Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Στέφανος Βαμιεδάκης: Πώς ο Μύθος γίνεται Ιστορία




Το χειρότερο, το πιο ανησυχητικό: το δυσοίωνο συμβάν, η διάχυτη βία, η περιφρόνηση των θεσμών, η παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η έκνομη συμπεριφορά πολιτικών ανδρών και κρατικών λειτουργών, ο ευτελισμός της ανθρώπινης ζωής δεν προκαλούν άμεση αντίδραση, δεν αντιδρούμε. Συνηθίζουμε. Συνηθίζουμε σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις βίας, ανασφάλειας, αδικίας, ψέματος, εξευτελισμού. Δεν πονάμε ούτε έξω ούτε μέσα.
Νίκος Γ. Ξυδάκης, Το τρελαμένο εκκρεμές, εφ. Καθημερινή, 14.10.2012.



«Κολωνάκι 5, Εξάρχεια 2, Κολωνάκι 5, Εξάρχεια 2», διαφημίζει το προϊόν του (μια μικρή ντουντούκα) ο πλανόδιος μελαψός μικροπωλητής σε πεζόδρομο των Εξαρχείων, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να πείσει ότι η τιμή προσαρμόζεται ανάλογα με το κοινό και το χώρο. Το περιστατικό (πέρα για πέρα αληθινό) δείχνει ότι η ενσωμάτωση των μεταναστών στο ελληνικό (μικροαστικό) habitus έχει ολοκληρωθεί με μεγάλη επιτυχία: μεταπρατισμός, προσαρμογή στη ζήτηση της συγκυρίας, ευελιξία διαπραγμάτευσης, ευφάνταστο πλασάρισμα, υπαινικτικό χιούμορ. Η ντουντούκα είναι αξεσουάρ, πολιτισμικά οικείο και μεστό νοήματος, τόσο στα Εξάρχεια όσο και στο Κολωνάκι. Απευθύνεται σε μια κοινωνία που φωνάζει, ουρλιάζει, αλυχτά και, σαν να μη φτάνει αυτό, επιζητά το κατάλληλο τεχνητό βοήθημα.

Και ο Άγιος Παντελεήμονας κραυγάζει και σκούζει, αλλά δεν μάθαμε ποτέ πόσο πάει εκεί η τιμή της ντουντούκας. Ίσως «εκεί» υπάρχει ζήτηση για άλλα προϊόντα, πιθανόν «εκεί» το εμπόριο να ελέγχεται από άλλο μαγαζί. Ελεύθερη οικονομία έχουμε άλλωστε, ποιος ξέρει…

Ο πλανόδιος μικροπωλητής είναι το συμπλήρωμα του στεγασμένου μικρομαγαζάτορα: ντουντούκες και ομπρέλες ο ένας, ηλεκτρονικό τσιγάρο και frozen yoghurt ο άλλος. Το εμπόριο άλλωστε είναι στο DNA του Έλληνα από αρχαιοτάτων χρόνων. Ξαφνικά όμως συνειδητοποιούμε ότι στερέψαμε από πελάτες, ότι εκλείπουν οι αγοραστές, ότι στέγνωσε η εσωτερική αγορά και τα παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα μένουν στα ράφια: η Ελπίδα, η Επανάσταση, η Μεταρρύθμιση, ο Εκσυγχρονισμός, οι Διαρθρωτικές Αλλαγές, η Ανάπτυξη σαπίζουν στις αποθήκες, σαν τα ευπαθή προϊόντα. Τόνοι από απούλητες ή χαλασμένες παρτίδες επιστρέφονται μαζικά στους κατασκευαστές και οι αγανακτισμένοι (πωλητές και πελάτες) απειλούν τη μήτρα των προϊόντων αυτών, τη «Μεταπολίτευση», με καταστροφή σαν άλλοι λουδίτες. Η λύση που προκρίνεται από κάποιους, η κατανάλωσή τους ακόμα και μετά την παρέλευση του «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από…», δύσκολα θα ανατρέψει την κατάσταση…

Η αιτία του φαινομένου μπορεί να αναζητηθεί στο μύθο του Μιθριδάτη. Σύμφωνα με αυτόν, ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης χορηγούσε στον εαυτό του μη θανατηφόρες δόσεις δηλητηρίου, για να αποκτήσει αντίζηλοι. Όταν όμως μετά από την ήττα του από τους Ρωμαίους αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο, για να μην πέσει στα χέρια τους, απέτυχε και αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει έναν ξένο (έναν μισθοφόρο) για να τον εκτελέσει με το ξίφος του.

Η μέθοδος του μιθριδατισμού εφαρμόζεται και μετά το 2009 με απόλυτη, προς το παρόν, επιτυχία. Ταυτόχρονα, συνδυάζεται και με τη φιλοσοφία της «αιώνιας επιστροφής»: επιστροφή στο χωριό, επιστροφή στα βασικά, επιστροφή στην απλότητα, επιστροφή στο πατρικό. Νέα μετανάστευση, ο Καζαντζίδης θα γράφεται με greeklish. Κάθε σπίτι και λαχανόκηπος, σαν την Κούβα στα ’90s. Στο θέατρο, το πλήθος χειροκροτεί και αποθεώνει το «Μεγάλο μας Τσίρκο», ξαναγυρνώντας στο 1973 και στην αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι «ξένοι» που μας βάζουν και τρωγόμαστε. Οι «ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις» μας τελείωσαν γρήγορα, πίσω πάλι στο προ του 1990 μοντέλο της κρατικής διατίμησης. Όλα κάπου τελειώνουν, για να ξαναρχίσουν από την αρχή.

Ίσως έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε μια πιο βελτιωμένη εκδοχή μιθριδατισμού: ναι μεν να αποκτήσουμε την πολυπόθητη ανοσία, αλλά και όταν τελικά χάσουμε από τις δυνάμεις του Πομπήιου, να καταφέρουμε από μόνοι μας να αυτοκτονήσουμε με δηλητήριο, όπως άλλωστε αρμόζει σε έναν βασιλικό λαό, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγουμε ντροπιασμένοι στο σπαθί του ξένου μισθοφόρου.

Περιοδικό λεύγα τ. 9 (Νοε. 2012), σ. 2-3.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Βασσάλος: Οι τράπεζες και η ΕΕ: από τη χρηματιστικοποίηση στη «δημοκρατία» των μετόχων


Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πρώτα και κύρια μια ενιαία αγορά και μια νομισματική ζώνη. Η δημιουργία της σχετίζεται άμεσα με το μοντέλο ανάπτυξης που υιοθέτησε ο παγκόσμιος καπιταλισμός τη δεκαετία του ΄70, το οποίο έδινε αυξημένο ρόλο στις τράπεζες και τις υπόλοιπες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Στα είκοσι χρόνια ύπαρξης της ΕΕ, οι επιχειρήσεις αυτές είχαν καθοριστική πολιτική επιρροή σε στρατηγικής σημασίας ζητήματα. Σήμερα, προσπαθούν να επιβάλουν ένα νέο είδος «δημοκρατίας». Και ίσως να τα καταφέρουν αν δεν αποσπαστεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα από το κεφάλαιο για να τεθεί υπό λαϊκό-εργατικό έλεγχο.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Μόρφω Μπεληγιάννη: Ο συνεταιρισμός, η Λαμία και η Λάμια


Τρεις λέξεις και η διάταξή τους, ως συνδηλώσεις μίας μόνο από τις πιθανές ερμηνείες των συνθημάτων, «Λαμιώτη, κλείνουν την τράπεζά σου, σειρά έχει το σπίτι σου… Μας κλέβετε την ιστορία». Συνθήματα τα οποία οι πρώην εργαζόμενοι της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας αντέταξαν «ηρωικά» την 25η Μαρτίου 2012, μία εβδομάδα μετά την απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της από την ΤτΕ. Ο «πρωτεργάτης» των συνεταιριστικών τραπεζών με υποκαταστήματα σε Λαμία, Αταλάντη, Μακρακώμη, Καρπενήσι και Άμφισσα, τίθεται σε ειδική εκκαθάριση και ο Γ. Προβόπουλος δηλώνει ότι τα ζητήματα των θέσεων εργασίας «δεν άπτονται της αρμοδιότητάς του», εγγυώμενος όμως ως αποκλειστικά «αρμόδιος» την ασφάλεια των καταθέσεων. «Παρα-χρήμα» και συγκεκριμένα στις 30 Μαρτίου 2012, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας αναλαμβάνει τη διαχείριση καταθέσεων και δανείων, ενώ οι 45 εργαζόμενοι της Σ.Τ.Λ. (22 χωρίς να λάβουν τις νόμιμες αποζημιώσεις) αναμένουν και απομένουν να «αυτοδιαχειρίζονται την κλοπή της ιστορίας».

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Όλγα Καρυώτη: Οι σκοποί, τα μέσα και οι άγιοι


Η μακιαβελική ή ιησουίτικη ρήση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αντηχεί εκκωφαντικά στ’ αυτιά των ενοχικών κομμουνιστών, ενώ αποτελεί αγαπημένο απόφθεγμα τόσο των επικριτών του κομμουνισμού, από τα «αριστερά» και τα δεξιά, ώστε να εντείνει αυτές τις ενοχές, όσο και οποιουδήποτε φονταμενταλιστή, που είναι σε τέτοιο βαθμό βέβαιος για τον σκοπό του και δεν κλονίζεται από καμιά ηθική προσταγή. Είναι, τελικά, μια παρεξηγημένη ρήση που θέλει να πει ότι τα
μέσα δεν μπορούν παρά να απορρέουν από τον σκοπό και αυτά με τη σειρά τους να μας καταδείχνουν ποιος εντέλει είναι αυτός ο σκοπός και όχι ποιος θέλουμε να είναι. Δεν είναι μια δικαιολογία για σφαγές εν ονόματι μιας ιδέας, αλλά η ανάδειξη της διαλεκτικής σκοπού και μέσων.

 Τα μεγάλα διλήμματα του κοινωνικού κινήματος των αρχών του 20ού αιώνα δεν παύουν να προκύπτουν διαρκώς: «κόμμα ή κίνημα;», «κοινωνία ή τάξη;»… Οι επιλογές, φαινομενικά, έχουν γίνει εδώ και δεκαετίες και έχουν χωριστεί τα στρατόπεδα. Γιατί όμως φαινομενικά; Γιατί, καταρχάς, καμία από τις παραπάνω έννοιες δεν έχει μείνει ποιοτικά αμετάλλακτη στην ιστορία και γιατί, κατά δεύτερον, δεν φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερη ενασχόληση με τη θεωρία και την πράξη σε ένα επίπεδο που θα προηγείται της «συνθηματοποίησης» της επιλογής. Σε ένα επίπεδο τακτικής, δηλαδή, που θα αποκαλύπτει την τόσο αξιακή όσο και ορθολογική επιλογή στην οποία προβαίνουν τα πολιτικά υποκείμενα του κοινωνικού κινήματος. Όλοι αυτοί οι όροι μοιάζει, σε ένα πρακτικό επίπεδο, να έχουν καταστεί απώτατοι σκοποί, εκεί που απώτατος σκοπός είναι η… χειραφέτηση του ανθρώπου ή, αλλιώς, η υλική χειραφέτηση. Όταν λοιπόν ένα μέσο, όπως το κόμμα ή το κίνημα, έχει καταστεί απώτατος σκοπός, τη στιγμή που είναι υπαρκτά μορφώματα και άρα δεν μπορεί παρά να είναι και τα δύο (και μέσα και σκοποί), τότε ποιο είναι το… «καθαγιασμένο» μέσο για το «κόμμα/κίνημα»;


Τελικά, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί και οι ταξικοί αγώνες, από αντικειμενικές εκδηλώσεις της εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής κοινωνίας, καθίστανται μέσα προς εξυπηρέτηση του σκοπού «κίνημα/κόμμα» και δεν εκλαμβάνονται ως οι τομές αυτές στις οποίες θα «βουτήξει» το «κίνημα/κόμμα» ώστε να τις επηρεάσει, να τις ενοποιήσει και να τις στρέψει τελικά προς εξυπηρέτηση του σκοπού της χειραφέτησης του ανθρώπου. Ναι, μα το «κίνημα/κόμμα» έχει ως σκοπό τη χειραφέτηση του ανθρώπου, μπορεί αυτόματα να σκεφτεί κανείς. Φυσικά και έχει αυτό τον σκοπό όταν αναφερόμαστε στο «κίνημα/κόμμα» σε ένα αφαιρετικό επίπεδο, όταν όμως είναι υπαρκτό και το βλέπουμε και μπορούμε να το παρατηρήσουμε σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό, τότε μπορούμε και να κρίνουμε κατά πόσο εξυπηρετεί αυτόν τον απώτατο σκοπό-ιδέα.

Τον Οκτώβρη του 2011, αφού κάθε ελπίδα αναβίωσης της συνελευσιακής πλατείας Συντάγματος είχε χαθεί, λίγες μέρες μετά την αιματηρή σύγκρουση της 20ης Οκτώβρη και περίπου κατά την πατριωτική (και όχι μόνο) έξαρση της 28 ης Οκτωβρίου, οι εργάτες του εργοστασίου του Ασπρόπυργου της Χαλυβουργίας Ελλάδος αποφάσισαν να αντεπιτεθούν στην εργοδοσία τους που ήθελε «πεντάωρο ή 180 απολύσεις». Εκεί που το πλήθος είχε εξαντλήσει τα όριά του, ήρθε η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη να βάλει επιτέλους τα πράγματα στη θέση τους.

