ’ τον πάγκο και φάνηκε το σουτιέν της.
«Α ρε παιδιά. Τι φταίτε και σεις;», είπε ο Καρακατσάνης. Το ’παιζε προοδευτικός. Έδινε λεφτά για πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Τους έβαλε δυο φέτες ψωμί με λάδι και βγήκανε. Τους ξύρισε ο αέρας. Άρχισαν να κατεβαίνουν την Αιτωλικού σχεδόν τρέχοντας. Ψυχή δεν είχε. Ο Κώτσιας έπιανε το ψωμί με το πέτσινο και το ’τρωγε μέσα απ’ το κασκόλ. Κοίταζε τα ξενοίκιαστα μαγαζιά κι έτρωγε. Είχε πεθάνει όλη η Αιτωλικού, τα τυροπιτάδικα, τα κομμωτήρια. Περάσανε το φαρμακείο του Παυλογιάννη, την Παναγιά Οδηγήτρα. Είχε το εικόνισμα μέσα στην είσοδο, πάνω απ’ τη νοσοκόμα της ρεσεψιόν και έκανε τον σταυρό του. Φτάσανε στον Βασίλαινα. Παλιά είχε έρθει ο Τσώρτσιλ όταν ήτανε μπακάλικο. Μετά που το ξανανοίξανε με ανακαίνιση, σε στυλ Κολωνάκι, τα εγγόνια με κάτι χρηματοδότες, μαζευόντουσαν μαζί με τους Μανιάτες και άνθρωποι του Συνασπισμού. Τώρα οι Βασίλαινες τους είχαν διώξει, βάλανε δικηγόρο και τους δώσανε τα λεφτά τους πίσω. Σ’ όλο το δρόμο είχε σκουπίδια, είχανε χυθεί ένα μήνα τώρα απεργία στην άσφαλτο. Είχε κατεβάσει μπουλντόζες ο Ζαντίδης και τα ’χανε σπρώξει στα οικόπεδα, αλλά τώρα τα ξανάπαιρνε ο αέρας και τα νερά. Ούτε ζώα δεν είχε στα οικόπεδα. «Θα ’χει πάνω από δύο εκατομμύρια λέει σήμερα», είπε. Ο Κώτσιας δε μίλησε. Πήγαινε ίσια μπροστά με το μπουφάν. Είχε φάει. «Λες να ’χει δύο εκατομμύρια;» ξανάπε επίμονα και νευρίασε με τον εαυτό του. Στην Κερατέα βγήκε ένας με φιάλη υγραέριο, την άναψε και τους έλιωσε τις ασπίδες σα φλογοβόλο, είχε πει τις προάλλες ένας πρωτοετής. «Το υγραέριο δε διαφέρει ουσιωδώς απ’ τη μολότωφ», του ’χε απαντήσει ο Κώτσιας. Η φωνή του ήταν ψυχρή και φιλική. «Η ασπίδα δε λιώνει. Κράτα την απ’ την ανάποδη για να πιάνεις τη λαβή από το δερμάτινο αντί το μεταλλικό μέρος. Αλλιώς την πετάς όταν πέφτουν τα μάρμαρα». Τον σεβόταν γιατί είχε κλείσει τα εικοσπέντε αλλά κατά τ’ άλλα μαλάκας ήτανε. Δεν του άρεσε σαν άνθρωπος. Δεν μπορούσες να καταλάβεις ποιον ψήφιζε.

«Μπορούσα να πάρω χαρτί γιατρού. Έχω μέσο. Αλλά ανεβαίνω», του πέταξε.
Στο βάθος είδε στη λάμπα τα κόκκινα κεραμίδια του Γκλάμουρ.

«Εμείς το τρώμε όλο το χημικό», ξανάπε. «Οι μάσκες ληγμένες είναι, θα μείνουμε παράλυτοι». Επίτηδες το ’πε, επειδή δεν του μίλαγε. Ο Κώτσιας είχε απαντήσει σ’ έναν στο ίντερνετ ότι η CS υπάρχει σε μικρή ποσότητα στα δακρυγόνα. «Η δηλητηρίαση στις αναπνευστικές οδούς επιφέρει ανικανότητα αντίδρασης. Όταν η δηλητηρίαση είναι πιο έντονη, προκαλείται πανικός, και το άτομο αδυνατεί να εισπνεύσει και να εκπνεύσει. Σε πολύ μεγάλες δόσεις προκαλούνται εγκαύματα στο δέρμα και εκτεταμένη καταστροφή των ιστών. Η άμεση επαφή με τα μάτια μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή του κερατοειδούς. Γι’ αυτό να μη βγάζεις τη μάσκα σου». Σα να τον άκουγε με ’κείνη τη φωνή του. «Εμείς όμως τη ρίχνουμε σε μικρές ποσότητες στους πολίτες».



