Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Κώστας Σπαθαράκης: Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης


Οι μέρες του Μαΐου του 1936 υπήρξαν πράγματι κρίσιμες. Στις 29 Απριλίου οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης είχαν ξεκινήσει απεργία διαρκείας, ζητώντας αύξηση του ημερομισθίου και εφαρμογή της σύμβασης με τους καπνέμπορους, η οποία διασφάλιζε ένα κατώτατο όριο στο μεροκάματο και η οποία είχε καταπατηθεί μέσα στην κρίση το 1931. Η απεργία επεκτείνεται σε πολλές πόλεις, με συγκρούσεις απεργών και αστυνομίας. Στις 9 Μαΐου ο στρατός και η χωροφυλακή χτυπούν τους απεργούς στη Θεσσαλονίκη.

Ολόκληρη την προηγούμενη χρονιά, μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα της 1ης Μαρτίου 1935, οι αντιβενιζελικοί, με προεξάρχοντα τον Κονδύλη (τον «νικητή του Στρυμόνα») είχαν εξαπολύσει ένα όργιο τρομοκρατίας ενάντια στα στελέχη και τους οπαδούς των Φιλελευθέρων αλλά και ενάντια στους κομμουνιστές. Θα ακολουθήσουν εκλογές, από τις οποίες απείχαν οι Φιλελεύθεροι, το νόθο δημοψήφισμα και η επάνοδος του βασιλιά, ο διορισμός της κυβέρνησης και νέες εκλογές στις 26.1.1936. Η οριακή νίκη των Φιλελευθέρων στις εκλογές δεν επέτρεπε τον σχηματισμό κυβέρνησης, αλλά έμοιαζε να ακυρώνει προσώρας τα δικτατορικά σχέδια, ενώ η συμφωνία Σοφούλη-Σκλάβαινα (στις 19 Φεβρουαρίου), που υλοποιούσε τη λαϊκομετωπική στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς αναδεικνύοντας συγχρόνως τη βαθιά διαίρεση της βενιζελικής παράταξης, έφερνε στο πολιτικό προσκήνιο το ημιπαράνομο ΚΚΕ. Η πολιτική κρίση όμως συνεχιζόταν, και οι Φιλελεύθεροι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν τη συνοδοιπορία με τους κομμουνιστές. Και καθώς στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, το κοινοβούλιο προτίμησε να αυτοκαταργηθεί: στις 25 Απριλίου έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στη δοτή κυβέρνηση Μεταξά και διέκοψε τις εργασίες της μέχρι τον Σεπτέμβριο, παρέχοντας συγχρόνως στην κυβέρνηση την εξουσιοδότηση να κυβερνά με διατάγματα. Η δικτατορία του Μεταξά θα έρθει ως φυσική συνέχεια.

Κάντε κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση. [Το άρθρο του Κανελλόπουλου ανακάλυψε και μας
υπέδειξε η Καίτη Πάπαρη, την οποία ευχαριστούμε.]



Τα «αιματηρά γεγονότα» της Θεσσαλονίκης παίρνει ως αφορμή ο Κανελλόπουλος για να αναπτύξει την προσφιλή του θεματική της ελληνικότητας και να προσδιορίσει εκείνο το κέντρο που μπορεί να αποτελέσει ισχυρό ανάχωμα στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. «Μεταξύ Μόσχας και Ρώμης αι Αθήναι»: το σχήμα των δύο άκρων μεταξύ των οποίων δεσπόζει η ελληνική μεσότης, όπως εκφράζεται από τον Κανελλόπουλο, δεν αποτυπώνει απλώς την κρισιμότητα των ημερών του ’36, το φόβο ενός αστού δημοκράτη, που δεν μπορεί να υποστηρίξει τη δικτατορία, απέναντι στην επελαύνουσα κόκκινη απειλή. Έχει προετοιμαστεί για πολλά χρόνια μέσα από την πνευματική και πολιτική του διαδρομή. Από το 1929, μαζί με τους Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο και Μιχάλη Τσαμαδό, ο Κανελλόπουλος συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή του συντηρητικού περιοδικού Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών, κυρίως όμως αρθρογραφεί συστηματικά στην Ιδέα, περιοδικό προγραμματικά αντικομμουνιστικό, που αγωνίζεται, σύμφωνα με τις θέσεις που συνέγραψε ο Γ. Θεοτοκάς, μέλος της συντακτικής επιτροπής υπό τον κομμουνιστοφάγο και μετέπειτα συνεργάτη των Γερμανών Σπύρο Μελά, για την «ανόρθωση του ιδεαλισμού» κα ι πολεμά τις «υλιστικές και αιτιοκρατικές θεωρίες που αρνιούνται την ελευθερία, την ατομικότητα, τον ρόλο της θέλησης, την πίστη στις ανώτερες και πιο ευγενικές δυνάμεις του ανθρώπου [...]».[1] Σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον αναπτύσσεται στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο συναφής με το σχήμα του Κανελλόπουλου προβληματισμός περί ελληνικότητας που θα ταλαιπωρήσει τα επόμενα χρόνια τον ελληνικό μοντερνισμό.