Οι ταξικοί αγώνες από τη μια έχουν τους αστούς και από την άλλη τους προλετάριους. Οι αστοί λειτουργούν ορθολογικά, υπολογιστικά, ψυχρά και ενωτικά. Τα αστικά κόμματα, οι κρατικοί μηχανισμοί και φυσικά το καρτέλ της επεξεργασίας χάλυβα (Μάνεσης-Αγγελόπουλος-Στασινόπουλος) έδρασαν αρμονικά και μεθοδικά. Διεξήγαγαν τον δικό τους αγώνα με ψυχραιμία φροντίζοντας να αποτρέψουν την επέκταση της απεργίας στον κλάδο, να προβοκάρουν στέλνοντας τη Χρυσή Αυγή, να εκμεταλλευτούν το παρατεταμένο προεκλογικό κλίμα, να χρησιμοποιήσουν τους μηχανισμούς της αστικής δικαιοσύνης σταδιακά και να κλιμακώσουν την επίθεση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες –όταν το «κίνημα/κόμμα» σε αυτή τη χώρα αποδιοργανώνεται πλήρως και παθαίνει ηλίαση από τον καύσωνα– στέλνοντας τα ΜΑΤ να σπάσουν την περιφρούρηση και το φρόνημα όσων απεργών δεν είχαν λυγίσει. Το αστικό μπλοκ έλαβε σύσσωμο μέρος σε αυτόν τον αγώνα για να καταφέρει να ξεκινήσει να εφαρμόζει τα αντεργατικά μέτρα σε έναν πολύ σημαντικό κλάδο της βιομηχανικής παραγωγής, τον κλάδο του μετάλλου, και να προστατέψει και να ενισχύσει την πολιτική και ιδεολογική του εξουσία πάνω στους εργαζόμενους σε καιρούς όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων. Τα κατάφερε, αν και σε καμία περίπτωση αβίαστα, σε ικανοποιητικό βαθμό.

Οι προλετάριοι από την άλλη λειτουργούν κατά κόρον ατομικά. Όσοι εκφράζονται μέσα από κόμματα, οργανώσεις, συλλογικότητες και σωματεία είναι ιδεολογικά διασπασμένοι. Για τις αιτίες αυτής της κατάστασης υπάρχουν μυριάδες κιτάπια. Όσοι από τους προλετάριους έλαβαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μέρος σε αυτόν τον αγώνα βρήκαν την έκφρασή τους μέσα από τα υπάρχοντα γνωστά πολιτικά μορφώματα και ενεπλάκησαν σε αυτόν σε διαφορετικό βαθμό. Εκατέρωθεν, ξεπεράστηκαν αγκυλώσεις με αποτέλεσμα να υπάρξει υλική στήριξη και να δοθεί δημοσιότητα από όλο το φάσμα της αριστεράς και της αναρχίας. Πώς οδηγηθήκαμε σε αυτό το πρωτοφανές σκηνικό;

Η απεργία στη Χαλυβουργία ήταν μια απεργία με οικονομικά αιτήματα μεν αλλά εντός ενός αντιμνημονιακού, αντικαπιταλιστικού πλαισίου που τη μετέτρεψε σε πολιτική. Δεν είχε ως αίτημα την παραίτηση της κυβέρνησης, τη διαγραφή του χρέους, την κατάργηση της μνημονιακής νομοθεσίας κ.λπ., αλλά την επαναπρόσληψη των απολυμένων συναδέλφων και τη δέσμευση της εργοδοσίας ότι δεν θα γίνουν ούτε μειώσεις μισθών ούτε απολύσεις, κόντρα στο τοπίο που επιδιώκει να δημιουργήσει η μνημονιακή νομοθεσία της καπιταλιστικής κρίσης όσον αφορά τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Αυτό ήταν το μεγάλο κατόρθωμα των απεργών χαλυβουργών και κανενός άλλου.

Ωστόσο η απεργία αυτή πήρε πολιτικό χαρακτήρα και διάσταση όχι μόνο λόγω της συγκυρίας ή των πολιτικών ταυτοτήτων των ηγετικών στελεχών του σωματείου, αλλά και από το γεγονός ότι μετά από την ηθική και ιδεολογική ήττα που υπέστη η εργατική τάξη από την έναρξη της καπιταλιστικής κρίσης (και δεν μιλάμε για το 2008 στις ΗΠΑ αλλά για τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 παγκοσμίως), ο βιομηχανικός εργάτης, το χαμένο για πολλούς επαναστατικό υποκείμενο, ήρθε ξανά στο επίκεντρο με 272 ημέρες συνεχόμενης απεργίας και διεκδίκησε την πρωτοπορία όχι απλώς στους εργατικούς, αλλά και στους αντιμνημονιακούς και αντικαπιταλιστικούς αγώνες των καιρών μας: «Όλη η Ελλάδα μια Χαλυβουργία». Επιπλέον, η απεργία διαρκείας σε ένα εργοστασιακό σωματείο ανακάλεσε μνήμες από τους τελευταίους μεγάλους εργατικούς αγώνες των εργοστασιακών σωματείων στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, που έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στην εξέλιξη του εργατικού κινήματος, στη σημασία που απέκτησε ο συνδικαλισμός μετά την πτώση της Χούντας και στη βελτίωση, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, της σχέσης παραγωγικότητας-μισθού προς όφελος του εργαζομένου. Τρίτον, η απεργία διαρκείας των χαλυβουργών ήρθε ως έμπρακτη απάντηση στις μονοήμερες ή ολιγοήμερες απεργίες άλλων κλάδων ή ακόμα και τις γενικές, που διέπονται από ηττοπάθεια και λειτουργούν ως κυματοθραύστες της εργατικής οργής.

Η απεργία της Χαλυβουργίας ανεστάλη στις 28 Ιουλίου, μετά από γενική συνέλευση του εργοστασιακού σωματείου, και οι απεργοί πήραν το δρόμο για δουλειά –με όλο το ψυχικό βάρος και την τρομοκρατία που συνεπάγεται αυτό– έχοντας να φροντίσουν για 120 απολυμένους και να αντιμετωπίσουν σωρεία μηνύσεων, αγωγών και κατηγοριών. Επιπλέον, από τις αρχές Νοεμβρίου του 2012, οι εργάτες στο εργοστάσιο της Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Βόλο, που λειτουργούσε για όλο το χρονικό διάστημα της απεργίας στον Ασπρόπυργο ως απεργοσπαστικός μηχανισμός, πήραν ως εργοδοτική επιβράβευση του σαμποτάζ τους εναντίον των συναδέλφων τους μια πρόταση μείωσης του μισθού τους κατά 25% για αόριστο χρονικό διάστημα η οποία κατέληξε σε 18% μείωση για τους επόμενους 4 μήνες, όπως τελικά έγινε δεκτή από τη γενική συνέλευση των σωματείου των εργατών στον Βόλο.

Ο Γ. Σιφωνιός, ο πρόεδρος του σωματείου των χαλυβουργών του Ασπροπύργου, στην εισηγητική ομιλία κατά τη γενική συνέλευσή τους στις 28 Ιουλίου 2012, είπε μεταξύ άλλων: «Τους νικήσαμε όλους, γιατί είχαμε το δίκιο με το μέρος μας, γιατί είμαστε ενωμένοι». Στην τελευταία γενική συνέλευση των χαλυβουργών και την πρώτη μετά την απόφαση αναστολής της απεργίας, στις 26 Οκτωβρίου 2012, η αίσθηση που επικρατούσε ήταν ακριβώς αυτή. Κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν κλόνισε την πεποίθηση ότι ο αγώνας τους ήταν νικηφόρος ακριβώς επειδή έχουν το δίκιο με το μέρος τους και όσοι συνέβαλαν στον αγώνα μέχρι τέλους μένουν ενωμένοι. Είναι αυτό νίκη;

Είναι νίκη για τους ίδιους τους πρώην πλέον απεργούς, καθώς συνεχίζουν να στηρίζουν υλικά, ηθικά και θεσμικά τους απολυμένους και οι απολυμένοι συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στις συνελεύσεις και να διατηρούν ενεργοποιημένη την επιτροπή τους. Είναι νίκη δεδομένου ότι, μετά από τόσους μήνες απεργίας, συγκρούσεων και τριβών, ο εργοδότης ακόμα προσπαθεί να συγκροτήσει επιτροπή με τους πρώην απεργοσπάστες για να εξοβελίσει το υπάρχον σωματείο και δεν τα έχει καταφέρει. Είναι νίκη γιατί, όσα κι αν θυσίασαν αυτοί οι εργάτες, μπορούν ακόμα να δουν με ταξικούς όρους τους απεργοσπάστες συναδέλφους τους στον Βόλο και να προσφέρουν την αλληλεγγύη τους στην όποια απόφασή τους μπροστά στην εργοδοτική πρόταση μείωσης του μισθού τους. Άντεξαν να απεργήσουν για εννιά μήνες και επέλεξαν να επιστρέψουν για δουλειά όταν είδαν ότι είχαν τεθεί σε λειτουργία όλοι οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί εναντίον τους, αλλά και όταν είδαν συνάδελφους απεργούς, μπροστά στην ενδεχόμενη έλευση της ήττας, τις εντεινόμενες απειλές και τις δωροδοκίες της εργοδοσίας, να προδίδουν τον αγώνα και να πηδάνε τις μάντρες του εργοστασίου για να επιστρέψουν στο πόστο τους. Σε τελική ανάλυση, δεν σταμάτησαν τον αγώνα, απλώς επέλεξαν μια λιγότερο συγκρουσιακή μορφή κρίνοντας ορθολογικά τις δυνατότητές τους.

Για όσες δυνάμεις όμως ενεπλάκησαν στον αγώνα αυτό, πέρα από τους ίδιους τους εργαζόμενους της Χαλυβουργίας Ελλάδος, η λήξη της απεργίας ήταν στην πραγματικότητα μια σοβαρή ήττα. Το ΚΚΕ, και ο συνδικαλιστικός ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής του κόμματος, το ΠΑΜΕ, προσπαθεί μέσα από τον αγώνα των Χαλυβουργών να υψώσει το φρόνημα των μελών του δημιουργώντας νέους ήρωες. Κάτι αναγκαίο αφού το τιμώρησε ο λαός με την ψήφο του στις τελευταίες εκλογές κατεβάζοντας το ποσοστό του σχεδόν στο μισό. Αντί να προβεί σε μια αποτίμηση της απεργίας, της δράσης των μελών του και των στελεχών του μέσα και έξω από το σωματείο, της δράσης άλλων αλληλέγγυων δυνάμεων, της απήχησης στην υπόλοιπη εργατική τάξη, των μέσων που χρησιμοποίησε το αστικό μπλοκ, κ.λπ., ώστε να κάνει αυτή την εμπειρία θεωρητικό εφόδιο για περαιτέρω δράση, αγιοποιεί τους απεργούς, προπαγανδίζει την υπεροχή του, εξαφανίζει κάθε αλληλέγγυα συλλογικότητα που δεν ανήκει στους κόλπους του και ισοπεδώνει όλες τις αντιφάσεις που εκδηλώθηκαν στους κόλπους του αγώνα κάτω από τον τίτλο «Η παρέμβαση των άλλων δυνάμεων και των μηχανισμών» στο κεφάλαιο 5 του Χρονικού του ηρωικού αγώνα των Χαλυβουργών, του βιβλίου που εξέδωσε η Νομαρχιακή Οργάνωση Βιομηχανίας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ.

Άλλοι αλληλέγγυοι, ατομικά ή μέσα από συλλογικότητες, που για πολλούς από αυτούς ο ρόλος που έπαιξε το ΠΑΜΕ ήταν να περιορίσει και να ελέγξει τους απεργούς, αποκλείοντάς τους από άλλες κοινωνικές δυνάμεις με πιο συγκρουσιακές και «αγνές» διαθέσεις, ώστε να χρησιμοποιήσει των αγώνα των απεργών της Χαλυβουργίας προς δικό του πολιτικό όφελος, άσκησαν κριτική θεωρώντας ότι οι απεργοί έπρεπε, όταν τον Ιούλιο επιστρατεύτηκαν τα ΜΑΤ εναντίον τους έξω από τις «πύλες της φωτιάς», να προχωρήσουν σε σύγκρουση (οι αλληλέγγυοι θα ήταν στο πλευρό τους) και να τα δώσουν όλα για όλα. Ποιο θα ήταν όμως το αποτέλεσμα αφού, βάσει συσχετισμών, πάλι η απεργία θα έβγαινε χαμένη; Μα… οι απεργοί θα γινόντουσαν οι δικοί τους ήρωες.

Η εικόνα του υπέρμετρου μόχθου του εξαθλιωμένου εργάτη, που κάθε μέρα παίζει κορώνα-γράμματα την ακεραιότητα του σώματός του και την ίδια τη ζωή του κατέχει μια περίοπτη θέση στο φαντασιακό όλων όσων εντάχτηκαν στις γραμμές του κοινωνικού κινήματος κατά την περασμένη εικοσαετία. Μετά το «τέλος της Ιστορίας», κάποιοι αποφάσισαν να κλείσουν τα αυτιά τους μπροστά στις σειρήνες του εκσυγχρονισμένου λάιφσταϊλ. Απέρριψαν τους τρίτους δρόμους, δεν γοητεύτηκαν από τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης στην ανταγωνιστική αγορά εργασίας, δεν φοβήθηκαν την απειλή της παρωχημένης ανατολής, δεν μπήκαν σε διαταξικό διάλογο. Κατά πόσο όμως αυτό ήταν αποτέλεσμα των υλικών συνθηκών της ζωής τους και όχι της γοητείας που ασκεί στα παιδικά χρόνια ο αιώνιος μύθος του καλού εναντίον του κακού; Επιπρόσθετα, μπορούμε να μιλήσουμε πράγματι για τον πρωτοπόρο βιομηχανικό εργάτη; Οι εργάτες αυτοί μέσω του σωματείου τους ξεκίνησαν μια απεργία με σκοπό να αποτρέψουν τις απολύσεις και τις μειώσεις μισθών στο εργοστάσιό τους. Από αυτόν τον περιορισμένο χωρικά αγώνα θα μπορούσε να ακουστεί το σάλπισμα για την εκκίνηση της ακύρωσης των αντεργατικών μνημονιακών μέτρων και σε άλλους χώρους δουλειάς. Σε τοπικό, σε κλαδικό, σε διακλαδικό και, στο πιο αισιόδοξο σενάριο, σε γενικό επίπεδο. Δυστυχώς, δεν έγινε τίποτα από αυτά.