Στο Γκλάμουρ έπαιζε ακόμα μουσική. Σκέτος τσιμεντόλιθος ήτανε, ένα ισόγειο και δεν είχε Ελληνίδες. Πήγαιναν και οικογενειάρχες. Δίπλα στην αυλή, στο συνεργείο του Παντελεάκου, έφτιαχνε παπιά στα οφ. «Εγώ δεν τη βγάζω τη μάσκα σήμερα», έκανε. Όπως πέρναγαν, η πόρτα του Γκλάμουρ άνοιγε πίσω τους. Ήθελε να γυρίσει να κοιτάξει αλλά ντράπηκε.

Φτάσανε στις γραμμές του τρένου. Είχε ζεσταθεί πιο καλά. Η μισή Αιτωλικού κι ούτε ένα αυτοκίνητο. Κανονικά τώρα ξυπνάγανε για Ασπρόπυργο να πάνε να δουλέψουνε. Όλοι πάνω θα ’τανε σήμερα, ξεκούραστοι. Είχε κάνει τη μαλακία και είδε ειδήσεις. Ο Κώτσιας του ’χε πει να μη βλέπει ειδήσεις απ’ την προηγούμενη μέχρι και δυο μέρες μετά. Δεν είχε κοιμηθεί και πολύ, δυο τρεις ώρες. Ξύπναγε συνέχεια. Προσπαθούσε ν’ακούσει άμα βρέχει. Ο Κώτσιας ήταν που του ’χε πει ότι με τη βροχή οι μισοί κάθονται σπίτι. Ότι καμιά φορά είναι θέμα τύχης αν θα ’χει εκατό ή τρακόσιες χιλιάδες. «Καμιά φορά εκεί που κανένα απλυτάκι μού πετάει πέτρα, βάζω ένα σημάδι πάνω του», του ’χε πετάξει επίτηδες να τσακωθούνε μια μέρα, «το μπουφάν ή το παντελόνι του». Κοιτάω να δω που θα πάει. Τον βάζω στο μάτι. Άμα κάνουμε ντου, τρέχω προς το μέρος του». «Πολίτες αποκρούεις, όχι ανθρώπους», είχε πει ο Κώτσιας. Υπάλληλος ήτανε. Μοίραζε τις γκλομπιές όπως θα μοίραζε φάκελα σε θυρίδες. «Να του δώσω τον αριθμό μητρώου μου να του πω έλα στα μανιάτικα να με βρεις, ε; Φαντάζεσαι; Να κατέβουν οι αναρχικοί στα μανιάτικα; Θα τους θάψουμε στο Σχιστό». Γύρισε και τον κοίταξε που περπάταγε δίπλα του, κάτω απ’ το αστυνομικό μπουφάν ήτανε χωρίς σώμα. «Ούτε εμείς πάμε στα Εξάρχεια», είχε απαντήσει. «Διαίρει και βασίλευε».

Είδανε το λιμάνι μέσα απ’ τα τελευταία μηχανουργεία στου Παπαστράτου. Αρχίζανε τα κτίρια των ναυτιλιακών. Μπιρώ βέριτας, η αλτομέρ, η θεομάρ, η ρίνα ελλάς πιο κάτω, η όιλ τρέιντινγκ στο τέλος. Στα φιμέ τζάμια τους δε φαινόταν τίποτα. Ο θείος του άμα έπαιρνε σύνταξη θα πήγαινε υπεύθυνος ασφαλείας στον Μελισσανίδη. Διάβασε με δυσκολία τα φουγάρα του Βιτσέντζου Κορνάρου για Κύθηρα. Και στις άλλες πορείες είχε πάει σχεδόν άυπνος. Σα να μην έβλεπε σε όλο το πλάτος, αλλά κάπως μόνο ίσια μπροστά που δεν είχε κοιμηθεί. Αλλά σε βάθος. Αυτό βοήθαγε που βαρούσε σα μηχανή. «Αστοχείς και ξοδεύεις δυνάμεις έτσι», του ’χε πει ο Κώτσιας. Όποιος τη φάει σωστά, τα μαζεύει και πάει σπίτι του. Άρα μείον ένας. Άρα, θα τελειώσουμε πιο νωρίς. Στην αρχή ένιωθε τα πόδια του να παίρνουνε φτερά απ’ τα ντου ή την παράταξη. Αλλά μετά από τις πρώτες ώρες δεν το άντεχε άλλο. Έχουν κρατήσει τη θέση τους, έχουν αποκρούσει τα κύματα που πέφτουν πάνω τους να σπρώξουν, να τους πετάξουν πέτρες και καδρόνια, αλλά όσο πιο πολύ χτυπούσε στα τυφλά τόσο ένιωθε σα να περίμενε να περάσει το ωράριο, το σώμα του από την αρχική υπερένταση γινότανε σα μηχανικό. Ξαφνικά ένιωθε σα να μην είχε καταφέρει τίποτα τόσες ώρες. Σα να βαρούσε για το τίποτα. Τότε προσπαθούσε να βάλει κάποιον στο μάτι.