Όμως ο Κανελλόπουλος δεν είναι απλώς ένας συντηρητικός διανοούμενος που μάχεται εναντίον της διάδοσης των κομμουνιστικών ιδεών. Είναι επίσης ένας μαχόμενος πολιτικός. Και το ζήτημα της ελληνικότητας ως αισθητικό και πνευματικό πρόβλημα αντανακλά άμεσα το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της περιόδου: πώς μπορεί να συνενωθεί ο αστικός κόσμος (και συνεπώς το «έθνος»), να υπερβεί τον διχασμό βενιζελικών και αντιβενιζελικών, να εκσυγχρονίσει το κράτος και να αντιταχθεί αποτελεσματικά στον αρχικά φασματικό αλλά προοδευτικά υπολογίσιμο κίνδυνο του κομμουνιστικού κινήματος. Οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό ποικίλλουν και μαζί τους ποικίλλουν οι πολιτικές διαδρομές των διανοουμένων στη δεκαετία του ’30, οι εναλλασσόμενες εντάξεις και αποχωρήσεις, οι συμμαχίες και οι αντιπαλότητες, αλλά και η πάλη γύρω από την αισθητική και τις πολιτικές της προεκτάσεις.

Δεν πρέπει οπωσδήποτε να θεωρούμε ότι αυτές οι συγκρούσεις αποτελούν μόνο επιφαινόμενα, πίσω από τα οποία κρύβεται η βαθύτερη κίνηση προς τον πολιτικό αυταρχισμό και τη δικτατορία. Ο Κανελλόπουλος θα παραμείνει ακραιφνής δημοκράτης: στη δύσκολη περίοδο της επικράτησης του Κονδύλη αρθρογραφεί μαχητικά υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, στις εκλογές της 26.1.1936 συμμετέχει ως επικεφαλής του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος» (με αξιοθρήνητα αποτελέσματα, 0,77%), ενώ μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας εκτοπίζεται. Αποτελεί τον ιθύνοντα νου της
ΠΕΑΝ, και το 1942 διαφεύγει στη Μέση Ανατολή, όπου συμμετέχει στην κυβέρνηση Τσουδερού ως
αντιπρόεδρος και υπουργός Εθνικής Άμυνας. Κατά την απελευθέρωση θα βρεθεί ως εκπρόσωπος της
κυβέρνησης πλάι στον Άρη Βελουχιώτη στην Πελοπόννησο. Η μετέπειτα πολιτική πορεία του, ώς την ηγεσία της ΕΡΕ, αλλά και η στάση του κατά τη Μεταπολίτευση, αποτυπώνουν τις διαδοχικές προσαρμογές στις νέες πραγματικότητες.

Ωστόσο, πίσω στη δεκαετία του ’30, η υπέρβαση του διλήμματος «Μόσχα ή Ρώμη», που από μόνο του μαρτυρεί τη γοητεία που ασκούσε το επιτυχημένο παράδειγμα του ιταλικού φασισμού σε μεγάλο τμήμα του ελληνικού πνευματικού και πολιτικού κόσμου, δεν υπήρξε εύκολη: πολλοί φιλελεύθεροι διανοούμενοι θα συνεργαστούν με τη δικτατορία του Μεταξά είτε άμεσα, αναλαμβάνοντας δημόσιες θέσεις, είτε έμμεσα, συμμετέχοντας στην καθοδηγούμενη από το καθεστώς πνευματική κίνηση, αρθρογραφώντας στο Νέον Κράτος κ.λπ. Από το χώρο των γραμμάτων και των τεχνών δεν θα υπάρξει καμία οργανωμένη αντίσταση στη μεταξική δικτατορία.