 
Η σημερινή γενιά των αγωνιστών είναι μπολιασμένη με τις βασανισμένες ιστορίες των ανθρώπων που συγκρότησαν την εργατική τάξη και την αριστερά στην Ελλάδα, των συνδικαλιστών και των κομμουνιστών του μεσοπολέμου, των αντιφασιστών της αντίστασης, των διωγμένων αντιφασιστών της απελευθέρωσης, των ανταρτών του ΔΣΕ, των εξόριστων, των διωγμένων αριστερών, των αντιδικτατορικών αγωνιστών και των συνδικαλιστών της δεκαετίας του 1970. Αυτό που κατάφερε να κάνει η πασοκική αλλαγή του 1981 ήταν να παραδώσει όσα στοιχεία είχαν απομείνει από όλους αυτούς τους αγώνες σε έναν κυρίαρχο λόγο, που με μαγικό τρόπο τα τσουβάλιασε όλα σε αριστερή μεταπολιτευτική διαφθορά, υπερελευθερία και γραφειοκρατική σοβιετία. Ακριβώς όπως και στη Μακρόνησο τσουβάλιαζαν τους εξόριστους μαζί με γάτες και τους έριχναν στη θάλασσα. Αυτό που έμεινε στη σημερινή γενιά ήταν ό,τι γλίτωσε από αυτό το τσουβάλιασμα και το μόνο που γλίτωσε ήταν τα… πεθαμένα μας. Η αίσθηση δικαίου για τους περισσότερους αυτής της γενιάς ξεκίνησε να αναβλύζει από το συναίσθημα της ιστορικής αδικίας που υπέστη το κοινωνικό κίνημα και όχι από την κατανόηση της σύγχρονης κοινωνικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Το «δίκιο του εργάτη» λοιπόν είναι το δίκιο του αδικημένου αριστερού της ιστορίας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και όχι του εκμεταλλευόμενου μέρους της καπιταλιστικής σχέσης.

Ο απεργός χαλυβουργός έγινε ο άγιος, ο εκπρόσωπος του Θεού (του κόμματος/κινήματος) επί γης. Καθένας και καθεμιά περίμενε από τις κινήσεις και τις ενέργειές του την ιστορική του δικαίωση, την αναβίωση ενός μύθου που οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι είναι ο μύθος των ηττημένων. Είναι ήρωες οι ηττημένοι, αλλά ήρωες που έχουν χάσει, είτε πεθαίνοντας είτε συμβιβαζόμενοι με τον κοινοβουλευτισμό. Αυτό που παρατηρεί κανείς στους χειρισμούς των αστών είναι η ψυχρή λογική, ο επαγγελματισμός και ο συγχρονισμός με το σήμερα. Οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης βρίσκονται δέσμιοι σε ένα φαντασιακό, σε ένα δημιούργημα που έχει προκύψει μέσα από έναν συγκεκριμένο τρόπο συναισθηματικής διαχείρισης της ιστορικής μνήμης. Οι ταξικοί αγώνες δεν χρειάζεται να παράγουν ήρωες και μύθους, αλλά γνώση και συνείδηση.

 περ. λεύγα 9 (Νοέμβριος 2012), 14-18.


Αν σας άρεσε το άρθρο αυτό, παρακαλώ γίνετε συνδρομητές ή αγοράστε το τρέχον τεύχος.


 


Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Έλια Χαρίδη: «Μαϊμούδες-τυφλοί» ή συρρικνώνοντας το πεδίο άσκησης και διεκδίκησης προνοιακών δικαιωμάτων


Η ελληνική ιστορία αναγνώρισης προνοιακών επιδομάτων για άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) ξεκινάει τυπικά το 1951, με την ψήφιση του νόμου 1904 «περί προστασίας και αποκαστάσεως των τυφλών». Αποτελεί τον πρώτο σχετικό με την τυφλότητα νόμο που θεσπίζεται στην Ελλάδα, περιλαμβάνει ρυθμίσεις κυρίως για θέματα εκπαίδευσης, περίθαλψης και ειδικής επαγγελματικής κατάρτισης και προβλέπει την παροχή οικονομικού βοηθήματος σε όσους είναι εγγεγραμένοι στα γενικά μητρώα τυφλών. Δεν τίθεται όμως σε εφαρμογή παρά μόνο το 1963, όταν ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών (Π.Σ.Τ.) πραγματοποιεί μία από τις πρώτες διαμαρτυρίες του έξω από το υπουργείο Παιδείας. Επιτυγχάνεται τότε η έναρξη καταβολής του προνοιακού επιδόματος και θα χρειαστούν σχεδόν είκοσι χρόνια ακόμη μέχρι να επεκταθεί στο σύνολο των Ελλήνων τυφλών. Ο σχετικός νόμος (1480) ψηφίζεται το 1981 με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία, αλλά το έδαφος είχαν ήδη αρχίσει να προετοιμάζουν τα γεγονότα του 1976. Στις 2 Μαΐου ο «Οίκος Τυφλών» Καλλιθέας –σημερινό «Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών»– καταλαμβάνεται για πέντε μήνες από τους οικοτρόφους του και τον Π.Σ.Τ., οι οποίοι διεκδικούν το δικαίωμά των τυφλών στην αυτοδιάθεση, την εκπαίδευση και την εργασία. [1] Και ενώ κατορθώνουν να κερδίσουν τη συμπάθεια της κοινής γνώμης (όταν, για παράδειγμα, η τότε διοίκηση του Οίκου κόβει την παροχή ρεύματος και νερού στο κτίριο, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής στηρίζουν τους καταληψίες προσφέροντάς τους καθημερινά φαγητό και οτιδήποτε άλλο χρειάζονται), εγείρουν παράλληλα τις υποψίες του κράτους, με αποτέλεσμα αρμόδιοι υπάλληλοι να πραγματοποιούν επισκέψεις στα σπίτια των τυφλών, προκειμένου να διαπιστώσουν την ανάγκη τους για οικονομική βοήθεια. Έτσι, αν κάποιος έχει το σπίτι του στρωμένο με χαλιά ή διαθέτει τηλεόραση, δεν κρίνεται αρκετά άπορος ώστε να του αποδοθεί το επίδομα που προβλέπει ο νόμος του ’51.


Τη σύγχρονη εκδοχή τέτοιων και παρόμοιων άλλων αφηγήσεων περί διαπίστωσης των «αληθινών» τυφλών ενσαρκώνουν οι σημερινοί «μαϊμούδες-τυφλοί», όπως ονομάζονται όσοι καταθέτουν πλαστά πιστοποιητικά οπτικής αναπηρίας, προκειμένου να εισπράξουν προνοιακά επιδόματα ή αναπηρικές συντάξεις που στην πραγματικότητα δεν δικαιούνται. Το πρώτο στίγμα του «φαινομένου» έδωσαν οι περίφημοι «τυφλοί της Ζακύνθου», όταν το 2011 αποκαλύφθηκε ότι σε σύνολο 35.000 κατοίκων οι δικαιούχοι επιδόματος τυφλότητας έφταναν τους 700. Το ποσοστό αυτό θεωρήθηκε ότι ξεπερνά κατά πολύ «τα αριθμητικά όρια του φυσιολογικού», και αποτέλεσε έτσι την αφορμή να ξεκινήσει σχετική έρευνα σε πανελλαδικό επίπεδο. Εν μέσω οικονομικής κρίσης, ωστόσο, και ενώ οι καταγγελίες για την αδικαιολόγητη αύξηση των επιδομάτων τυφλότητας στο νησί είχαν ήδη ξεκινήσει από το 2006 και οι υποψίες από το 2001, το κυνηγητό για «μαϊμού» αναπηρικά επιδόματα και συντάξεις κάθε κατηγορίας φαίνεται πως βρίσκει την αιτιολογία του αλλού. Αναγγέλοντας τη σύσταση του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ), Τα Νέα παρουσιάζουν το σκοπό ύπαρξής του:

Στόχος είναι ο περιορισμός στο 8%-9%, που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ, του αριθμού των αναπηρικών συντάξεων, από 14,5% που είναι σήμερα. Εκτιμάται ότι σήμερα περίπου 60.000 με 70.000 ανάπηροι-μαϊμούδες παίρνουν αναπηρικές συντάξεις. Συνολικά, οι δικαιούχοι αναπηρικών συντάξεων υπολογίζονται στις 350.000 και το Υπουργείο Εργασίας ευελπιστεί να τις μειώσει στις 160.000 (Τα Νέα, 30.5.2011).

Ή, με οικονομικά μεγέθη:

Το 4% των προνοιακών επιδομάτων που δίνονται στη χώρα μας, πηγαίνουν σε λογαριασμούς μη δικαιούχων […] από τα 6,2 δισ. ευρώ που δίνονται κάθε χρόνο για προνοιακά επιδόματα στην Ελλάδα, τα 250 εκ. ευρώ καταβάλλονται παράνομα (Έθνος, 14.8.2011).

Το ΚΕΠΑ λοιπόν υπάγεται στο ΙΚΑ και αρχίζει να λειτουργεί την 1η Σεπτεμβρίου του 2011. Καταργώντας όλες τις σχετικές υγειονομικές επιτροπές που λειτουργούσαν μέχρι τότε (με εξαίρεση αυτές του στρατού, του ναυτικού, της αεροπορίας και της αστυνομίας), οι αρμοδιότητές του αφορούν σε οτιδήποτε σχετίζεται με την πιστοποίηση της αναπηρίας: τον χαρακτηρισμό των ατόμων ως ΑμεΑ και τον καθορισμό του ποσοστού αναπηρίας τους για την καταβολή της ανάλογης σύνταξης, καθώς και για όλες τις κοινωνικές και οικονομικές παροχές ή διευκολύνσεις που προβλέπονται σχετικά. Αναμένεται επίσης το 30% των αιτούντων «να κοπούν» ή να διαγνωστούν με μικρότερο ποσοστό αναπηρίας.

Συμπληρωματικά προς τη λειτουργία του ΚΕΠΑ και προκειμένου να γίνει ένα πρώτο «ξεσκαρτάρισμα», το Φεβρουάριο-Μάρτιο 2012 πραγματοποιείται η απογραφή όλων των δικαιούχων αναπηρικών επιδομάτων και συντάξεων. Τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά, μας ενημερώνουν, καθώς 50.000 άτομα περίπου δεν προσήλθαν ως όφειλαν στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών. Πιο συγκεκριμένα, από τα 240.292 άτομα που ήταν εγγεγραμένα ως δικαιούχοι το 2011, δεν παρουσιάστηκαν τα 203.998. Αφήνοντας ένα μικρό ποσοστό κωλύματος προσέλευσης, η απουσία τους ερμηνεύτηκε αυτόματα ως απάτη, με αποτέλεσμα να ενταχθούν στις κατηγορίες διπλοεγγραφών, χρήσης πλαστών δικαιολογητικών και θανάτων δικαιούχων. Αποκαλύπτεται έτσι μια «πρωτοφανής λεηλασία» του δημόσιου ταμείου και των Ελλήνων φορολογουμένων, η οποία προέρχεται κυρίως από την ελληνική περιφέρεια. Το κόστος που προκύπτει από τις χιλιάδες «ανάπηρους-μαϊμούδες» της πρώτης φάσης υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 110 εκ. ευρώ, ενώ από τη δεύτερη φάση απογραφής που πρόκειται να διεξαχθεί μέσω των ΚΕΠΑ αναμένεται να φτάσει τα 230 εκ.

Σε αυτά τα πλαίσια, «η μεγαλύτερη απάτη προνοιακών επιδομάτων» αφορά και πάλι την κατηγορία της τυφλότητας, καθώς 3.500 από τους 23 .500 δικαιούχους (15% του σχετικού πληθυσμού) δεν απογράφηκαν. Μεταξύ των περιοχών που παρουσίασαν ασυνήθιστα ποσοστά (π.χ., Ηράκλειο, Φλώρινα, Καβάλα, Πιερία, Χίος), στη Ζάκυνθο εντοπίστηκαν τα υψηλότερα: από τους 700 δικαιούχους επιδόματος τυφλότητας προσήλθαν οι 100-180 (από τις πληροφορίες στον Τύπο δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία) και μεταξύ αυτών μόνο οι 60 αναγνωρίστηκαν ως πραγματικά τυφλοί. Η διαδικασία επανελέγχου που πραγματοποιείται το Σεπτέμβριο έρχεται να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Για την ακρίβεια, από τα 388 άτομα που κλήθηκαν να παρουσιαστούν στα ΚΕΠΑ, 146 δεν προσήλθαν. Μεταξύ των 221 δικαιούχων, επομένως, που εξετάστηκαν προέκυψε ότι το 17,65% είναι τυφλοί (34 εφ’ όρου ζωής και 5 για ένα έτος), ενώ το υπόλοιπο 82,35% των μη τυφλών (182 άτομα) αναμένεται να αυξηθεί κι άλλο εξαιτίας του μεγάλου αριθμού μη απογραφέντων. Η περίπτωση της Χίου ακολουθεί, καθώς από τα 416 άτομα που επανεξετάστηκαν (κλήθηκαν 460) τα 23 9 δεν είναι τυφλά. Αποδεικνύεται έτσι ότι το 60% των δικαιούχων ή 6 στους 10 τυφλούς εισπράττουν επίδομα «μαϊμού».