«Λένε ότι θα ’ναι όλα τα επαγγέλματα, ε;», έκανε. «Μεταλλουργοί, χαλυβουργοί, χυτήρια, διυλιστήρια, χημικές, οικοδομικές, φορτηγατζήδες, ταξιτζήδες, μαγαζάτορες, σκουπιδιάρηδες, σερβιτόροι, ιδιωτικοί, δημόσιοι, συμβασιούχοι, ωρομίσθιοι, απολυμένοι, άνεργοι, φοιτητές, μαθητές, θα κατέβουν οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι ψαράδες απ’ τα νησιά. Μέχρι και το ΠΑΜΕ λέει έδωσε ελεύθερο. Οι οικοδόμοι λέει ρε μπροστά, με τους λιμενεργάτες. Και τους φορτηγατζήδες. Βγήκε ένας από την ΠΝΟ και είπε ότι έκανε βάρη όλη τη βδομάδα το αρχίδι».

Είχε υψώσει τη φωνή του, σχεδόν με λυγμούς. Κοίταξε στα καράβια. Ήταν δεμένα ένα μήνα. «Εμείς τι φταίμε άμα τους γαμήσουμε;», έκανε πνιχτά.

Ο Κώτσιας είχε σταματήσει. Σα να ’νιωσε ξαφνικά πιο κρύο απ’ την απουσία δίπλα του, και γύρισε ανήσυχος να τον ψάξει. Κοίταζε κι αυτός τα καράβια. Είχε τραβηχτεί το κασκόλ κάτω απ’ το παγωμένο πρόσωπό του, ήταν σαν άγιος με την κουκούλα τέτοια ώρα.

«Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων», είπε. «Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες».

Η φωνή του σα να τον ησύχασε. «Μιλάνε όλοι αυτοί για ιερό καθήκον», έκανε. Δεν ήταν βέβαιος αν κόλλαγε, αλλά είχε νιώσει μέσα του να το πει. Ο ουρανός χάραζε.
«Το κράτος δεν είναι ουδέτερο γιατί το χρησιμοποιεί η ιθύνουσα τάξη. Το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας ορισμένης τάξης. Η ουδετερότητά μας έγκειται μόνο στο ότι θα κάναμε το ίδιο κι άμα ήταν κυρίαρχη μια άλλη τάξη».

Είχε γυρίσει και τον κοίταζε τώρα κι αυτός, ο Κώτσιας δηλαδή με τα άψυχα μάτια του, κάπως όπως έστριψε το λαιμό όμως η κουκούλα έπεσε και τα μαλλιά του σηκώθηκαν ανάκατα στον αέρα και του’δωσαν την αίσθηση ενός φριχτού ανθρώπου.

«Εγώ δεν έχω κοιμηθεί σχεδόν καθόλου», του έκανε.
«Ούτε ’γω», έκανε κι ο Κώτσιας.
Ένιωσε ξαφνικά πως είχανε μια αποστολή πιο συγκεκριμένη, ένα σκοπό.

Βγήκανε Ακτή Μιαούλη. Όλο το λιμάνι ανοίχτηκε μπροστά τους φωτισμένο μέχρι κάτω τον ΟΛΠ, και μύρισε η θάλασσα. Από την άλλη ο αέρας έφερε μουσική απ’ τη Σίσα. Έβγαινε κόσμος απ’ τις γκαραζόπορτες και μίλαγε ρωσικά. Κάτι γκόμενες πάτησαν σε σκατά και γέλαγαν. Απ’ το δρόμο μάρσαρε μια Πόρσε. Αλλά τους είδε και σταμάτησε.