Το σχήμα ενός εθνικού κέντρου έναντι των (αντεθνικών) άκρων, παρά την απόλυτη ανεπάρκειά του να περιγράψει και να εξηγήσει τις ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις του Μεσοπολέμου, δεν έμεινε μια ακαδημαϊκή πρόταση ούτε ένας απλός ρητορικός τόπος. Αφενός η σύνδεσή του με τις πολιτικές αναζητήσεις του φιλελεύθερου χώρου που προέκυπταν από τη σταδιακή αποσύνθεση του βενιζελισμού μέσα στη δεκαετία του ’30, θα το καταστήσει οδηγητικό νήμα και πολιτικό σύνθημα για πολιτικούς όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, προσφέροντας την ιδεολογική βάση του Κέντρου για πολλές δεκαετίες (παρότι ο Κανελλόπουλος θα το αφήσει πίσω του μεταπολεμικά, συντασσόμενος με τη δεξιά). Αφετέρου η αταξική του λογική («είμεθα κατά κύριο λόγο Έλληνες και όχι αστοί ή εργάται, ιδιοκτήται ή ακτήμονες»), η επίκληση του αρχαιοελληνικού πνεύματος και ο πλαστικός πατριωτισμός του επέτρεψαν στο σχήμα αυτό να συνυπάρξει αρμονικά με τον τρίτο ελληνικό πολιτισμό και τις κορπορατιστικές λογικές του Μεταξά.

Εξάλλου η αρχαιοελληνική Αθήνα, που υπόρρητα επικαλείται ο Κανελλόπουλος, ως σύμβολο της δημοκρατίας, ως ορθολογικό κέντρο έναντι των ανορθολογικών άκρων, θα αποδεικνυόταν, μεταπολεμικά ιδίως, βασικό θεμέλιο της αυτοκατανόησης του αντικομμουνιστικού κράτους. Μετά τη συντριβή και την ηθική καταδίκη του φασισμού, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική: οι πιο ακραίες μορφές καταστολής του κομμουνιστικού κινήματος, η αθώωση των δοσιλόγων, ο Εμφύλιος, μόνο εν ονόματι της δημοκρατίας είχαν πλέον νόημα και νομιμοποίηση. Οι «νέοι Παρθενώνες» της Μακρονήσου (για τους οποίους ο Κανελλόπουλος, υπουργός Δημοσίας τάξης και μετά Αεροπορίας το 1947, και υπουργός Στρατιωτικών το 1949, δήλωνε άγνοια μεταπολιτευτικά) θα αποτελέσουν την κορωνίδα της αντικομμουνιστικής αγριότητας, αλλά και τον συμβολικό τόπο σύνδεσης του εμφυλιακού κράτους με την αφελή αρχαιολατρία που είχε σημαδέψει το ελληνικό κράτος από τον 19ο αιώνα. Στο τοπίο της Μακρονήσου έχει αποτυπωθεί υλικά αυτή η αρχαιολογική σύλληψη των «Αθηνών» ως μεσότητας και πεμπτουσίας της διαχρονικής ελληνικότητας: οι αναβαπτισμένοι κρατούμενοι κατασκευάζουν αγάλματα της θεάς Αθηνάς, ανάγλυφα αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών, αντίγραφα του Ερεχθείου, του ναού της Αθηνάς Νίκης και ένα αντίγραφο του Παρθενώνα σε κλίμακα 1:20.[2] Τη Μακρόνησο άλλωστε επισκεπτόταν συχνά όλη η χορεία των συντηρητικών διανοουμένων του ’30 (Κωνσταντίνος Τσάτσος, Σπύρος Μελάς, Στράτης Μυριβήλης, Ανδρέας Καραντώνης, Λίνος Πολίτης), διδάσκοντας «ελληνισμό» σε όσους είχαν πιστέψει στους προβατόσχημους λύκους του σλαβισμού.
Θεωρώ καθήκον μου να εξάρω την εμπνευσμένη προσπάθεια του προκατόχου μου υπουργού κυρίου Στράτου και του τότε αρχηγού του επιτελείου αντιστρατήγου κυρίου Βεντήρη, οι οποίοι ίδρυσαν και εις πείσμα όλων των συκοφαντιών και αντιδράσεων οργάνωσαν το υπέροχον αυτό σχολείο εθνικής μετάνοιας και αναβαπτίσματος των άσωτων υιών της Ελλάδος, ως και την διοικητική και εκπαιδευτική ικανότητα του συνταγματάρχου Μπαϊρακτάρη και των αμέσων βοηθών του. Το έργον της Μακρονήσου, αναγνωριζόμενο ήδη διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπο άξιον μιμήσεως εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου, αποτελεί τίτλον τιμής διά όλους οι οποίοι συνέβαλαν και συμβάλλουν εις την πραγματοποίησιν του.
Παναγιώτης Κανελλόπουλος, περ. Σκαπανεύς,