Και καθώς η λογική των ποσοστών ομογενοποιεί τις περιπτώσεις που συνοψίζει, χωρίς να παρέχει λεπτομέρειες για εκείνους που απαρτίζουν τις κατηγορίες της, το φαινόμενο των «μαϊμούδων-τυφλών» συγκροτείται και σε ένα άλλο επίπεδο πέραν των επίσημων αριθμών: σε αυτό που ο Μισέλ Φουκώ ονομάζει «μικροφυσική της εξουσίας», εννοώντας εκείνη την εξουσία που «ενεργοποιείται από τα συστήματα και τους θεσμούς, αλλά που η εγκυρότητά της τοποθετείται, κατά κάποιον τρόπο […] στα ίδια τα σώματα με την υλικότητά τους και τις δυνάμεις τους» (Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, Ράππα, Αθήνα 1989, σ. 39). Έτσι, παράλληλα με τις καταγγελίες πολιτών ή ακόμη και συγγενών, που δέχεται καθημερινά το υπουργείο Υγείας, τα ΜΜΕ φέρνουν στην επιφάνεια πλήθος άλλων «οργιαστικών» αποδείξεων για την ύπαρξη «μαϊμούδων-τυφλών». Παραθέτω ενδεικτικά:

Οικοδόμος στη Μυτιλήνη με 100% αναπηρία τυφλότητας εργάζεται σε οικοδομή, τυφλός ταξιτζής οδηγούσε στη Λακωνία, άλλος ήταν ανεβασμένος σε σκαλωσιά και άλλος δούλευε ως ντιλίβερι. Σε χωριό της Λακωνίας […] ένας τυφλός που έπαιρνε 1.000 ευρώ το μήνα εντοπίστηκε από ανθρώπους του ΟΓΑ να παίζει τάβλι στο καφενείο (Τα Νέα, 1.2.2011).

Δικαιούχος επιδόματος τυφλότητας προσήλθε στο ΚΕΠ και υποδείκνυε στους υπαλλήλους πώς να συμπληρώσουν την αίτηση απογραφής (Έθνος, 20.3.2012).

[…] Η καταγγελία αφορούσε 14 κατοίκους του μικρού αυτού χωριού [της Εύβοιας], οι οποίοι δήλωναν τυφλοί. Κατά σύμπτωση και οι 14 πιάστηκαν από τους ελεγκτές του υπουργείου Υγείας να παίζουν στο καφενεδάκι του χωριού μπιρίμπα και μάλιστα ο ένας απ’ αυτούς (με πάθηση ολικής τύφλωσης στα χαρτιά) κρατούσε και σημειώσεις (Το Βήμα, 4.4.2012).

Με εξαιρετική… μαεστρία πάρκαρε το αυτοκίνητό του 60χρονος από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έπαιρνε για χρόνια επίδομα... τυφλότητας, ενώ ανάλογο επίδομα φέρεται να εισέπραττε και η σύζυγός του για να τον φροντίζει. Σε σχετικό πόρισμα του ΣΔΟΕ αποκαλύπτεται ότι ο τυφλός «μαϊμού» πάρκαρε το ΙΧ του, μήκους 4,1 μέτρων, ανάμεσα σε δύο οχήματα σε κενό χώρο 4,5 μέτρων (Έθνος, 26.7.2012).

Άλλη μια υπόθεση με επίδομα μαϊμού αποκαλύφθηκε στην Πάτρα. Δημόσιος υπάλληλος έπαιρνε το επίδομα τυφλού και παράλληλα είχε αναδειχθεί πρωταθλητής στο μπιλιάρδο (ww.skai.gr).

Παρουσιάζοντας παρόμοιες λεπτομέρειες σχεδόν για κάθε κατηγορία αναπηρίας και συνοδεύοντάς τις με μία ανάλογη ατμόσφαιρα «αποκάλυψης πρωτοφανούς σκανδάλου», το φαινόμενο των «αναπήρων-μαϊμού» αποκτά, όπως είναι αναμενόμενο, τεράστιες διαστάσεις. Η αντίδραση που ακολουθεί από τα συνδικαλιστικά όργανα των αναπήρων είναι έντονη και αφορά τόσο τη στάση των ΜΜΕ όσο και τον τρόπο που πραγματοποιείται η πιστοποίηση της αναπηρίας.

Σχετικά με τα ΜΜΕ, καταγγέλλεται κυρίως η πρόωρη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της απογραφής, η δημοσίευσή τους δηλαδή χωρίς να έχει προηγηθεί η ανάλυσή τους. Όπως επισημαίνει ο Νομαρχιακός Σύλλογος ΑμεΑ Καβάλας, «ο αριθμός των ατόμων που δεν απογράφηκαν δεν παραπέμπει από μόνος του σε μαϊμούδες, επιδημίες και βιομηχανίες». Αυτό που επιβάλλεται αντιθέτως είναι ο διαχωρισμός μεταξύ των μαϊμούδων και των «πραγματικά» αναπήρων που δεν απογράφηκαν για λόγους που δεν σχετίζονται με απάτη (αδυναμία των δήμων να χορηγήσουν τις απαιτούμενες βεβαιώσεις ή των ΚΕΠ να εξυπηρετήσουν τους πολίτες, λήξη της ισχύος της απόφασης πιστοποίησης αναπηρίας, σωματική αδυναμία, αμέλεια, θάνατος κ.λπ.). «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από την απογραφή! Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από την επανεξέταση και τον επανέλεγχο!», υπογραμμίζει από την πλευρά του ο πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας ΑμεΑ, Ι. Βαρδακαστάνης, για να συνεχίσει λέγοντας ότι η συνομοσπονδία είχε ήδη από το 2003 παρατηρήσει την ασυνήθιστη αύξηση των επιδομάτων τυφλότητας στη Ζάκυνθο και ζητήσει εισαγγελική παρέμβαση χωρίς ωστόσο να εισακουστεί.


Αυτό που καταδεικνύεται με άλλα λόγια δεν είναι η ίδια η πιστοποίηση της αναπηρίας, αλλά ότι η διαδικασία με την οποία πραγματοποιείται καταλήγει να ταλαιπωρεί τους πραγματικούς δικαιούχους. Έτσι, η κυβερνητική απόφαση να σταματήσει από 1.4.2012 η καταβολή αναπηρικών επιδομάτων και συντάξεων σε όσους δεν απογράφηκαν, έχει ως αποτέλεσμα 40.000 άτομα να μην μπορούν να εισπράξουν τα χρήματα που δικαιούνται. Την παρακώλυση αυτή επιβαρύνουν οι επιπλέον καθυστερήσεις που προκύπτουν λόγω των οργανωτικών ελλείψεων των ΚΕΠΑ και της υποστελέχωσής τους ως προς τις ειδικές ιατρικές επιτροπές. Η διαδικασία επανελέγχου των αιτήσεων αργοπορεί τόσο πολύ, που οι εκτιμήσεις προβλέπουν ενάμιση με δύο χρόνια αναμονής προκειμένου κάποιος να λάβει την πιστοποίηση της αναπηρίας του.

Στα παραπάνω έρχεται τέλος να προστεθεί και το σημαντικό ζήτημα της μέτρησης, καθώς με τον νέο Κώδικα Εκτίμησης Βαθμού Αναπηρίας αυτό που προκύπτει είναι η μείωση των ποσοστών αναπηρίας. Πρακτικά κάτι τέτοιο σημαίνει ότι πολλά άτομα που μέχρι πρότινος είχαν διαγνωστεί με ποσοστό ικανό να τα εντάξει στο κλιμακωτό φάσμα των παροχών, με τις νέες μετρήσεις θα πάψουν αυτόματα να εμπίπτουν στην κατηγορία των ΑμεΑ. Και θεωρητικά σημαίνει ότι η μέτρηση της αναπηρίας σχετίζεται άμεσα με την αναγνώριση του προνοιακού επιδόματος ή άλλων σημαντικών δικαιωμάτων. Η περίπτωση της τυφλότητας είναι χαρακτηριστική αυτού. Όπως προκύπτει από τον νόμο του ’51, ο οποίος βρίσκεται σε ισχύ μέχρι και σήμερα,

Τυφλός κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου νοείται παν πρόσωπον, το οποίον στερείται παντελώς της αντιλήψεως του φωτός ή του οποίου η οπτική οξύτης είναι μικροτέρα του ενός εικοστού (1/20) της φυσιολογικής τοιαύτης.

Μεταφράζοντάς τον σε ποσοστά, νομίμως τυφλός και επομένως δικαιούχος προνοιακού επιδόματος είναι αυτός που η αναπηρία του κυμαίνεται μεταξύ 95-100%, αυτός δηλαδή που δεν βλέπει καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Όσοι εμπίπτουν στις υπόλοιπες ποσοστιαίες διαβαθμίσεις (80, 67, 50 και 3333% οπτική αναπηρία) χαρακτηρίζονται ως «άτομα με προβλήματα όρασης» (ή μερικώς βλέποντες). Αναγνωρίζονται έτσι ως κάτι λιγότερο από τυφλοί, απολαμβάνουν λιγότερα προνόμια και σίγουρα όχι αυτό του επιδόματος. Εν ολίγοις, ενώ εκείνο το άτομο που έχει διαγνωστεί με 80% αναπηρία είναι στην πράξη τυφλό (δεν έχει για παράδειγμα τις ίδιες ευκαιρίες εργασίας ή την ίδια άνεση κίνησης με έναν βλέποντα), βάσει των ιατρικών αξιολογήσεων και του ορισμού του τυφλού ατόμου καθίσταται «παράνομος» ή «μαϊμού» και καταδικάζεται ως τέτοιος.

Το ποιος είναι ανάπηρος ή όχι, συνεπώς πραγματικός δικαιούχος της κρατικής εύνοιας ή μαϊμού, διαμορφώνεται στη βάση μετρήσεων και ποσοστών. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: το ίδιο σύστημα που πιστοποιεί την αναπηρία, κατασκευάζει και τους «ανάπηρους-μαϊμού» του, ενώ με τους ίδιους πάλι όρους μέτρησης και ποσοτικοποίησης επιχειρεί να τους αποκαλύψει. Ή διαφορετικά, και προκειμένου το κράτος να αποδείξει ότι έχει εισέλθει σε μια διαδικασία διαφάνειας και συμμαζέματος της μέχρι πρότινος οικονομικής του ασυδοσίας, κατασκευάζει το «φαινόμενο» των ανάπηρων-μαϊμούδων ως αδιάσπαστο μέρος του συστήματος πιστοποίησης αναπηρίας, για να μπορέσει στη συνέχεια να το «εξαρθρώσει». Το μέγεθος ενός τέτοιου παραλογισμού αποκρύπτεται εντέλει πίσω από την κοινωνική και πολιτική παθογένεια πολιτών, γιατρών και πολιτικών αρχών της περιφέρειας (τονίζεται ότι οι δικαιούχοι επιδομάτων αυξήθηκαν έντονα κατά τη διάρκεια του 2010, έτους δημοτικών και περιφερειακών εκλογών) –και σίγουρα όχι του σύγχρονου κράτους πρόνοιας–, την οποία τα ΜΜΕ αποκαλύπτουν καθημερινά και με απόλυτη συνέπεια.

Εν μέσω οικονομικής κρίσης λοιπόν, και με υπερβολικές εκφράσεις που εκτείνουν το φάσμα της υποτιθέμενα γενικευμένης παθογένειας από την κατάσταση ασθένειας (απόστημα που έσπασε, επιδημία τυφλότητας, κρούσματα συνταξιούχων) μέχρι αυτήν της εγκληματικότητας (όργιο εξαπάτησης, τα πλοκάμια του κυκλώματος, σύσταση συμμορίας που χρήζει ποινικής αξιολόγησης), το φαινόμενο τον «ανάπηρων-μαϊμούδων» θυμίζει την ανησυχία που έχει επικρατήσει στην αμερικανική κοινωνία από τη δεκαετία του ’90 σχετικά με τον πολλαπλασιασμό όλων εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται ως θύματα. Εν ολίγοις, ο «φόβος» που αναπαράγεται είναι ότι όλο και περισσότεροι πολίτες (π.χ. γυναίκες, Αφρικανοί, ανάπηροι κ.λπ.) υιοθετούν την ταυτότητα του θύματος προκειμένου να διεκδικήσουν αποζημιώσεις ή να προασπίσουν τα δικαιώματά τους. Στην πραγματικότητα ωστόσο πρόκειται για «ψεύτικα θύματα», τα οποία, υπερβάλλοντας τον πόνο τους, μετατρέπονται σε θύτες: εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος τους κρατικούς πόρους και απειλούν επιπλέον να μετατρέψουν την ευρύτερη κοινωνία σε ένα σύνολο παθητικών, ευθυνόφοβων και εξαρτώμενων ατόμων ή, σύμφωνα με ένα πιο ακραίο σενάριο, επιθετικών και πιθανών εγκληματικών προσωπικοτήτων. Το «αληθινό θύμα» αντιθέτως είναι εκείνο που, σαν κύριος του εαυτού του, αποφεύγει να προβάλλει το άδικο που έχει υποστεί· εκείνο με λίγα λόγια που στην πιο ιδανική του μορφή αρνείται ότι είναι θύμα (Alyson M. Cole, The Cult of True Victimhood. From the War on the Welfare to the War on Terror, Stanford University Press, Στάνφορντ 2007, σ. 3).

Ο λόγος αυτός περί αληθινού ή ψεύτικου θύματος έχει αποτελέσει κάτι πολύ παραπάνω από ένδειξη συντηρητισμού. Κάνοντας υπερβολικά δύσκολη την καταγγελία της κοινωνικής αδικίας που ευνοεί κάποιους εις βάρος κάποιων άλλων, η εξιδανικευμένη εικόνα του «αληθινού θύματος» έχει ως πολιτική συνέπεια τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, των σύγχρονων προοδευτικών πολιτικών και των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 (ό.π., σ. 19). Σε αυτά τα πλαίσια, ο λόγος των αναπηρικών οργανώσεων μοιάζει μάλλον αντιφατικός. Από τη μία πλευρά, η προθυμία εκ μέρους τους να συμμετάσχουν στη διαδικασία απογραφής και επανελέγχου της αναπηρίας των μελών τους, προκειμένου να διαχωριστούν οι πραγματικοί ανάπηροι από τους μαϊμούδες, αποτελεί αναπαραγωγή του ίδιου του συστήματος που επιχειρεί να τους καταδικάσει. Από την άλλη ωστόσο, οι κατηγορίες που εκφράζουν ότι οι νέες πολιτικές πιστοποίησης λειτουργούν ως προκάλυμμα για επιπλέον περικοπές στον τομέα των προνοιακών επιδομάτων και συντάξεων, παραμένουν όχι μόνο εύστοχες, αλλά και προφητικές.