Περάσανε απέναντι τη λεωφόρο να μπούνε να κόψουνε μέσα απ’ το λιμάνι μέχρι τον Ηλεκτρικό. Τα φώτα του λιμανιού σβήσανε απ’ το χρονοδιακόπτη. Αμέσως τα καράβια μαύρισαν. Μπήκαν απ’ το πορτόνι του φράχτη αλλιώς θα ’πρεπε να τρέχουνε στην Ε4. Η θάλασσα του πάγωσε το στήθος. Ήταν ερημιά. Ο χειμώνας μέσα στο λιμάνι τον ένιωθες σα να ’σουν άρρωστος. Ένιωσε την αρβύλα του να βουλιάζει με δύναμη σε μια μαλακή μάζα και τράβηξε το πόδι του με αηδία. Τα πόδια του ήταν γεμάτα ψόφια πουλιά. Είχε βουλιάξει μέσα σε τρία, τα ’χε λιώσει το ένα μέσα στο άλλο γιατί είχαν γίνει κοκκινόμαυρος πολτός. Δεν ήταν πολύ μεγάλα. Αλλά τα ’χε βρει γεμάτα. Δίπλα του ήταν καμιά δεκαριά άλλα πεταμένα το ένα πάνω στο άλλο. Γύρισε, άλλη καμιά κατοσταριά, μπορεί και πεντακόσια, μπάλες μπάλες απ’ τον αέρα και τη βροχή. Σήκωσε το κεφάλι. Όσο φως είχε βγει, είδε τη προβλήτα γεμάτη πτώματα. Μέχρι πέρα το μάτι, που έκανε γωνία στον Πελοποννήσου, στην άσφαλτο, τα παρτέρια, τα υπόστεγα των εκδοτηρίων είχαν σκεπαστεί από ψοφίμια, στα κράσπεδα, τους πάγκους, τα τραπεζοκαθίσματα αμέτρητα σα χαλί. Είχανε πέσει και στη θάλασσα και επιπλέανε σαν πίσσα.

Πισωπάτησε αλλά το τακούνι του έλιωσε τέσσερα ακόμα κεφαλάκια απ’ το λαιμό.
«Τι ’ναι αυτά ρε;», του ’φυγε μ’ ένα ανατρίχιασμα από την ίδια του τη φωνή, «τι ‘ν’αυτά γαμώ την Παναγία μου;» ούρλιαξε.
«Νεκρά», έκανε ο Κώτσιας.
Τον κοίταξε, ήταν ανέκφραστος.
«Τι νεκρά; Πού πέθαναν;»
«Πού να ξέρω». Το βλέμμα του ήταν παγωμένο. Κοίταζε σα να μέτραγε, σα να σκεφτόταν μόνο πώς θα καθαριστούνε τόσες βρωμιές. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό. «Από κεραυνούς. Πετάγανε ψηλά και πέσανε μέσα στην καταιγίδα», έκανε.
Ένιωσε ξαφνικά ότι δεν μπορούσε να κουνηθεί μην πατήσει πάνω τους. Αυτό όμως τον έκανε να τρομάξει ακόμα πιο πολύ, ότι είχε κολλήσει εκεί μέσα, σ’ αυτή τη μάζα.
«Είσαι σίγουρος;», έκανε μ’ ένα παρακλητικό τόνο.
«Είναι καμένα. Δεν τα βλέπεις;»
«Είναι μαλακά. Πατιούνται σα να ’ναι ζωντανά».
«Βράχηκαν εδώ κάτω, γι’ αυτό», απάντησε.
«Δεν μυρίζουν», είπε.
«Είναι μαλακά», ξανάπε. «Μερικά ζούνε».
«Δεν ζει κανένα», έκανε ο Κώτσιας. «Είναι νεκρά και καμένα».
«Είναι μαλακά», έκανε.