Σεπτέμβριος 1949
Κι όμως το άρθρο του Κανελλόπουλου του 1936 είναι στην πραγματικότητα μια υπεράσπιση της δημοκρατίας έναντι του δικτατορικού κινδύνου, είναι μια συνηγορία υπέρ ενός μη αυταρχικού κράτους, που θα διαμεσολαβεί τις ταξικές αντιθέσεις και δεν θα υπηρετεί μονόπλευρα την εργοδοσία, που θα χρησιμοποιεί τον «ψυχικό οπλισμό» αντί του «πυρός και του θανάτου». Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι ακριβώς εδώ διαμορφώνεται η ιδεολογική μαγιά που θα δικαιολογήσει τη μεταγενέστερη πορεία των φιλελεύθερων διανοουμένων του ’30. Γιατί ο κοινός τόπος των δύο άκρων έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: ενώ στο ιδεολογικό επίπεδο τα άκρα είναι δύο, το ίδιο το σχήμα χρησιμεύει και αποσκοπεί στην πρακτική καταπολέμηση του ενός, δηλαδή της αριστεράς σε όλες τις εκδοχές της. Ο πραγματικός αντίπαλος είναι η Μόσχα. Το «κέντρο» αποκτά έτσι έναν κοσμοϊστορικό ρόλο, γίνεται η ουσία της δημοκρατίας, η οποία πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στους επίδοξους ανατροπείς της. Αλλά συγχρόνως αυτό το «κέντρο» μετακινείται και συμπαρασύρει όλο το πολιτικό φάσμα. Η βασική κατεύθυνση αυτής της μετακίνησης, όπως το βλέπουμε και σήμερα, είναι το «ισχυρόν κράτος»:
Αι Αθήναι πρέπει να χρησιμεύσουν ως η οδός, η οποία θα μας οδηγήση, χωρίς φασισμούς και κομμουνισμούς, εις την συγκρότησιν κράτους ισχυρού, αρυομένου την ισχύν και ιστορικήν του δικαίωσιν όχι μόνο από το παρελθόν, αλλά και από το μέλλον, όχι από την ακινησίαν, αλλά από την κίνησιν, εξασφαλιζομένης της ελευθέρας κοινωνικής εξελίξεως εν ονόματι αυτού τούτου του εθνικού μας κράτους. [...] ενώ θεωρούμεν όλα τα κοινωνικά καθεστώτα παροδικά, πιστεύομεν αντιθέτως εις την Ελλάδα ως αιωνίαν εθνικήν και κρατικήν οντότητα! Δι’ αυτό ζητούμεν να δώσωμεν εις το ελληνικόν κράτος δύναμιν αποκλείουσαν την υπηρετικήν του στάσιν απέναντι οιασδήποτε (οσονδήποτε ισχυράς) κοινωνικής τάξεως.
Το ελληνικό πολιτικό τοπίο μετά την Κατοχή δείχνει μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η μετακίνηση του κέντρου σε συνθήκες κοινωνικής έκρηξης, και κυρίως τι σημαίνει «ισχυρόν κράτος». Η παρατήρηση (που έμοιαζε με υπόσχεση) ότι «όσον περισσότερον υποχωρεί το κράτος εις τας ανάγκας της κοινωνίας τόσον ισχυρώτερον και δυναμικώτερον γίνεται» θα ξεχαστεί εύκολα, για να δώσει τη θέση της στο έργον της Μακρονήσου. Και μπορεί σήμερα τη θέση της ελληνικότητας του ’30 να έχει πάρει ένας ξεφτισμένος ευρωπαϊσμός, η λογική όμως είναι ακριβώς η ίδια: το κέντρο ανακαλύπτει το κράτος και την επιβολή της νομιμότητας (την ίδια στιγμή που το αποψιλώνει από τις οικονομικές και προνοιακές του λειτουργίες), υποσχόμενο σε όσους κάθονται ήσυχοι ένα ευρωπαϊκό New Deal, χαμένο σε ένα ομιχλώδες μέλλον. Ο στόχος είναι η «ενότης», η ενοποίηση του αστικού κόσμου απέναντι στον εξτρεμισμό, τον λαϊκισμό και τις παραφυάδες του. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η ταύτιση των δύο άκρων και το ξέπλυμα της ακροδεξιάς (που τόσο όμορφα λειτούργησε στην περίπτωση των Βορίδηδων)· ο πραγματικός σκοπός είναι να μαντρωθεί οποιοσδήποτε λόγος απειλεί να ξεφύγει από τις σταθερές του συστήματος. Η αριστερά καλείται να καταδικάσει τη βία από όπου κι αν προέρχεται, να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, να αποφύγει τις ακραίες ενέργειες κ.λπ., για να μην ταυτιστεί με τους νεοναζί, για να μη δικαιολογήσει την εκτροπή. Άλλο που δεν θέλει...