1. Για μια συνεπή κινηματογραφική αποτύπωση των τότε κινητοποίησεων, βλ. το μεγάλου μήκους ντοκυμαντέρ της Μαίρης Χατζιμηχάλη-Παπαηλιού «Ο αγώνας των τυφλών» (1977).

Περιοδικό λεύγα τ. 9 (Νοε. 2012), σ. 19-23.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Κριστόφ: Η στρατηγική της δίκης, 1922-2012

Αντί προλόγου
Για να το πούμε με δυο λόγια: η επιστροφή στους αγώνες που δόθηκαν τον προηγούμενο αιώνα εντός και εναντίον των μηχανισμών της δικαστικής και σωφρονιστικής εξουσίας δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο ή το ανεπίκαιρο. Στο εδώ και στο τώρα, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση-διαχείριση της κρίσης εξελίσσεται εν πολλοίς με τη μορφή κοινωνικού πολέμου χαμηλής έντασης, με την επιστράτευση όλου του νομοθετικού και δικονομικού οπλοστασίου του αστικού κράτους. Κάθε αγωνιζόμενος άνθρωπος μπορεί πλέον να (για την ακρίβεια: είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα) βρεθεί αντιμέτωπος με την κρατική καταστολή, παλιά ή/και νέα, προληπτική ή/και τιμωρητική – και θα χρειαστεί να ξέρει, ή να θυμάται, τότε ότι αυτό που αντιμετωπίζει δεν είναι ένα φαινόμενο που του ενέσκηψε εξ ουρανού, αλλά μια διαδικασία με ιστορία τόσο από τη δική μας μεριά όσο και από τη μεριά του αντιπάλου. Το κείμενο που μεταφράζουμε παρακάτω συνοψίζει την πολύμορφη γαλλική εμπειρία του 20ού αιώνα. Για το σήμερα, καθένας και καθεμία μπορεί να αντλήσει από αυτήν τα διδάγματα που θεωρεί χρησιμότερα.
λεύγα


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Κώστας Σπαθαράκης: Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης


Οι μέρες του Μαΐου του 1936 υπήρξαν πράγματι κρίσιμες. Στις 29 Απριλίου οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης είχαν ξεκινήσει απεργία διαρκείας, ζητώντας αύξηση του ημερομισθίου και εφαρμογή της σύμβασης με τους καπνέμπορους, η οποία διασφάλιζε ένα κατώτατο όριο στο μεροκάματο και η οποία είχε καταπατηθεί μέσα στην κρίση το 1931. Η απεργία επεκτείνεται σε πολλές πόλεις, με συγκρούσεις απεργών και αστυνομίας. Στις 9 Μαΐου ο στρατός και η χωροφυλακή χτυπούν τους απεργούς στη Θεσσαλονίκη.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Καίτη Πάπαρη: Κρίση και «τραύμα», η άνοδος της ακροδεξιάς και η κοινοτοπία της

Κυρίαρχος προβληματισμός σήμερα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας σε κρίση είναι η ανάδειξη και κοινοβουλευτική άνοδος της ακροδεξιάς, μια εξέλιξη ιδιαιτέρως ανησυχητική, καθώς θυμίζει την επανάληψη ενός γνωστού στην ιστορία μοτίβου κοινωνίας σε κρίση και υποδηλώνει ότι η κοινωνία ολισθαίνει σε μια βαθιά κοινωνική και πολιτισμική πλέον κρίση.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Δήμητρα Σπανού: Τυνησία, ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω


Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου η Τυνήσια Habiba Ghribi κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στα 3.000 μέτρα με φυσικά εμπόδια. Η ίδια αφιέρωσε το μετάλλιό της στον αραβικό κόσμο, στις Τυνήσιες γυναίκες και στη νέα Τυνησία, τη γενέτειρα της αραβικής άνοιξης. Πίσω στην Τυνησία όμως, δεν μοιράζονται όλοι τον ίδιο ενθουσιασμό για το μετάλλιό της, κι ας αποτέλεσε η νίκη της ορόσημο για την αθλητική ιστορία της χώρας. Υπήρξαν φωνές που επέλεξαν να εστιάσουν στην ενδυμασία της, δηλαδή το τυπικό σορτς και μπλουζάκι που φοράνε οι αθλήτριες του στίβου. Για μερίδες της κοινωνίας, η Ghribi αγωνίστηκε με τα «εσώρουχά» της και αυτό αποτελεί τέτοια ντροπή που θα έπρεπε ακόμα και να της αφαιρεθεί η ιθαγένεια. Η χώρα δεν χρειάζεται μετάλλια από ακάλυπτες και γυμνές γυναίκες!

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Κλειώ Χαρέμη: Cherchez la femme


Πρέπει καταρχάς να κάνω σαφές ότι δεν έχω ασχοληθεί ποτέ σε θεωρητικό επίπεδο με τα ζητήματα φύλου. Το μοναδικό υπόβαθρο για τη συγγραφή της παρούσας επιστολής είναι η προσωπική εμπειρία στη ζωή και σε οργανώσεις της αριστεράς, κάποια σκόρπια διαβάσματα κλασικών, αλλά και μοντέρνων, του μαρξισμού και οι εικόνες που έχω από φίλες που είναι ιδιαίτερα δραστήριες όσον αφορά το φύλο. Ο λόγος που αποφάσισα να γράψω στη Λεύγα ήταν η απάντηση της συντρόφισσας Τουλούμη στο άρθρο του συντρόφου Τσιβίκη της Λεύγας 7 που δημοσιεύτηκε στη Λεύγα 8, η οποία με γέμισε ερωτήματα. Τολμώ να πω ότι πολλά από αυτά κατέληξαν ρητορικά!

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Κωστής Καρπόζηλος: Restarting Greece ή Ριστάρτινγκ Γκρις;



Σ’ αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης, [οι άνθρωποι] επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους, για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ’ αυτή τη δανεισμένη γλώσσα, τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας.
Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Στις 25 Σεπτεμβρίου του 2012 σε μια μικρή αίθουσα στο Παρίσι, ο Ζακ Ντελπλά (Jacques Delpla) άνοιξε το λάπτοπ του, διόρθωσε διακριτικά την ημερομηνία του powerpoint που είχε ξεμείνει από τον Ιούλιο όταν είχε μιλήσει στη Μήλο προσκεκλημένος στο 11ο CRETE (Conference on Research on Economic Theory and Econometrics) και ξεκίνησε να παρουσιάζει τις θέσεις του για το πολυφορεμένο εσχάτως θέμα της ελληνικής κρίσης. Μέλος του γαλλικού συμβουλίου οικονομικών αναλύσεων (Conseil d’analyse économique), υψηλόβαθμο στέλεχος της BNP-Paribas και σύμβουλος της ρωσικής κυβέρνησης στα χρόνια της μετάβασης στην ελεύθερη αγορά, ο Ζακ Ντελπλά απασχόλησε τον ελληνικό Τύπο μόνο το καλοκαίρι του 2012, όταν συνέδεσε την ενδεχόμενη μονομερή καταγγελία του μνημονίου με σενάρια γενικευμένης αποσταθεροποίησης και δη μιας τουρκικής εισβολής σε «ολόκληρη την Κύπρο, στα Δωδεκάνησα ή στη Θράκη». Μέχρι εδώ τίποτα ξεχωριστό· ένα ακόμα δημοσίευμα από αυτά που κατά τον προεκλογικό ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσαν «πράξη προσβολής της εθνικής αξιοπρέπειας και υπονόμευσης της δημοκρατίας στη χώρα μας».

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Κώστας Περούλης: Στηβ Τζομπς, η αισθητικοποίηση του επιχειρείν


Στις σημαντικότερες σελίδες του βιβλίου του Μισέλ Ουελμπέκ Ο Χάρτης και η Επικράτεια, ο συνονόματος ήρωας Μισέλ Ουελμπέκ σχολιάζει έναν πίνακα του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, ζωγράφου Ζεντ Μαρτέν, που απεικονίζει τον Μπιλ Γκέιτς με τον Στηβ Τζομπς να παίζουν μια παρτίδα σκάκι στην κατοικία του τελευταίου στο Πάλο Άλτο. Ο Ουελμπέκ αναφέρει ότι, διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Γκέιτς, δεν στάθηκε στις κυνικές ομολογίες του ότι δεν είναι απαραίτητα πλεονέκτημα για μια επιχείρηση να προτείνει τα πιο καινοτόμα προϊόντα, αλλά αρκεί να παρατηρεί τους ανταγωνιστές της –κι εδώ εννοεί την Apple– και να πλημμυρίζει την αγορά με αντίγραφα σε χαμηλότερη τιμή. Περισσότερο συγκινητικά, λέει, του φαίνονται τα αποσπάσματα όπου ο Γκέιτς εκφράζει την βαθιά πίστη του στον καπιταλισμό, την πίστη ότι το καλό της αγοράς ταυτίζεται τελικά πάντα με το γενικό καλό.


Τότε είναι που εμφανίζεται ο Μπιλ Γκέιτς, στη βαθιά του αλήθεια, σαν μια ύπαρξη γεμάτη πίστη κι αυτήν την πίστη, αυτήν την ειλικρίνεια του τίμιου καπιταλιστή κατάφερε να αποδώσει ο Ζεντ Μαρτέν, απεικονίζοντάς τον, με τα χέρια ελαφριά ανοιχτά, ζεστό και φιλικό, τα γυαλιά του να λάμπουν με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που δύει πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Τζομπς αντίθετα, αδυνατισμένος από την αρρώστια, με ανήσυχο πρόσωπο και αραιό μούσι, επίπονα στηριγμένος στο δεξί του χέρι, θύμιζε έναν από εκείνους τους περιοδεύοντες ιεροκήρυκες που βρίσκεται για δέκατη ίσως φορά να επαναλαμβάνει βιαστικά το κήρυγμά του μπροστά σ’ ένα αραιό και αδιάφορο εκκλησίασμα που ξαφνικά καταλαμβάνεται από αμφιβολία.

Ωστόσο, ο ακίνητος, αδυνατισμένος Τζομπς που βρισκόταν στη θέση του χαμένου, ήταν εκείνος που έδινε την εντύπωση ότι ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. […] Στο βλέμμα του έλαμπε ακόμα εκείνη η φλόγα που δεν συναντάμε μόνο στους ιεροκήρυκες και τους προφήτες, αλλά και στους εφευρέτες που τόσο συχνά περιγράφει ο Ιούλιος Βερν. Κοιτάζοντας πιο προσεχτικά τη θέση των πιονιών στη σκακιέρα που ζωγράφισε ο Μαρτέν, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν ήταν απαραίτητο να χάσει ο Τζομπς και ότι μπορούσε, εάν θυσίαζε τη βασίλισσα του, να τελειώσει σε τρεις κινήσεις με ένα θρασύ ματ του αξιωματικού. Κατά τον ίδιο τρόπο μας δίνεται η εντύπωση ότι μπορεί, με μια λαμπρή διαίσθηση κάποιου νέου προϊόντος, να επιβάλει ξαφνικά στην αγορά νέους κανόνες.


Ο Ουελμπέκ εξέδωσε το μυθιστόρημά του ένα χρόνο πριν από τον θάνατο του Στηβ Τζομπς. Και, όπως κάθε μεγάλος εγωπαθής συγγραφέας, θα απολαμβάνει σίγουρα το γεγονός ότι η Apple τελικά έγινε ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, και κυρίως ότι όλες οι νεκρολογίες του Τζομπς μιμήθηκαν κάτι από το δικό του άγγιγμα. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Ουελμπέκ, που σημειώνει έγκαιρα αυτό που έμελλε να χαρακτηρίσει όλες τις αγιογραφίες του Τζομπς, δηλαδή τον χαρακτηρισμό του ως «καινοτόμου οραματιστή», αποφεύγει να κάνει λόγο για το μέσο επίτευξης των «οραμάτων» του που τον έκανε τόσο διάσημο, δηλαδή την αισθητική. Γιατί τα μεγάλα «έργα» του Τζομπς, το ipod, το iphone, το ipad, περισσότερο από τεχνολογικά επιτεύγματα, υπήρξαν αισθητικά επιτεύγματα. Αντίθετα, ο Ουελμπέκ αισθητικοποιεί τον ίδιο τον Τζομπς. Με μια πρώτη ματιά αυτό μοιάζει παράδοξο: ένας ασθενικός ιεροκήρυκας που σαν τρελός προφήτης οραματίζεται κάποια αλήθεια για τον κόσμο δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με την υψηλή αισθητική των πανάκριβων λαμπερών προϊόντων του δισεκατομμυριούχου Τζομπς. Ο Ουελμπέκ όμως έχει βαθιά γνώση για τη λογοτεχνία και τους δικούς της ήρωες, εκείνους που ακόμα και σήμερα επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Οι Γερμανοί ρομαντικοί φιλόσοφοι και λογοτέχνες του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, ασθενικοί και πεισιθάνατοι συχνά κι οι ίδιοι όσο και οι ήρωες των έργων τους, αντικατέστησαν στη μυθολογίατους τον ιερέα με τον καλλιτέχνη και τον –νεκρό από την λαίλαπα του Διαφωτισμού– Θεό με την τέχνη. Στον ορθολογισμό αντέταξαν τη μεταφυσική, η τέχνη που κήρυτταν αυτοανακηρυσσόταν σε μια ανορθολογική παν-επιστήμη. Πώς; Η αισθητική εμπειρία, συμπυκνωμένη απόλυτα μέσα στο πρωτότυπο έργο τέχνης, έγινε μια μυστικιστική εμπειρία/γνώση του κόσμου: μόνο η διαίσθηση του ιδιοφυούς καλλιτέχνη μπορούσε να συλλάβει το πνεύμα μιας εποχής, μόνο η φαντασία του μπορούσε να το μεταδώσει στους υπόλοιπους ανθρώπους. Και, ακόμα περισσότερο, για να ξαναρθούμε στον καινοτόμο Τζομπς και τα προϊόντα του, ο καλλιτέχνης θεωρήθηκε ένα με το έργο του, κι αυτό με όλους τους ανθρώπους – τούτο ήταν το όραμα μιας ενότητας του κόσμου όπου ο καλλιτέχνης μόνος μπορούσε να συνδέεται συναισθητικά και να βλέπει στο «εσωτερικό» όλων των ανθρώπων με τη «συμπαθητική» φαντασία του. Συχνά «καταραμένος» και γεμάτος αγωνία, ο ρομαντικός καλλιτέχνης και οι ήρωές του υπήρξαν επαναστατικές ιδιοφυΐες απέναντι στον «πεζό» τρόπο ζωής των αστών. Όταν επομένως ο Ουελμπέκ αισθητικοποιεί τον καινοτόμο Στηβ Τζομπς με τους όρους του ρομαντικού καλλιτέχνη, δεν κάνει άλλο απ’ το να μιλάει για τα προϊόντα του ως προϊόντα αισθητικής, ως έργα τέχνης.

Μοιάζει με ιεροσυλία για έναν λογοτέχνη να συνταιριάζει τόσο ιερές έννοιες της ρομαντικής φιλοσοφίας και τέχνης, όπως η «διαίσθηση» και το «όραμα», με ένα καταναλωτικό προϊόν, το οποίο θα άλλαζε τους κανόνες της αγοράς με τον ίδιο τρόπο που η μοναδική ιδιοφυΐα του καλλιτέχνη κατά τον Καντ ξαναγράφει τους κανόνες της τέχνης. Ένα χρόνο μετά ωστόσο, η αδερφή του Τζομπς, καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και συγγραφέας και η ίδια, στον επικήδειο λόγο της επικύρωσε όλα τα θεωρητικά εργαλεία γι’ αυτόν τον «καλλιτέχνη με την πίστη στο ιδανικό»: «Η καινοτομία δεν ήταν η υψηλότερη αξία του Στηβ. Η ομορφιά ήταν [...]. Η φιλοσοφία του για την αισθητική μού θυμίζει μια ρήση που πάει κάπως έτσι: “Η μόδα είναι αυτό που μοιάζει όμορφο τώρα αλλά φαίνεται άσχημο αργότερα. Η τέχνη μπορεί να φανεί άσχημη με την πρώτη ματιά αλλά γίνεται όμορφη αργότερα”. Ο Στηβ πάντα απέβλεπε στο όμορφο αργότερα. Γι’ αυτό ήταν πρόθυμος να παρεξηγηθεί στο τώρα». Έτσι, την τελευταία του μέρα, όταν βαριανασαίνοντας έφυγε απ’ τη ζωή, «ακόμα και τότε είχε ένα αυστηρό, όμορφο ακόμα προφίλ, το προφίλ του απόλυτου, του ρομαντικού» (http://goo.gl/iD2He).

Ακόμα κι αν η αδερφή του παρασύρθηκε λιγάκι από τα λογοτεχνικά της ενδιαφέροντα, ο βιογράφος του Τζομπς Walter Isaacson θα γράψει στον δικό του «επικήδειο» με τον τίτλο «η ιδιοφυΐα του Στηβ Τζομπς»:

Τα ευφάνταστα νοητικά άλματά του ήταν ενστικτώδη, απροσδόκητα και κατά καιρούς μαγικά. Πυροδοτούνταν από διαίσθηση, όχι από αναλυτική αυστηρότητα […]. Μου είπε ότι άρχισε να εκτιμά τη δύναμη της διαίσθησης, σε αντιδιαστολή με αυτό που αποκαλούσε «δυτική ορθολογική σκέψη», όταν περιπλανιόταν στην Ινδία, αφού εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο. […] Είχε πολλή φαντασία και ήξερε πώς να την εφαρμόζει. Όπως είπε ο Αϊνστάιν «η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση» […]. Η ικανότητα να συγχωνεύει κανείς τη δημιουργικότητα με την τεχνολογία εξαρτάται από την ικανότητά του να συντονίζεται συναισθηματικά με τους άλλους. […] [Ο Τζομπς] μπορούσε να «ζυγίζει» τους ανθρώπους, να καταλαβαίνει τις εσώτερες σκέψεις τους, να τους καλοπιάνει, να τους τρομάζει, να στοχεύει στις βαθύτερες αδυναμίες τους και να τους ευχαριστεί κατά βούληση […] [σ]το σταυροδρόμι των ανθρωπιστικών και των θετικών επιστημών. Αυτή είναι η φόρμουλα της αληθινής καινοτομίας, όπως έδειξε η σταδιοδρομία του Στηβ Τζόμπς. (http://goo.gl/kYYs7)

Ακόμα και αν ο βιογράφος του –επαγγελματίας συγγραφέας κι αυτός– παρασύρθηκε επίσης λιγάκι από τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, δύσκολα θα μπορούσε να πει τελικά κανείς κάτι τέτοιο για τον ίδιο τον Τζομπς. «Η τεχνολογία από μόνη της δεν είναι αρκετή», είπε ο Τζομπς στο τέλος του λόγου του παρουσιάζοντας το iPad 2, τον Μάρτιο του 2011, λίγους μήνες πριν πεθάνει. «Είναι η τεχνολογία παντρεμένη με τις ελευθέριες τέχνες που παράγει τα αποτελέσματα που κάνουν τις καρδιές μας να τραγουδούν». Με μια «επανάσταση» στο μάρκετινγκ, ήταν η ίδια η προσωπική ιστορία του Τζομπς που, νέος και αδέκαρος, περιφρονούσε τα χρήματα μπροστά στους οραματισμούς του, ήταν οι ίδιοι οι διαπρύσιοι λόγοι του και η σκηνική του παρουσία με το μπλου τζην και το μαύρο ζιβάγκο καθώς παρουσίαζε τα προϊόντα της Apple που επικύρωναν την πρωτοτυπία των «καινοτόμων» δημιουργημάτων – οι άνθρωποι έκαναν ουρά για να τον παρακολουθήσουν όσο και για να αγοράσουν κάποιο απ’ τα γκάτζετ του. Από τα εκατοντάδες χιλιάδες μηνύματα που αναρτήθηκαν στην διεύθυνση της Apple rememberingsteve@apple.com, κάποιος έγραψε ότι «θα μας λείπεις για πάντα αληθινέ ΗΡΩΑ», κάποιος άλλος, «ένας οραματιστής και ήρωας», ένας άλλος «μάς πληγώνει να χάνουμε έναν τέτοιον απίστευτο οραματιστή και καλλιτέχνη», και πάει λέγοντας – σίγουρα όλοι αυτοί δεν ήξεραν να πουν τι είναι ο ρομαντικός καλλιτέχνης, αλλά ήξεραν να το νιώσουν. Εντέλει, όπως συνόψισε το περιοδικό Wired, μετά βεβαιότητας χωρίς να έχει υπόψη του τη «συμπαθητική» φαντασία» των Γερμανών ρομαντικών, «ο Στηβ Τζομπς ήταν τόσο ταλαντούχος, οραματιστής και αποφασισμένος. Συνδύαζε μία έμφυτη κατανόηση της τεχνολογίας με μια υπερφυσική αίσθηση για αυτό στο οποίο θα ανταποκρίνονταν οι πελάτες του» (http://goo.gl/irUCe). Και ο ίδιος ο Στηβ Τζομπς ταυτίστηκε τελικά με τα καινοτόμα «έργα» του σε τέτοιο βαθμό που οι εμφανίσεις του ενώ κατέρρεε από τον καρκίνο προκειμένου να παρουσιάσει μια ακόμα έκδοση του iphone, τον έκαναν τελικά έναν αληθινό καλλιτέχνη που αφήνει την ψυχή του πάνω στη σκηνή. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε όχι από εκπρόσωπο της οικογένειας αλλά από την ίδια την Apple.

Αισθητικοποίηση του επιχειρείν τώρα

Μπορεί η «εφαρμοσμένη αισθητική» να αποτελεί πια έναν από τους πάγιους τόπους του μάρκετινγκ ως δημιουργία αξίας και μετάδωσής της στον καταναλωτή, όμως η περίπτωση του Στηβ Τζομπς ξεφεύγει απ’ τα πλαίσια, όπως και οι πωλήσεις των προϊόντων της Apple. Γιατί άραγε ο καπιταλισμός χρειάζεται τους όρους του γερμανικού ρομαντισμού για να ντύσει τον ήρωά του – συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Τζομπς ως δημιουργού της περσόνας του; Σίγουρα η πολιτισμική κληρονομιά του ρομαντισμού είναι να μας συναρπάζουν εκείνες οι προσωπικότητες που ονομάζουμε «επαναστάτες» και «ιδιοφυΐες». Σε τι εξυπηρετεί όμως η ρομαντικοποίηση του επιχειρηματία, η αισθητικοποίηση του επιχειρείν;


Στην μεταμοντέρνα εποχή της αποκέντρωσης του υποκειμένου και του απρόσωπου χρηματιστικού κεφαλαίου, τα ονόματα των πάλαι ποτέ «Ροκφέλερ» έπαψαν να έχουν κάποια σημασία μέσω της γοητείας που ασκούσαν στο συλλογικό φαντασιακό – εκτός αν επρόκειτο για προσωποποιήσεις του ίδιου του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως ο Σόρος και ο Μπάφφετ ή κάποιοι Άραβες σεΐχηδες ή Ρώσοι ολιγάρχες που κουβαλούν ακόμα τα σημάδια μιας προκαπιταλιστικής εποχής. Ο Τζομπς υπήρξε ακριβώς το αντίδοτο σε ό,τι αποτέλεσε τον πυρήνα της κρίσης του ύστερου καπιταλισμού: το απρόσωπο χρηματιστικό κεφάλαιο των επενδυτικών τραπεζών και των hedge funds αποσύρθηκε ως διά μαγείας στη σκιά και στη θέση του εμφανίστηκε το μελαγχολικό πρόσωπο του Τζομπς-ήρωα, [1] που, αίφνης, σε άλλη μια αντικαπιταλιστική στροφή, φάνηκε να συνδέεται οργανικά με το προϊόν της «εργασίας» του, με αυτό που παράγει η διάνοιά του. Σαν τον ρομαντικό καλλιτέχνη που ταυτίζεται με τα δημιουργήματά του, ο Τζομπς πάνω απ’ όλα ήταν τα γκάτζετ του: η λιτή αισθητική τους ήταν η συνέχεια της μαυροντυμένης λιτής μορφής του. Το στυλ τους το στυλ του. Ο καπιταλισμός στην ύψιστη μορφή του της καινοτομίας, λέει ο Τζομπς, δεν αλλοτριώνει τον εργαζόμενο απ’ το προϊόν της εργασίας του, αντιθέτως τον συνδέει οργανικά με αυτό. Δεν έχει καμία σημασία αν κάποιο εξάρτημα του μαζικού προϊόντος φτιάχνεται στην Κίνα και κάποιο άλλο στο Μεξικό. Δεν έχει καν σημασία αν ο Τζομπς δεν είχε από κάτω του παρά στρατιές σχεδιαστών, μηχανικών και διαφημιστών, να δημιουργούν τα προϊόντα, όντας απλά το «ιδιοφυές» σκυλίσιο αφεντικό. Αυτό που έμενε κάθε φορά ήταν η παρουσίαση απ’ τον ίδιο τον Τζομπς, σαν να ήταν η φυσική του και μόνο παρουσία που αναιρούσε την πραγμοποίηση του προϊόντος μετατρέποντάς το σε μοναδικό «έργο τέχνης» και όχι το αντίστροφο. Είναι γνωστή η ιστορία με το «πρωτότυπο» iphone 4 του Τζομπς, το οποίο ξέχασε σε μια συνάντηση και μετά τηλεφωνούσε για να το βρει.


Όπως εξήγησε κάποτε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, σε μια εποχή που έγινε δυνατή η τεχνική αναπαραγωγιμότητα του πρωτότυπου έργου τέχνης (αρχικά τυπογραφία έναντι χειρόγραφου και αργότερα δίσκοι αντί για ζωντανή μουσική, φωτογραφίες αντί για ζωγραφικούς πίνακες, ταινίες αντί για ζωντανές θεατρικές παραστάσεις), το έργο τέχνης έχασε ανεπιστρεπτί την αύρα του, δηλ. το «εδώ και τώρα» του, την ανεπανάληπτη παρουσία του πρωτοτύπου, τη μοναδικότητα και τη γνησιότητά του. Το έργο τέχνης έγινε με την τεχνολογική εξέλιξη από μοναδιαίο πρωτότυπο μαζική παραγωγή αντιγράφων. Τούτη η απολεσθείσα αύρα ωστόσο, η οποία κατάγεται από την αρχική θέση των έργων τέχνης στις θρησκευτικές τελετουργίες και τη συνακόλουθη λατρευτική τους αξία, επέτρεψε την είσοδο του έργου τέχνης στην πολιτική, καθώς μέσω των αντιγράφων ανοίχτηκε στις μάζες.

Υπάρχει κάτι που ξεπερνάει τον τυπικό φετιχισμό του εμπορεύματος – το χαμένο iphone του Στηβ Τζομπς αποκλήθηκε το «πρωτότυπο» σαν να μην υπήρχε από πίσω μια γραμμή παραγωγής που βγάζει εκατομμύρια πανομοιότυπες συσκευές. Αυτή η πονηρή αντιστροφή, όπου η τεχνική αναπαραγωγή ενός εμπορεύματος μετατρέπεται σε πρωτότυπο έργο τέχνης μέσω ταύτισης «καινοτομίας», ιδιοφυΐας και αισθητικής, οδηγεί στην αντεστραμμένη επανεισαγωγή της χαμένης «λατρευτικής αξίας»: στα αποχαιρετιστήρια μηνύματα για τον Τζομπς, κάποιος ανώνυμος έγραψε απλά ότι «χάρη σ’ αυτόν έχουμε τώρα συσκευές που δεν είναι “απλά συσκευές”». Ή, με άλλους όρους, τα πλήθη έκαναν μεταμεσονύχτιες ουρές για ένα πανάκριβο προϊόν εν μέσω παγκόσμιας κρίσης, η Apple έγινε η εταιρεία με τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αξία στον κόσμο. Ο Τζομπς-ως-καλλιτέχνης προσέδωσε στα προϊόντα της Apple την χαμένη «αύρα» του έργου τέχνης και, αν ζούσε ο Μπένγιαμιν, θα αναγκαζόταν τώρα να ξανασκεφτεί τις δυνατότητες του καπιταλισμού να αναπαράγει πρωτότυπες κοινωνικές λειτουργίες υπό μορφή εμπορεύματος. Επί της ουσίας, το συμβολικό επίπεδο του δημιουργού και του δημιουργήματος επενδύει τη μαζικότητα του εμπορεύματος, η οποία έτσι αποκρύπτεται. Και αντίστροφα, τούτη η νέα «αύρα» στην υπηρεσία του μάρκετινγκ επέτρεψε ώστε η αέναη επανάληψη του μαζικού προϊόντος να πολλαπλασιάζει το «έργο τέχνης» όχι πια ως αντίγραφο, αλλά ως «πρωτότυπο»: κάθε νέα έκδοση του iphone, κάθε νέα έκδοση του ipad, κάθε νέα application, ξαναθέτει την αυθεντικότητα της «καινοτομίας» απ’ την αρχή. Εντελώς ειρωνικά, αν η απώλεια τηςαύρας των έργων τέχνης κατέστη κάποτε δυνατή με τα «αναλογικά» μέσα, τον δίσκο βινυλίου, το χαρτί, το φιλμ, η επάνοδος της «αύρας» με τα νέα ψηφιακά μέσα έγινε με την απώλεια της αύρας σε δεύτερο βαθμό, την απώλεια δηλαδή της δικιάς τους αύρας που απέκτησαν με το χρόνο το βινύλιο, το φιλμ και το βιβλίο λόγω της πρώτης εμφάνισης των ψηφιακών μέσων.

Ο Μάρτιν Τζαίη (Martin Jay) έγραψε ότι η αισθητικοποίηση της πολιτικής, που πρώτος ο Μπένγιαμιν εντόπισε στις ρητορικές των φασιστών και στην από μέρους τους ρομαντικοποίηση του πολέμου, οικειοποιήθηκε το δόγμα –των νεορομαντικών αισθητιστών του τέλους του 19ου αιώνα– «τέχνη για την τέχνη». Αναφέρει ότι σε μια επίσκεψή του στο Παρίσι το 1891, ο Όσκαρ Ουάιλντ λέγεται ότι είχε πει πως «όταν ο Μπενβενούτο Τσελλίνι σταύρωσε έναν ζωντανό άνθρωπο για να μελετήσει τους σπασμούς των μυών του κατά την ώρα της επιθανάτιας αγωνίας του, ο πάπας δίκαια του έδωσε άφεση αμαρτιών», γιατί «τι είναι ο θάνατος ενός αγνώστου ατόμου όταν αυτός ο θάνατος δίνει τη δυνατότητα ν’ ανθίσει ένα αθάνατο έργο;». Από κει δεν ήταν παρά ένα βήμα μέχρι τον υπουργό του Μουσσολίνι Τσιάνο που «παρομοίωνε τις εκρήξεις βομβών που ρίχνονταν εναντίον των ατάκτως φευγόντων Αιθιόπων το 1936 με λουλούδια που άνθιζαν ξαφνικά». Ο καπιταλισμός, τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας, εγκατέλειψε τον πόλεμο (στη Δύση βέβαια) ως μέσο επίλυσης των κρίσεών του – στην πρόσφατη κρίση του όμως η αισθητικοποίηση του επιχειρείν φάνηκε να μπορεί να αντικαταστήσει εκείνην της βίας. Οι ατάκτως φεύγοντες Αιθίοπες δεν είναι άλλοι από τους κάθε λογής έγκλειστους Κινέζους που αυτοκτονούν, μην αντέχοντας τις συνθήκες εργασίας που τους επιβάλλονται προκειμένου να προλάβουν τις παραγγελίες της Apple. Ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς όταν μπορεί να δει την συγκινητική ομορφιά του νέου ipad; Σίγουρα όχι τα εκατομμύρια των πτυχιούχων καταναλωτών της πάντα διψασμένης για «δημιουργία» μεσαίας τάξης της Δύσης, που, αν και συχνά επισφαλείς εργαζόμενοι ή άνεργοι και οι ίδιοι σ’ έναν κόσμο ραγδαίας φτωχοποίησης, όπου όλα τα παραδοσιακά μέσα κοινωνικής συναίνεσης δυσκολεύονται πια να λειτουργήσουν συνεκτικά, δεν έχουν, ως άλλοι συνεπαρμένοι Ιταλοί στρατιώτες που ρίχνουν τις βόμβες (στους εαυτούς τους), παρά να κάνουν μια απλή αισθητική κρίση για να πειστούν πως τουλάχιστον ένα προϊόν της Apple, φτιαγμένο από μια ιδιοφυΐα, αξίζει τα λεφτά του, γιατί σου δίνει κάτι απ’ τη «μαγεία» του. Γιατί, όπως «παραδέχτηκε» ολόκληρος Διευθυντής του MoMA της Νέας Υόρκης, συγκρίνοντάς τον αντίκτυπο του Τζομπς σήμερα με εκείνον του Μπομπ Ντύλαν στη γενιά του, η επιμονή του Τζομπς στην αισθητική τελειότητα, «έκανε το να κατέχεις ένα προϊόν της Apple μια βαθιά προσωπική δήλωση» (http://goo.gl/ZPmiZ). Βέβαια ο Τέρι Ήγκλετον θα του απαντούσε ότι οι αισθητικές κρίσεις υπό τους ρομαντικούς όρους του «απόλυτου», της «ενότητας» του κόσμου και της «κοινότητας», αν και μοιάζουν υποκειμενικές και προσωπικές, έχουν τελικά ένα ομογενοποιητικό αποτέλεσμα κι ας πάει να δει τις πανέμορφες ταινίες της Ρίφφενσταλ για τις ναζιστικές παρελάσεις. Καλά νέα δηλαδή για τις μαζικές πωλήσεις ενός προϊόντος το να σε κάνει να νιώθεις ξεχωριστός όσο και μέλος μιας «ξεχωριστής» κοινότητας. Ο Μπένγιαμιν απ’ την πλευρά του, επεσήμανε απλώς στη δική του εποχή ότι «στο βιασμό των μαζών, τις οποίες [ο φασισμός] εξανδραποδίζει με τη λατρεία ενός φύρερ, αντιστοιχεί ο βιασμός ενός μηχανισμού, που υποτάσσει στην παραγωγή λατρευτικών αξιών».


Δεν χρειάζεται να πάει μακριά κανείς – η παρωδία βρίσκεται πάντοτε δίπλα σου. Την ίδια στιγμή που προτάσσεται ότι η Ελλάδα «δεν παράγει», ότι έχει από ανάγκη την πολυπόθητη «ανάπτυξη», αυτή η διαδικασία αυτομάτως μεταφράζεται σε «καινοτομία», σε νέους επιχειρηματίες-κακέκτυπα του ειδώλου τους Τζομπς και οραματιστές φοιτητές διοίκησης επιχειρήσεων και μάρκετινγκ, που ως μοναχικοί ήρωες στην Ελλάδα της μιζέριας και του βολέματος θα σπάσουν το κατεστημένο και με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, τα βιολογικά σαλιγκάρια και τα μαγικά μανιτάρια, θα κατακτήσουν τον κόσμο. Κάπως έτσι η παραγωγή αποσυνδέεται ιδεολογικά από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας και ανάγεται σε ένα «ανώτερο» πεδίο όπου τέτοιες εντάσεις γίνονται αόρατες και, σε κάθε περίπτωση, θα έμοιαζαν μικρότητες όταν μιλάμε για την αληθινή «τέχνη» του επιχειρείν. Μπροστά στον αντιπαραγωγικό «δημόσιο υπάλληλο» της ΔΕΗ –η οποία αποτελεί μια από τις πλέον παραγωγικές επιχειρήσεις της Ελλάδας– αντιπαρατάσσεται με επιτυχία από τα συστημικά ΜΜΕ και τις διάφορες πρωτοβουλίες «rebranding greece» ο «καινοτόμος επιχειρηματίας», ο οποίος με μία μόλις ιδιοφυή έκλαμψη θα σώσει τη χώρα με τις εξαγωγές του στο εξωτερικό. Η καινοτομία έγινε μέσα σε μία νύχτα αυταξία, κι αν το λαιφστάιλ του «πετυχημένου» στη Μύκονο δεν πουλάει πια στην Ελλάδα της κρίσης, ο νέος «πετυχημένος» Έλληνας είναι εδώ. Τι κι αν γι’ αυτόν κάποιοι θα δουλεύουν part-time με 350 ευρώ το μήνα; Τι κι αν σε έναν τέτοιον αντιστοιχούν δεκάδες χιλιάδες άνεργοι – ας πρόσεχαν που δεν είναι αρκετά «ιδιοφυείς», αρκετά «επαναστάτες». Τι κι αν στους αμέτρητους καλοπληρωμένους «διαγωνισμούς καινοτομίας», με τους γνωστούς-άγνωστους χορηγούς σαν τον ΣΕΒ, τη Eurobank κ.ο.κ., μπορεί κανείς να συναντήσει τις πλέον παιδαριώδεις ιδέες, με ελάχιστη χρησιμότητα για το κοινωνικό σύνολο; Τι κι αν όλοι επί της ουσίας αναγνωρίζουν ότι εκτός απ’ το ποντίκι, τις οθόνες αφής και άλλα τέτοια παρδαλά, καμία αληθινή καινοτομία δεν παρήγαγε ποτέ η Apple του Τζομπς; Τι κι αν η Apple τελικά συνελήφθη συχνά να κλέβει τις «καινοτομίες» των άλλων – το ποντίκι π.χ. ήταν μια ιδέα κλεμμένη απ’ τη Xerox που ο Τζομπς κατέστησε εμπορεύσιμη. Εδώ μέχρι και ο Ουελμπέκ παρασύρθηκε μάλλον λιγάκι. Αρκεί όμως η επίκληση ενός άλλου «ομότεχνου» σαν τον μεγάλο ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ, που είπε ότι «οι μέτριοι καλλιτέχνες αντιγράφουν, οι μεγάλοι κλέβουν», για να αλλάξουν όλοι ήσυχα πλευρό με το iphone στο προσκεφάλι (http://goo.gl/gNYWf). Με λίγα λόγια τέλος πάντων, ο καλαισθητικός μακαρίτης κύριος Τζομπς, στην εποχή της κρίσης του ύστερου καπιταλισμού, αποτέλεσε το έσχατο μαρκετινγκ του καπιταλισμού για τον εαυτό του.

1. Η Apple κατέχει το μεγαλύτερο hedge fund του κόσμου, καθώς τα ταμειακά της διαθέσιμα που το χρηματοδοτούν ξεπερνούν τα 120 δισ. δολάρια (http://goo.gl/J4USS).

Περιοδικό λεύγα τ. 9 (Νοε. 2012), σ. 52-57.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Η φίλη του Σωτήρη: Δυο λόγια για τον Σωτήρη


Η βιβλιοθήκη του Σωτήρη
Σαν σύμπαν φτιαγμένο από τον Μπόρχες. Στα κάτω ράφια, πολλά χαρτιά και ανακατεμένες σκέψεις. Και ανεβαίνοντας ένα σκαλί, στα αριστερά, ζούσε η στερημένη από γυναίκες οικογένεια. Με τον Λιόσα, το κουφάρι του Στάρετς, τον δολοφονημένο πατέρα και την Κάτια Ιβάνοβνα. Δεν είχαν αφήσει πολύ χώρο για τους διπλανούς τους. Ο Φρανς συχνά παραπονιόταν γιατί το σανατόριο είχε μαζέψει πια τόσο κόσμο που δεν χωρούσαν. Κι έτσι κάποιοι φυματικοί δραπέτευσαν, γιατί οι πληροφορίες από το κάτω ράφι έλεγαν ότι τρία βιβλία παραπέρα κάποιοι βρίσκονταν ήδη στην αναζήτηση του χαμένου χρόνου και ότι ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ο ξανακερδισμένος χρόνος υπήρξε.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Ευστάθιος Καψοκεφαλίτης: Αθωνοϊαπωνικόν χαρακίρι


Οι συντάκται του προηγουμένου τεύχους, οι οποίοι καλώς περί αυτοκτονίας έγραψαν, ελησμόνησαν (ασφαλώς, διότι δεν ημπορώ να πιστέψω ότι δεν εγνώριζαν) την ημετέραν μακράν παράδοσιν της εθνικής αυτοκτονίας. Θα ήθελα, λοιπόν, συμπληρών την παράλειψιν ταύτην, να διεξέλθω δι’ ολίγων τα περί του ιερού μαρτυρίου και του υπέρ πατρίδος θανάτου, επεξηγών πώς τα στοιχεία ταύτα συνενώθησαν ίνα τελειωθεί το απαράμιλλον κράμα του ήρωος-θύματος.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Λαοκράτης-Ερρίκος Αποδόμου-Fuchs: Μάκης Μάπας, Κουβέντες για την Πολιτική


Δημοσιεύουμε εδώ, κατόπιν άδειας, ένα μικρό απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του πολιτικού επιστήμονα Λαοκράτη-Ερρίκου Αποδόμου-Fuchs (εφεξής Λ.Ε.Α.F.), με τίτλο Μάκης Μάπας: Κουβέντες για την Πολιτική. Το βιβλίο αυτό συνιστά, όπως σημειώνει ο Λ.Ε.Α.F, στην εισαγωγή του, ένα διαρκές project. Ο Λ.Ε.Α.F., επιχειρώντας να αποτυπώσει τη νέα λαϊκότητα της εποχής μας χωρίς θεωρητικές διαμεσολαβήσεις και προσπαθώντας να ιχνηλατήσει το αυθεντικό πολιτικό συναίσθημα των μαζών, κατέγραψε και απομαγνητοφώνησε (και σύντομα θα δημοσιεύσει σε έναν κομψό τόμο) τις αυθόρμητες πολιτικές απόψεις ενός χαρακτηριστικά άσημου, έως σήμερα, ανθρώπου (πρόκειται για τον κατά καιρούς μισο-προλετάριο, κατά καιρούς μισομικροαστό, κατά καιρούς μισο-μεσοαστό και διαρκώς ματαιωθέντα μισο-μεγαλοαστό Μάκη Μάπα) που, όπως επισημαίνει ο Λ.Ε.Α.F., αποτελεί ένα είδος «ένσαρκου αρχετύπου της σύγχρονης, λαϊκής πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης». Το βιβλίο περιέχει την παράθεση εκτενών απόψεων του ένσαρκου λαϊκού αρχετύπου «Μάκης Μάπας», επί παντός πολιτικού και κοινωνικού επιστητού, και συνοδεύεται από μια μακροσκελή εισαγωγή του φιλόδοξου πολιτικού επιστήμονα που τις επιμελήθηκε και τις ερανίστηκε, στην οποία ο Λ.Ε.Α.F., αναλύοντας το υλικό του με τα πιο σύγχρονα εργαλεία της κοινωνικής θεωρίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής επιστήμης και της ψυχανάλυσης παρουσιάζει, με εξαιρετικά περίτεχνο λόγο, τα πρωτότυπα θεωρητικά του πορίσματα.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ελένη Κυραμαργιού: Ψυχραιμίας εγκώμιο


Από νωρίς το πρωί της Κυριακής, οι περισσότεροι ήταν ανυπόμονοι, κοιτούσαν συνεχώς τον ουρανό από τα παράθυρα των σπιτιών τους ή ενώ περπατούσαν, σαν να περίμεναν να δουν τον τυφώνα να καταφτάνει σαν κινηματογραφικό τέρας, που ξεπροβάλλει πίσω από τους ουρανοξύστες βγάζοντας φωτιές και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του. Όσο η ώρα πλησίαζε 7, τα βλέμματα προς τον ουρανό αυξάνονταν, ο ουρανός σκοτείνιαζε και ο αέρας δυνάμωνε, αλλά το τέρας θα αργούσε ακόμη αρκετά. Τις επόμενες 36 ώρες η τροπική καταιγίδα Sandy θα έφτανε στις ανατολικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών και η Νέα Υόρκη θα ήταν μία από τις πολιτείες που θα βίωνε τις επιπτώσεις από το πέρασμά της.


Αρκετές μέρες πριν, είχε αρχίσει η προετοιμασία. Στην τηλεόραση και τις εφημερίδες οι αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες (New York City Office of Emergency Management) συνιστούσαν ψυχραιμία και πειθαρχία, ενώ ανακοίνωναν μια σειρά από μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ώστε να μην επικρατήσει πανικός όταν θα έφτανε η τροπική καταιγίδα. Μετριασμένη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος και του τηλεφώνου ώστε να μην καταρρεύσουν τα δίκτυα, επαρκείς προμήθειες σε ξηρά τροφή και νερό, καθώς και φακοί και κεριά σε περίπτωση που υπήρχε διακοπή. Τα καταφύγια (σχολεία και γήπεδα) όπου θα κατέφευγαν όσοι έπρεπε να εκκενώσουν τα σπίτια τους −στις παραθαλάσσιες περιοχές κυρίως− ήταν έτοιμα και πλήρως εξοπλισμένα από τον Ερυθρό Σταυρό. Όσοι θα κατέφευγαν σε αυτά έπρεπε να έχουν μαζί τους είδη προσωπικής υγιεινής και φάρμακα που χρησιμοποιούσαν. Υπήρχαν υποδομές για να φιλοξενήσουν ηλικιωμένους και άτομα με ειδικές ανάγκες, ενώ είχαν διαμορφωθεί και χώροι για τα κατοικίδια. Αστυνομία και εθελοντές είχαν ενημερώσει πόρτα-πόρτα τις επικίνδυνες περιοχές, τονίζοντας πως «σε περίπτωση που συμπολίτες μας επιλέξουν να παραμείνουν σε περιοχές που απειλούνται, θα θέσουν σε κίνδυνο όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά και όσους κληθούν να τους διασώσουν». Στις πολυκατοικίες, οι διαχειριστές είχαν αναρτήσει ανακοινώσεις για την απομάκρυνση επίπλων και αντικειμένων από τα μπαλκόνια – ώστε να μην παρασυρθούν από τους σφοδρούς ανέμους.

Η ανακοίνωση για το κλείσιμο του μετρό στις 7 το απόγευμα της Κυριακής και η απόσυρση των λεωφορείων δύο ώρες αργότερα θορύβησαν και τους πιο ψύχραιμους. Τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα έκλεισαν το μεσημέρι της Κυριακής, ώστε «να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να επιστρέψουν με ασφάλεια στα σπίτια τους», τα ράφια των σουπερμάρκετ άδειασαν και τα καρότσια στις τεράστιες ουρές είχαν προμήθειες για μέρες αποκλεισμού. Πράγματι στις 7, όλοι βρίσκονταν στα σπίτια τους, τα φωτισμένα παράθυρα στους ουρανοξύστες και οι έρημοι δρόμοι ήταν ο καλύτερος μάρτυρας ότι οι κάτοικοι του Μανχάταν είχαν πειθαρχήσει στις οδηγίες.

Η προεκλογική εκστρατεία προσαρμόστηκε στα καιρικά δεδομένα. Ο Ομπάμα ακύρωσε την περιοδεία του και επέστρεψε στην Ουάσινγκτον ώστε να συντονίσει τις επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση της τροπικής καταιγίδας, τονίζοντας ότι αυτό αποτελεί απόλυτη προτεραιότητά του αυτή τη στιγμή, ενώ ο Ρόμνει κατευθύνθηκε προς τις κεντρικές πολιτείες. Η Sandy άλλαξε την προεκλογική ατζέντα οκτώ μόλις μέρες πριν τις προεδρικές εκλογές −βγάζοντας στην επιφάνεια θεωρίες συνωμοσίες για τις ικανότητες του προέδρου Ομπάμα να ελέγχει ακόμη και τα καιρικά φαινόμενα και να τα χρησιμοποιεί προς όφελός του− και ενώ η ανταλλαγή πυρών είχε κορυφωθεί ανάμεσα στους δύο διεκδικητές και τα επιτελεία τους. Αρκετοί εκλογικοί αναλυτές σχολίαζαν ότι η διαχείριση της κρίσης αλλά και το μέγεθος των καταστροφών θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και προς τις δύο πλευρές. Είχε προηγηθεί μια πολύ εντατική εβδομάδα αντεγκλήσεων, που ξεκίνησε με την τηλεοπτική αναμέτρηση στις 22 Οκτωβρίου και συνεχίστηκε με την πρόκληση του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Αμερικανό πρόεδρο να επιδείξει το αμερικανικό διαβατήριο και το πτυχίο του, αποδεικνύοντας πως είναι Αμερικανός πολίτης, απόφοιτος πανεπιστημίου, και εκείνος θα δωρίσει 5 εκατομμύρια δολάρια σε όποιο ίδρυμα ή φορέα του επιδείξει ο Ομπάμα. Ακολούθησε το τουίτ της Αν Κόλτερ ότι «ο Ρόμνει ήταν πολύ ευγενικός με έναν καθυστερημένο» (Romney’s decision to be kind and gentle to the retard), προκαλώντας πλήθος σχολίων και συζητήσεων. Οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν ξεπεράσει τα όρια του πολιτικού πολιτισμού θίγοντας εθνικές μειονότητες και κατηγορίες πληθυσμού, οι οποίες τις επόμενες μέρες βρέθηκαν αντιμέτωπες και με τα ακραία καιρικά φαινόμενα.

Αυτή ήταν η πρώτη σελίδα της ανταπόκρισης που ετοίμαζε για το περιοδικό στην Ελλάδα. Δυο μέρες πριν είχε δεχτεί ένα e-mail, μια φωνή από το παρελθόν, όπως συνήθιζε να αποκαλεί τους φίλους που είχαν χαθεί για καιρό. Του ζητούσε ένα σύντομο κείμενο που θα συνδύαζε τις αμερικανικές εκλογές και την τροπική καταιγίδα που θα χτυπούσε τις ανατολικές Πολιτείες των ΗΠΑ. Δέχτηκε με χαρά την πρόσκληση, δεν του ήταν εύκολο να γράφει, όμως η νοσταλγία του για την Ελλάδα μεγάλωνε −αυτός ήταν ο δεύτερος χρόνος του στην Νέα Υόρκη− και το θεώρησε σαν μια ευκαιρία για επαφή με την «πατρίδα». Εξάλλου έπρεπε να παραμείνει στο σπίτι λόγω της Sandy και από τότε που αποχωρίστηκε με το Μαξ −τον απολαυστικό Αμερικανό συγκάτοικο των πρώτων μηνών− ο χρόνος στο σπίτι περνούσε πιο δύσκολα.

Στις 7 ακριβώς το απόγευμα της Κυριακής, είχε επιστρέψει στο σπίτι −στην καρδιά του Μανχάταν, στους 60 δρόμους, στον εικοστό όροφο− τακτοποίησε τα πράγματα από το σουπερμάρκετ στα ράφια και στο ψυγείο της μικροσκοπικής κουζίνας και έκατσε στο καναπέ ανοίγοντας την τηλεόραση. Προσπαθούσε να σκεφτεί αν η κίνησή του να πάει στο σουπερμάρκετ, παρότι είχε όσα θα χρειαζόταν για μια βδομάδα απόλυτου εγκλεισμού στο σπίτι, ήταν αποτέλεσμα του ελληνικού κατοχικού συνδρόμου ή της αμερικανικής υπερβολής να έχουμε τα πάντα και σε τεράστιες ποσότητες παρότι το σουπερμάρκετ είναι απέναντι και ανοιχτό 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Γέλασε με τις σκέψεις του και βυθίστηκε στην ηρεμία του καναπέ του.

Έκλεισε την τηλεόραση 29 ώρες αργότερα, η τροπική καταιγίδα είχε απομακρυνθεί από την πόλη, αφήνοντας νεκρούς και ανυπολόγιστες ζημιές ακόμη και μερικούς δρόμους κάτω από το σπίτι του, αλλά χωρίς κανένα ορατό σημάδι στην πολυκατοικία ή στη γειτονιά του. Ξύπνησε ανακουφισμένος αλλά και λίγο απογοητευμένος, βγήκε μια γρήγορη βόλτα, όπου επιτρεπόταν, να αποτιμήσει τις ζημιές και να ξεκινήσει να γράφει το κείμενό του. Έκανε το λάθος πριν αρχίσει το γράψιμο να χαζολογήσει στο ίντερνετ, κυρίως σε ελληνικά σάιτ που, λόγω της διαφοράς ώρας, ήταν γεμάτα με κείμενα για «τον τυφώνα που έπληξε τις Ηνωμένες Πολιτείες». Διάβασε προσεκτικά περισσότερα από είκοσι κείμενα. Κανένα από αυτά δεν είχε γραφτεί από κάποιον που βρισκόταν σε κάποια από τις πολιτείες που είχαν πληγεί –ούτε βέβαια σε κάποια άλλη πολιτεία. Όλοι οι αρθρογράφοι βρίσκονταν στην Ελλάδα – κάποιοι από αυτούς είχαν επισκεφτεί κάποτε τη Νέα Υόρκη, ενώ κάνας δυο προγραμμάτιζαν ταξίδι τις επόμενες μέρες για να καλύψουν τις αμερικανικές εκλογές. Σύντομα αλλά γλαφυρά κείμενα, με αρκετή πληροφορία που είχαν αλιεύσει από το διαδίκτυο ή την τηλεόραση, αλλά που πραγματικά δεν είχαν κάτι ουσιαστικό να πουν.

Έκλεισε τον υπολογιστή του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε όσα θα έγραφε. Στο μυαλό του όμως τριγυρνούσε μια σκέψη: «όταν γράφουμε πρέπει να θέλουμε κάτι να πούμε, γράφουμε γιατί κάπου στοχεύουμε, δεν γράφουμε για να γεμίσουμε σελίδες». Ενώ στην πραγματικότητα ήταν επαγγελματίας γραφιάς −ερευνητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Νέας Υόρκης, με πάνω από 1.500 σελίδες ερευνητικό έργο− ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει όλους αυτούς που έγραφαν χωρίς να έχουν πραγματικά κάτι να πουν. Απεχθανόταν τα κείμενα σε πρώτο ενικό που αναφέρονταν σε προσωπικές εμπειρίες − τι χρωστάνε οι άλλοι να διαβάζουν τι μου συνέβη ή πώς βίωσα ένα γεγονός. Απεχθανόταν τις ωραιοποιημένες εντυπώσεις από τα ταξίδια, που μαζί με την κατάλληλη φωτογραφία, θα κερδίσουν δεκάδες σχόλια από τους «φίλους μας» στο facebook για το πόσο ζηλεύουν που δεν ήταν μαζί μας. Απεχθανόταν και τις εκτενείς ανταποκρίσεις ή αναλύσεις όλων των μη ειδικών που έπαιρναν το πληκτρολόγιο παραμάσχαλα και έγραφαν την αποψάρα τους. Και το ελληνικό διαδίκτυο είχε γεμίσει από τέτοια κείμενα, κείμενα χωρίς ουσία, κείμενα που δεν έλεγαν τίποτα.

Έγραψε ένα σύντομο απολογητικό e-mail στον φίλο-εκδότη για την αδυναμία του να γράψει κάτι ουσιαστικό για το θέμα, έκλεισε τον υπολογιστή και πήγε μια βόλτα στην πνιγμένη από τον τυφώνα Νέα Υόρκη.

Περιοδικό λεύγα τ. 9 (Νοε. 2012), σ. 68-70.