Στο βάθος απ’ την Ε5 φάνηκε το λιμενικό τζιπ. Πέρασε λιώνοντας τα πρώτα στρώματα αλλά τελικά σταμάτησε μετά από λίγο και έμεινε ακινητοποιημένο μπροστά στα βόνταφον για Μύκονο.
«Δεν πρόκειται να βρέξει άλλο. Καθαρίζει», είπε. «Θα ’χει δύο εκατομμύρια».
«Θα είμαστε ογδόντα - ενενήντα χιλιάδες», γέλασε ο Κώτσιας. «Έλα», έκανε. «Μην είσαι προληπτικός».
«Πάμε έξω από το λιμάνι», κλαψούρισε.
«Όχι, από δω», ένιωσε το χέρι του Κώτσια να σφίγγει στο μπράτσο του.
«Σε παρακαλώ», έκανε σχεδόν κλαίγοντας.
Ο Κώτσιας τον τράβηξε μαλακά και προχωρήσανε μπροστά μέσα στα ψοφίμια. Προσπάθησε να μη ρίξει όλο το βάρος του στο βήμα του, να πατήσει κάπως πιο ελαφριά πάνω στη μάζα, αλλά πάλι βούλιαξε μέσα σε κάποιο κομματάκι από πεντ’ έξι, το ’λιωσε σαν κρεατάκι και έκανε πατινάζ στον πολτό και το σώμα του έχασε την ισορροπία του.
Ο Κώτσιας όμως τον συγκράτησε, τον άρπαξε πιο σφιχτά και τον στήριξε, και τον παρέσυρε μπροστά. Αφέθηκε στο μπράτσο του και στοίχισε το βήμα του στο δικό του. «Μην κοιτάς κάτω», του έκανε. Γύρισε το κεφάλι έξω απ’ το φράχτη του λιμανιού, στα γραφεία. Είδε τη Γιούρομπανκ, την Ανέκ, τη Δαναός, την Εθνική Τράπεζα, το μέγαρο της Αιτζίαν με την πύλη από λευκά μάρμαρα, όλες τις εταιρείες. Ήταν σα να πέταγε έτσι που περπάταγε κοιτώντας προς τα πάνω, και ένιωσε ασφάλεια που κρατιόντουσαν. Σχεδόν τρέχανε τώρα, τα πόδια του πέφτανε απ’ τον διασκελισμό με όλο τους το βάρος, πάταγε μαλακά κεφαλάκια και στηθάκια ή έσπαγε φτερούγες αλλά δεν τα ’νιωθε καθόλου, ήταν σα να ’χανε αναληφθεί στους αιθέρες. Στο πέρασμά τους πετάγονταν κάτω απ’ τους σωρούς αρουραίοι που τρώγανε απ’ τα πτώματα. Είχε πολλά ξεκοιλιασμένα όσο προχωράγανε όλο και βαθύτερα στις μάζες, δαγκωμένα και κομμένα σε κομμάτια, πνιγμένα στο αίμα τους, σε μερικά είχαν πέσει δύο και τρεις αρουραίοι στο ίδιο, κρεμόντουσαν σαν τσαμπιά πάνω στο σωρό. Αλλά όλα αυτά σα να ’ταν χαμηλά κάπου πολύ πιο κάτω, κάπου αλλού τώρα. Ο Κώτσιας είχε κολλήσει δίπλα του, ένιωθε τη ζεστασιά του. Τον τράβαγε μπροστά με την ίδια δύναμη και μόνο όσο προχωράγανε πιο βαθιά τον ένιωθε σιγά σιγά να χάνει κάπως τη σταθερότητά του, να παραπατάει πού και πού, να βγαίνει λίγο απ’ την πορεία του.

«Τους γαμάμε;», ψέλλισε.
«Ακούς το υπηρεσιακό;» ψιθύρισε ο Κώτσιας. Απέναντι στο βάθος, έξω από τον Ηλεκτρικό, άκουσε το υπηρεσιακό που περίμενε με αναμμένη τη μηχανή. «Έλα αγόρι μου», του έκανε.

περ. λεύγα 7 (καλοκαίρι 2012), 65-69

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Νίκος Γ. Κουρμούλης: Ηθικόν ακμαιότατον


Σειρούλα, να σου πω κάτι;

Η τηλεόραση έδειχνε κάποιον γκριζομάλλη με γυαλάκι, να αναλύει ψύχραιμα, λογιστικά, μαθηματικά, την πτώση. Ήταν, λέει, πρωθυπουργός μιας χώρας τελματωμένης από καιρό. Η «σειρούλα» καθόταν ένα τραπεζάκι πιο μπροστά, και παρόλο που ενοχλήθηκε από την ερώτηση, δεν έδειξε να ταράζεται. Είχε μάθει άλλωστε, στο κέντρο όπου παρουσιάστηκε, να έχει αυτό το σοβαρό – «λεβέντικο» το έλεγε ο διοικητής εκεί– ύφος του «αγαθού και φιλότιμου» στρατιώτη:

Για πες…

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Λεύγα 07 - Πλησιάζει...

Η έβδομη λεύγα θα αρχίσει να διανύεται την Τετάρτη 6 Ιουνίου.

Μέχρι τότε... διαβάστε ολόκληρο το 5ο τεύχος της λεύγας online!