Η εξηγητική δυσλειτουργία του σχήματος των δύο άκρων αναπληρώνεται πάντως και με το παραπάνω από τις ψυχολογικές του προεκτάσεις. Γιατί οι διανοούμενοι, ιδίως οι προερχόμενοι από την αριστερά (όπως εκείνοι οι παλιοί βενιζελικοί), έχουν τύψεις για την προσχώρηση στο κυρίαρχο στρατόπεδο. Και δεν υπάρχει καμιά πνευματική έκφραση που να μην αποσκοπεί στη δικαιολόγηση των μελλοντικών κινήσεων, στην πολιτική, τη διανοητική ή την πρακτική σκακιέρα. Τα νοητικά σχήματα δεν χρησιμεύουν μόνο για την εξήγηση της παρούσας πραγματικότητας, αλλά και δικαιολογούν, νομιμοποιούν και τελικά επιβάλλουν τη μελλοντική διαμόρφωσή της, ιδίως προδιαγράφοντας τις στρατηγικές τοποθέτησης έναντι του συστήματος εξουσίας.

Η θεωρία των άκρων, που ταυτίζει την οποιαδήποτε έκφραση μιας φασματικής αριστεράς με τους ναζί, στο όνομα ενός ορθολογικού κέντρου, δεν αποτελεί απλώς μια εύλογη εξήγηση για την κρίση εκπροσώπησης (οι μάζες τρελάθηκαν και ψηφίζουν ό,τι να ’ναι), δεν αποτελεί απλώς ένα καταπραϋντικό για τις τύψεις των φιλελεύθερων διανοουμένων. Μαζί με τον «λαϊκισμό» και δυο τρία άλλα νοητικά σχήματα (γιατί η πνευματική οκνηρία και η αναπαραγωγή του κοινού τόπου είναι απολύτως απαραίτητες, όταν θέλει κανείς να αρνηθεί την πραγματικότητα) συγκροτούν το φανταστικό ιδεολογικό σύμπαν που θα επιτρέψει μια αυριανή μετακίνηση του «κέντρου» προς ανοιχτά αυταρχικές λύσεις. Όπως παραστατικά το διατυπώνουν οι παλαμίζοντες στίχοι του Κανελλόπουλου, ο κεντρώος διανοούμενος-πολιτευτής βολεύεται παντού:
Στάσου όπου βρίσκεσαι. Σε κάθε θέση
χαίνει ένα βάραθρο κι υπάρχει μια κορφή.
Για όποιονε ξέρει να μην πέσει
παντού είναι κέντρο και παντού είναι μέση,
παντού είναι μια χαρά κρυφή.[3]

* * *
Σημειώσεις

[1] «Βασικές αρχές», περ. Ιδέα, τόμ. 1, τχ. 1, Ιανουάριος 1933, σ. 1-2, όπως παρατίθεται στο Χ. Καγιαλής, «Λογοτεχνία και πνευματική ζωή», στο Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμ. Β2, σ. 295-366: 319.^


[2] Βλ. Γιάννης Χαμηλάκης, Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα, μετάφραση: Νεκτάριος Καλαϊτζής, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012, στο κεφ. 6.^


[3] Αίμος Αυρήλιος, Απλοί φθόγγοι σε στίχους, Πυρσός, Αθήνα 1938, σ. 16. ^


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου