Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Λεύγα 08

19.992 λεύγες υπό τη θάλασσα… και ο δρόμος για την επιφάνεια μοιάζει πιο μακρύς από ποτέ. Το «ελληνικό συναίσθημα» στρογγυλοκάθεται στο ντιβάνι της ιστορίας και κοιμάται χαρούμενα.  Οι χαμογελαστοί πελάτες που δεν πρόκοψαν αρκετά ώστε να πάρουν το Proficiency, αφήνονται σε ένα ακόμα stage-diving στην επισφάλεια ή σε ένα αντιμνημονιακό απονενοημένο διάβημα. Ενώ ο διάβολος τεχνάζεται αυτοκτονίες μεταξύ άστεως και επαρχίας, ο ηγεμόνας εξαπολύει πράκτορες και ειδικές δυνάμεις για να κρύψουν την αλήθεια για τις τράπεζες και να μοιράσουν τις καμένες λάμπες στα κοράκια. Αναμένοντας τον αριστερό καλλιτέχνη που θα κλείσει την αυλαία του εκσυγχρονιστικού θεάτρου, παρακολουθούμε τη μαύρη τέχνη του φασισμού να ανεμίζει τη σημαία του Πάουντ πάνω από τα κεφάλια μας και να ρίχνει μαχαιριές στα σχολεία της (επιθυμητής) κοινότητας. Μετά λοιπόν από ξέγνοιαστες αναζητήσεις σε γυμνές και λυγερόκορμες παραλίες, η απάντηση ήρθε και οι σκιές επιστρέφουν. Αφήνουν τα ντάκιρι στην άκρη και αρπάζουν τα όπλα τους.

Τα περιεχόμενα του πιο πρόσφατου τεύχους (και ολόκληρα προηγούμενα τεύχη) στο levga.gr· η πιο πρόσφατη λεύγα στα βιβλιοπωλεία, στους διακινητές της και στο levgamag@gmail.com, όπου και συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες. 

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Λεύγα 08: Περιεχόμενα

Άγης Πετάλας, Ουτοπία

πρώτες ύλες
Κώστας Σπαθαράκης, Πόσοι επενδυτές χρειάζονται για ν’αλλάξουν μια λάμπα;
Στάθης Στασινός, Η απλή τέχνη της τραπεζικής
Στέφανος Βαμιεδάκης, Πρόγραμμα Κοινωφελούς Εργασίας: τα stage πέθαναν, ζήτω τα stage
Βιβή Αντωνογιάννη - Γιάννης Βογιατζής, Η αυτοκτονία ως μία εκ των αντιμνημονιακών τεχνών

κοντραντούκτο 
Μάρκο Ζερμπίνο, CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα

αναλώσιμα 
Αλέκος Λούντζης, Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας)
Κωνσταντίνος Καλαντζής, Σκέψεις περί πολιτισμικής αποικιοκρατίας με αφορμή «τα αγγλικά του Τσίπρα»
Κώστας Περούλης, Δημήτρης Παπαϊωάννου ή το χρονικό του θανάτου του αριστερού καλλιτέχνη
Μιχάλης Μεντίνης, Ο χαρούμενος ύπνος και οι χαμογελαστοί πελάτες του
Θοδωρής Δρίτσας, Πικ εν ρολ με έννοιες
Μπάμπης Μπαλτάς, Για ένα σχολείο της κοινότητας
Όλγα Τουλούμη, Μια απάντηση
Robert Spittlehouse, Angus of footby

σκραπ 
Όλγα Καρυώτη, Και σαν σκιές επιστρέφουμε…
Γιώργος Μανουσέλης, Ψιλή κουβέντα


λεύγα 8  
(Σεπτέμβριος 2012)
Φωτογραφίες: Γιάννης Βαμιεδάκης, Αχιλλέας Βογιατζής 
Σχέδιο εξωφύλλου: Robert Spittlehouse
Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης
Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Λεύγα 08: Πλησιάζει


Η όγδοη λεύγα θα αρχίσει να διανύεται τη Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου.

Μέχρι τότε... διαβάστε ολόκληρο το 6ο τεύχος της λεύγας online!


Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Άγης Πετάλας: Ουτοπία


 Αγαπητέ μου, βρίσκομαι σ’ αυτή τη θαυμαστή εξοχή, εδώ και
έξι μέρες, και δεν κουράζομαι να αποθαυμάζω τις καταπλη-
κτικές αρετές αυτού του πάρκου, με τα σκιερά δάση που δε-
σπόζουν ολόγυρα και τα χαριτωμένα μονοπάτια κατά μήκος
των ρυακιών. Η φύση και η σιωπή της, οι γαλήνιες απολαύσεις
της, η αμέριμνη ζωή στην οποία μας προσκαλεί, όλα τούτα με
γοήτευσαν. Αχ! Ιδού η αληθινή λογοτεχνία, δεν υπάρχει ποτέ
λάθος στυλ σε ένα λιβάδι.
Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Οι χωριάτες, 1844


Υπάρχουν τόποι που μπορεί κανείς να κατοικήσει κι άλλοι τους οποίους μπορεί να ενοικήσει. Υπάρχουν τόποι στους οποίους μπορεί κανείς να εργαστεί και τόποι στους οποίους μπορεί να ξαποστάσει. Ο κατακερματισμένος χώρος του «πάτριου» εδάφους (αλλού γεννιέσαι, αλλού πεθαίνεις, από αλλού κατάγεσαι), ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο θλιβερά ομοιόμορφος και παραταύτα τόσο επαναλαμβανόμενα, παγιωμένα «διαφορετικός». Οι νοηματοδοτήσεις του άστεως και της επαρχίας, μεταλλάσσονται γοργά, τα σύνορα μεταξύ τους ξαναχτίζονται και γκρεμίζονται σε μία και μόνη στιγμή. Το άστυ μας, όπως εμφανίζεται: ένα παρακμιακό συνονθύλευμα άχαρου δημόσιου χώρου και πύκνωσης μιας εξαντλητικής βιομέριμνας, μια στέρφα γη. Το άστυ εισβάλλει για τα καλά στην επαρχία: μια τρομοκρατική ληστεία, ένα αποτρόπαιο έγκλημα αλλοδαπού, από το πουθενά, σε εποχή διακοπών. Η επαρχία έχει βέβαια θερινές φωτιές που κατακαίγουν μαστιχόδεντρα, μα και το άστυ, μήπως κι αυτό δεν έχει φωτιές στα ήδη αποψιλωμένα βουνά που το περιστοιχίζουν; Το άστυ «εξάγει» στην επαρχία: εξάγει αστούς που κάνουν διακοπές και μαζί τους εξάγει στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών. Το άστυ μετακενώνει στην επαρχία ιδέες και πρακτικές: ρατσιστικό μίσος, ομάδες κρούσης, συγκρουσιακή αλληλεγγύη «αντίστασης», που, αναβαπτιζόμενη στο επαρχιακό κοινωνικό σύμπαν, εκτρέπεται στον προπηλακισμό του φοροεισπράκτορα (μια διακριτή μνήμη «εθνικοαπελευθερωτικής», τοπικής παλικαριάς, αυτή).

 Ό,τι εμφανίζεται και αποκρούεται ως αστικό σπίλωμα της επαρχίας, απλώς καταυγάζει τη μανιώδη επιδίωξη της τελευταίας να παραμείνει «επαρχία», με κάθε τίμημα. Μα όχι ακριβώς με την έννοια της διαφύλαξης μιας προκαπιταλιστικής, ονειρικής πρόσχωσης της φύσης, όπως θα την ήθελαν κάποιοι κατάκοποι αστοί που δεν παύουν να ερμηνεύουν την επαρχία ως ένα αισθητικό, κοινωνικά άδειο, δοχείο, κατάλληλο να υποδέχεται τα άγχη τους. Απλώς, τα στρατόπεδά της οφείλουν να μείνουν στρατόπεδα (συνοριοφύλακες της περίκλειστης, πάντοτε «ακριτικής» υπαίθρου) και όχι σταθμοί συγκέντρωσης μαυριδερών ζητιάνων (ο διάσπαρτος πληθυσμός του κινδυνώδους, κοσμοπολιτικού μας άστεως). Η επαρχία εξάγει στο άστυ την ψευδαίσθηση ότι «εκεί», έξωθεν της πόλης, υπάρχει ένα φαντασιακό καταφύγιο «αυτονομίας», που πρέπει να μείνει αμόλυντο, σαν μια απέραντη μνήμη παιδικών διακοπών, σαν ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο ακύμαντης κοινωνικής και φυσικής αταραξίας. Αυτό το πεδίο «καταφυγής» από το άστυ, επενδύεται, διόλου τυχαία, με τις ιδέες της νέας «επένδυσης». Επιστροφή στην πατρώα γη, χειροπιαστό χώμα, αγροτουρισμός, υψωμένα ιστία σε ένα κοινωνικό αρχιπέλαγος καπετανέων-skippers, φωτοβολταϊκοί λειμώνες, χυμώδεις κατακόκκινες φράουλες δίχως χημικά. Το μεγακαπιταλιστικό άστυ εισβάλλει ύπουλα στην επαρχία και ανατροφοδοτεί τις φαντασιώσεις πλουτισμού των «ευγενών αγρίων» του χωριού και της κωμόπολης, των ίδιων ανθρώπων που, μέσω του τοπικού τους βουλευτή, διαγκωνίζονταν πάντοτε για τη λήψη προγραμμάτων ανάπτυξης της υπαίθρου, για «μεγάλα έργα», ή απασχολούσαν στρατιές ειρηνοδικών με τις διασυνοριακές διαφορές των αγροτεμαχίων τους.

 Η επαρχία συναντάται μόνιμα με το άστυ, μα τώρα πια προβάλλει όσο ποτέ στο πρόσφατο παρελθόν, τις αρετές της λυτρωτικής αυτονομίας της. Το αντίβαρο του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού κορεσμού του άστεως, η επαρχία, οφείλει να μείνει ένας τόπος φαντασιωτικής επένδυσης μιας νέας ζωής, από την οποία θα έχουν εξοβελιστεί οι δυσαρέσκειες της αστικής ζωής.

 Πρέπει πάση θυσία να παραμείνει επαρχία, μα τώρα πια μια νέα επαρχία: όχι ο τόπος στον οποίο επιζούν οι πολιτικές μνήμες μιας ιστορίας που διαμορφώθηκε, εν πολλοίς, «στο βουνό», ούτε ο τοπολατρικός ρομαντισμός της καταγωγικής μας αφέλειας, όπως αποτυπώνεται στην αντίστοιχη, ενοχλητικά επίμονη, ελληνική λογοτεχνία της χωριάτικης νοσταλγίας. Η νέα αυτόνομη επαρχία μας: μια κοιλάδα σιλικόνης, όπου ο τεχνολογικός μινιμαλισμός της «νέας επένδυσης», θα συνδυάζεται με το απέραντο φυσικό πάρκο, της θαλάσσιας και βουνίσιας θέας.

 Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 2-3.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Κώστας Σπαθαράκης: Πόσοι επενδυτές χρειάζονται για ν’αλλάξουν μια λάμπα;


Ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, γύρω από τα προβλήματα της οικονομίας. Ωστόσο η οικονομία ως έννοια έχει πλέον απόλυτα ταυτιστεί με τρομακτικούς αριθμούς, με το ποσοστό της ύφεσης, το δημοσιονομικό έλλειμμα ως προς το ΑΕΠ, τις διαφορές στο κόστος δανεισμού και πάει λέγοντας. Η οικονομία δεν ανακαλεί καμία εικόνα· ακόμα και η τηλεόραση, όταν χρειάζεται να επενδύσει οπτικά τη νιοστή επανάληψη των μέτρων, αναζητά με αμηχανία ταμειακές μηχανές, μετρητές χαρτονομισμάτων, υπαλλήλους της εφορίας επί το έργον, χρηματιστηριακούς δείκτες, και φρεσκοκομμένα κέρματα. Μόνο κάποτε κάποτε εμφανίζονται επί σκηνής κάποια απομεινάρια της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής (κατά προτίμηση για να ντύσουν τη συζήτηση για τον κατώτατο μισθό): κάτι ταλαίπωρα σιδηρουργεία, κάτι ραπτομηχανές στη σειρά κ.ο.κ. Και όσο αποψιλώνεται η έννοια της οικονομίας, όσο γίνεται κάτι εντελώς αφηρημένο και γενικό, τόσο υπερεπενδύεται με προσδοκία, τόσο τονίζεται από κάθε πλευρά η ανάγκη της περιώνυμης «ανάπτυξης», μιας έννοιας που είναι πλέον στο στόμα κάθε Έλληνα, που υπερβαίνει τον διαχωρισμό μνημονιακών και αντιμνημονιακών, αλλά κατά παράδοξο τρόπο μένει ακόμη πιο κενή περιεχομένου και από την οικονομία.


Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΗ δείχνει σε ποιο βαθμό έχουν εξαφανιστεί από τον δημόσιο λόγο και τα πιο θεμελιώδη προβλήματα της παραγωγικής βάσης, και ακόμη πόσο έχει υποχωρήσει η λογική του σχεδίου και του σχεδιασμού, ακόμη και σε τομείς όπως η ενέργεια. Η ΔΕΗ, όπως και οι υπόλοιπες κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, αντιμετωπίζεται απλώς ως σφηκοφωλιά κρατικοδίαιτων συνδικαλιστών, που πρέπει να αποκοπεί από τον κρατικό κορμό για να εξυγιανθεί. Από την πλευρά της αριστεράς, το ζήτημα φαίνεται να αφορά κυρίως την τιμολογιακή πολιτική: οι κακοί ιδιώτες παίρνουν την κρατική περιουσία, αυξάνουν τα τιμολόγια, πληρώνει ο λαός. Η ανικανότητα να εξειδικευτεί η πρόταση να αποτελέσουν οι κρατικές επιχειρήσεις «εργαλεία» ή «μοχλούς» ανάπτυξης, η αδυναμία να δοθεί μια πρακτική απάντηση στο πώς θα γίνει αυτό, προς ποια κατεύθυνση και με ποιους στόχους, διασφαλίζει την ιδεολογική ηγεμονία του αντιπάλου. Αυτοί ξέρουν.

Τι ξέρουν όμως; Είναι απόλυτα εμφανές, και κάποτε λέγεται και ανοιχτά, ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση εξωτερικών επενδύσεων στην Ελλάδα, ούτε καν σε τομείς όπως η ενέργεια, τομείς δηλαδή που έχουν εγγυημένη απόδοση και λειτουργία, εγγυημένη ζήτηση κ.λπ. Ό,τι γίνει στον περίφημο τομέα των ιδιωτικοποιήσεων θα γίνει εκ των ενόντων· η καλή τράπεζα Χ θα πάρει τα λεφτά της ανακεφαλαιοποίησης από το κράτος, θα δανείσει τον φιλόδοξο επιχειρηματία Ψ, που θέλει να αγοράσει ένα κομμάτι κρατικής περιουσίας, και μετά από πολύ γκρίνια για την κατάσταση στην οποία το αγοράζει ο επενδυτής, για τους συνδικαλιστές, και αφού το κράτος φορτωθεί τα δάνεια της επιχείρησης (ΑΤΕ, Εγνατία οδός), ο «επενδυτής» θα κάνει το πατριωτικό του καθήκον αγοράζοντας με τα κρατικά λεφτά μια κρατική επιχείρηση. Αυτό προφανώς δεν προσφέρει τίποτα από την άποψη της εισροής πόρων στην οικονομία, αφού δεν μεταβάλλει σε τίποτα την κεφαλαιακή βάση· αφορά απλώς τη διαχείριση της εταιρείας και προφανώς τον έλεγχο των εσόδων της.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι δεν έχει σημασία αν η ΔΕΗ είναι κρατική ή όχι, αν ανήκει σε έναν ιδιώτη, στο ελληνικό ή το καταριανό δημόσιο. Ας βάλουμε στην άκρη την αβάσιμη προκατάληψή μας ότι οι ιδιώτες επενδυτές δεν είναι παρά γεράκια που θέλουν να υπερτιμολογήσουν το ρεύμα και να μας πιουν το αίμα. Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε με ποιο τρόπο, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής της επιχείρησης, θα μπορούσε μια μεγάλη εταιρεία να συμβάλει στην «ανάπτυξη».

 Η ευρωπαϊκή στρατηγική της απελευθέρωσης των αγορών ενέργειας από το 2000 και μετά, που είχε στόχο να ανοίξουν οι αγορές και να σπάσουν τα κρατικά μονοπώλια σε ολόκληρη την Ευρώπη, επέβαλε στις μεγάλες κρατικές εταιρείες να ακολουθήσουν μια λογική αποεπένδυσης: να πουλήσουν παραγωγικές μονάδες, να παραχωρήσουν τα δίκτυα, να μην αξιοποιήσουν τη δεσπόζουσα θέση τους στην αγορά, να αυξήσουν τα τιμολόγια, για να καταστεί συμφέρουσα η ιδιωτική επένδυση στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα με τον διαχωρισμό της παραγωγής, του δικτύου διανομής και της κατανάλωσης, επιχειρήθηκε να δημιουργηθούν τρεις χωριστές αγορές στη θέση της μίας, αυτονόητα κρατικά ελεγχόμενης, αγοράς. Το ρεύμα έχει όμως μια ιδιαιτερότητα: δεν αποθηκεύεται, δεν μεταφέρεται μακριά, δεν μπορεί να πουληθεί σε χρηστικά πακέτα, όπως π.χ. αυτά της κινητής τηλεφωνίας. Στην πραγματικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν άλλαξε ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο οι καταναλωτές προσεγγίζουν την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε φυσικά υπήρξε κάποιου τύπου ανταγωνισμός που να μειώνει τα τιμολόγια, όπως ήθελε η νεοφιλελεύθερη φαντασίωση.

Αυτή τη στρατηγική αποεπένδυσης ακολούθησε η ΔΕΗ. Από το 2000 και μετά, αφού μετατράπηκε σε ΔΕΗ Α.Ε., λειτουργεί ως ένας από τους πολλούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Διαχωρίστηκε νομικά η εταιρεία παραγωγής (ΔΕΗ), από την εταιρεία που διαχειρίζεται το δίκτυο (ΔΕΣΜΗΕ, και πλέον ΑΔΜΗΕ, 100% θυγατρική της ΔΕΗ), ενώ μια άλλη εταιρεία, ο «Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας» (ΛΑΓΗΕ), διενεργεί τον ημερήσιο ενεργειακό προγραμματισμό, δηλαδή τη χονδρεμπορική αγορά ενέργειας για κάθε μέρα. Πρόκειται για ένα χρηματιστήριο, στο οποίο οι παραγωγοί δίνουν την τιμή ρεύματος ανά σταθμό παραγωγής ενέργειας και ο ΛΑΓΗΕ καθορίζει ποιοι σταθμοί θα λειτουργήσουν, επιλέγοντας από το φθηνότερο κόστος καυσίμου προς το ακριβότερο. Ορίζει έτσι την Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ), με βάση την οποία αμείβονται οι παραγωγοί, δηλαδή την τιμή κόστους με την οποία μπαίνει στο σύστημα ο πιο ακριβός σταθμός παραγωγής. Την όλη διαδικασία εποπτεύει η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), η οποία επιπλέον καθορίζει διοικητικά ένα μέρος της τιμολογιακής πολιτικής (δηλαδή και πάλι επιβάλλει τιμές στη ΔΕΗ που είναι ο μόνος πωλητής στη λιανική) και προστατεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Όλος αυτός ο μηχανισμός αποτρέπει απλώς τη ΔΕΗ από το να καλύψει μόνη της τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας, και επιτρέπει στους ιδιώτες να λειτουργήσουν επιδοτούμενοι και με εγγυημένο ένα μίνιμουμ κέρδος.

Γιατί υπάρχει βέβαια και ένας μηχανισμός επιδότησης: ονομάζεται «Μηχανισμός ανάκτησης μεταβλητού κόστους». Με βάση αυτόν οι ιδιώτες παραγωγοί αμείβονται, προκειμένου να είναι διαθέσιμοι, με βάση το μεταβλητό κόστος, δηλαδή το κόστος του καυσίμου, προσαυξανόμενο με 10%. Το ποσό αυτό το καταβάλλει βεβαίως η ΔΕΗ: το 2010 ήταν 28.469.000 ευρώ, αλλά το 2011 αυξήθηκε σε 130.611.000 ευρώ, και αν δεν καταργηθεί ο μηχανισμός, θα κοστίσει στη ΔΕΗ πάνω από 270 εκ. ευρώ το 2012 (124 ,7 εκ. ευρώ ήταν μέχρι τον Αύγουστο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα εξαμήνου). Στην πραγματικότητα αυτή η επιδότηση, που διασφαλίζει στους ιδιώτες παραγωγούς ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό κέρδους (10%), που υπολογίζεται με βάση το κόστος του καυσίμου (άρα ανεξάρτητα από τη διακύμανση της τιμής), τους επιτρέπει να κατεβάζουν την τιμή που δηλώνουν στην ημερήσια δημοπρασία, αφήνοντας έξω τη ΔΕΗ. Έτσι, παρότι η (ιδιωτική) παραγωγή από φυσικό αέριο είναι ακριβότερη από τη λιγνιτική π.χ. παραγωγή, οι ιδιώτες είναι πάντοτε εντός συστήματος, αφού έχοντας εγγυημένο το κέρδος του 10%, μπορούν να προσφέρουν στον ημερήσιο προγραμματισμό τιμές κάτω του κόστους. Κερδίζουν έτσι διπλά, και από την επιδότηση και από την πώληση ενέργειας, αυξάνοντας όμως το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας, ενώ η ΔΕΗ χάνει και από την επιδότηση και το μερίδιό της στην παραγωγή. Άλλωστε η τιμολογιακή πολιτική της ΔΕΗ ρυθμίζεται από το κράτος, όχι μόνο για τους απλούς καταναλωτές αλλά και για τους βιομηχανικούς πελάτες. Η ΔΕΗ αγοράζει υποχρεωτικά κατά την εκκαθάριση της ημερήσιας πώλησης ενέργειας στην Οριακή Τιμή Συστήματος, με βάση την οποία πληρώνει για τις αγορές ενέργειας που έχει κάνει στο σύστημα και πληρώνεται για την ενέργεια που έχει διαθέσει.

Η ΔΕΗ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία (μετά τα ΕΛΠΕ), με τζίρο το 2011 5,5 δισ. ευρώ. Η χρηματιστηριακή της αξία όμως έχει πέσει τα τελευταία δύο χρόνια κατά 84% και αποτιμάται σήμερα στα 45 0 εκατ. ευρώ, παρότι η τελευταία αποτίμηση του ενεργητικού της φτάνει τα 16,6 δισ. ευρώ (είναι η μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου στην Ελλάδα). Η ΔΕΗ κατέχει μονοπωλιακή θέση στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, μετά τη σκανδαλώδη κατάρρευση των δύο εταιρειών Energa και Hellas Power, που προσπάθησαν να εισέλθουν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. (Οι δύο φιλόδοξοι επενδυτές εντόπισαν και προσπάθησαν να αποσπάσουν τα καλά τιμολόγια της ΔΕΗ· μια μικρή διόρθωση όμως στην τιμολογιακή πολιτική της ΔΕΗ αρκούσε για να πέσουν έξω, φεσώνοντας τον διαχειριστή του συστήματος με 200 εκ. ευρώ.) Οι επενδύσεις της ΔΕΗ κατά το υφεσιακό 2011 ανήλθαν σε περίπου 1 δισ.

Και όμως η επιχείρηση παρουσίασε το 2011 ζημία (148 εκ. ευρώ, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε κλείσει το έτος με κέρδη 55 7,9 εκ. ευρώ). Οι μισθοί των 20.821 εργαζομένων ανέρχονται στο ποσό των 834 ,705 εκ. ευρώ (19,9% των εσόδων), παρά τις μειώσεις του προσωπικού από το 2004 και μετά (το 2004 η ΔΕΗ απασχολούσε 28.019 εργαζόμενους, και η μισθοδοσία απορροφούσε 1,291 δισ. ευρώ). Το άλλο μεγάλο έξοδο της εταιρείας (περίπου 1 δισ. ευρώ) αφορά τις αγορές ενέργειας. Ο παρακάτω πίνακας από τον ισολογισμό της ΔΕΗ για το 2011 δείχνει ακριβώς ποιο είναι το τίμημα που πληρώνει η ΔΕΗ στους ιδιώτες ανταγωνιστές, για να εξιλεωθεί για την κρατικοδίαιτη ύπαρξή της.

Η πολύ σημαντική αύξηση του κόστους αγοράς ενέργειας ανάμεσα στο 2010 και το 2011 οφείλεται μόνο εν μέρει στην αύξηση των τιμών των καυσίμων και στους ειδικούς φόρους. Στην πραγματικότητα ο βασικός παράγοντας είναι η αύξηση των αγορών ενέργειας (κατά 24 ,6%), όχι μόνο λόγω της μειωμένης υδροηλεκτρικής παραγωγής το 2011, αλλά κυρίως λόγω της αυξημένης παραγωγής ιδιωτών. Η τιμή των αγορών ενέργειας από τρίτους αυξήθηκε κατά 24 ,7%, ενώ η επίπτωση από τον μηχανισμό ανάκτησης μεταβλητού κόστους προσέθεσε άλλα 102,1 εκατ. σε σχέση με το 2010. Είναι φανερό ότι το κόστος της απελευθέρωσης της αγοράς είναι δυσβάσταχτο για τη ΔΕΗ, που συμπιέζεται ανάμεσα σε μια χονδρεμπορική αγορά που τη διαμορφώνουν στην πράξη οι ιδιώτες, και στην ανάγκη να κρατηθούν σχετικά χαμηλά τα τιμολόγια. Η ΔΕΗ λειτουργεί εξάλλου ως ύστατος προμηθευτής, έχει δηλαδή διά νόμου υποχρέωση να προσφέρει ρεύμα σε όποιον το ζητήσει, και έτσι οφείλει να έχει τη δυνατότητα να καλύψει το σύνολο της ζήτησης.



Επιπλέον προβλήματα προκαλεί η επιδότηση των ΑΠΕ. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που τα προγράμματα επιδότησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας οδήγησαν στη δημιουργία μεγάλων μονάδων, εκτός από την οριζόντια διάχυση σε μεγάλο πλήθος μικροπαραγωγών. Και καθώς στην Ελλάδα η ηλεκτρική ισχύς των ΑΠΕ φτάνει πλέον στα 2.739 MW (η ΔΕΗ έχει συνολική εγκατεστημένη ισχύ 12.760 MW), οι εγγυημένες τιμές που συμφωνήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια και είναι κατά πολύ ανώτερες της τιμής πώλησης του ρεύματος στη λιανική διαμορφώνουν ένα πολύ σημαντικό κόστος, το οποίο καλύπτεται απευθείας από το λογαριασμό μας. Οι προσπάθειες να εξορθολογιστεί το κόστος αυτό με τη μείωση των εγγυημένων τιμών παραδόξως δεν καρποφόρησαν και έτσι, τον Αύγουστο 2012, η ΡΑΕ αύξησε το τέλος ΑΠΕ κατά 45 ,9% (από 5,99 ευρώ/MWh σε 8,74 ευρώ/MWh). Η ιδέα της «πράσινης ανάπτυξης» και των προγραμμάτων τύπου Ήλιος δεν αφορά μόνο τους μικρούς ιδιώτες παραγωγούς, αλλά και σημαντικά κεφάλαια που είδαν στις εγγυημένες τιμές μια αγελάδα που θα μπορούν να αρμέγουν τουλάχιστον ως το 2020. Χαρακτηριστικό του ανορθολογισμού που επικράτησε και της ραντιέρικης νοοτροπίας των επενδυτών είναι ότι μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 είχαν κατατεθεί στη ΡΑΕ αιτήσεις για ΑΠΕ που αντιστοιχούσαν σε συνολικά 68.000 MW, δηλαδή πενταπλάσια από την εγκατεστημένη ηλεκτρική ισχύ της χώρας, ενώ υπολογίζεται ότι οι παραγωγοί ΑΠΕ θα απορροφήσουν πάνω από 1 δισ. το 2013. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού ξοδεύεται βέβαια για τα φωτοβολταϊκά, την ενέργεια των οποίων αγοράζει η φιλόπτωχος ΔΕΗ με μέση εγγυημένη τιμή 290 ευρώ/MWh, ενώ τα αιολικά πάρκα κινούνται στα πιο λογικά πλαίσια των 87,5 ευρώ/MWh. Το γιατί ακούγεται και εξ αριστερών η υπεράσπιση των «μικροπαραγωγών» που διεκδικούν το δικαίωμά τους να εισπράττουν χωρίς να κουνάνε το δαχτυλάκι τους είναι απορίας άξιον.



  Ας θυμηθούμε ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια επιχείρηση όπου το συντριπτικό ποσοστό των εργαζομένων ήταν και είναι συνδικαλισμένοι (περίπου 6.000 εργάτες των λιγνιτωρυχείων στον «Σπάρτακο» και οι υπόλοιποι στη ΓΕΝΟΠ), όπου το συνδικάτο είχε και έχει προβολή, χρήματα, προνομιακές σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ αλλά και με τη διοίκηση της επιχείρησης. Και το αγωνιστικό αντιμνημονιακό προφίλ του προέδρου της ΓΕΝΟΠ δύσκολα μπορεί να κρύψει, όχι μόνο τα σκάνδαλα των χρηματοδοτήσεων του συνδικάτου ή τις διακοπές των στελεχών κ.λπ., αλλά κυρίως τη συναίνεση που, από τη δεκαετία του 1990, προσέφερε ο συνδικαλισμός τύπου ΔΕΗ στον εκσυγχρονισμό και τους διαδόχους του. Ακόμα και σήμερα, οι πιο επιθετικές κινήσεις της ΓΕΝΟΠ (αντίθεση στα χαράτσια, μηνύσεις για την ΟΤΣ κ.λπ.) ακολουθούν και στηρίζουν την πολιτική της επιχείρησης χωρίς να αμφισβητούν τις κεντρικές επιλογές. Στην πραγματικότητα το βασικό ηθικό όπλο των εργαζομένων στη μεγαλύτερη δημόσια επιχείρηση, δηλαδή η «κοινή ωφέλεια», ακυρώνεται από τη γνωστή μαγική τριάδα: μισθάρες, συνταξάρες, κυβερνητικός συνδικαλισμός. Η απειλή ότι στην περίπτωση περαιτέρω ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ θα κατέβουν διακόπτες είναι υπαρκτή και ενοχλεί τους διάφορους επίδοξους επενδυτές, αλλά η ισχύς της μένει να αποδειχθεί επί του πεδίου της μάχης, και μάλιστα απέναντι σε μια εχθρική κοινή γνώμη.

Το ελληνικό δημόσιο είναι ακόμη ο βασικός μέτοχος της ΔΕΗ Α.Ε., κατέχοντας το 51% των μετοχών της. Αποτελεί όμως μνημονιακή υποχρέωση η μεταβίβαση τουλάχιστον του 17% μέσω του Ταμείου Αξιοποίησης της Δημόσιας Περιουσίας, ώστε η συμμετοχή του δημοσίου να πέσει στο 34 %. Δεν είναι όμως σαφές πώς θα γίνει αυτό, αφού η τιμή της μετοχής βρίσκεται σε απαγορευτικά επίπεδα και δεν πρόκειται να ανέβει σύντομα. Επιπλέον στο 2ο μνημόνιο προβλέπεται η απελευθέρωση της αγοράς λιγνίτη εντός του 2012, ώστε να μπορούν ιδιώτες να συμμετάσχουν στην παραγωγή λιγνίτη μέχρι το 2013. Επίσης το ελληνικό δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση να πουλήσει υδροηλεκτρική παραγωγική ικανότητα και άλλα παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία σε επενδυτές, με ρητή μάλιστα πρόβλεψη ότι οι επενδυτές θα μπορούν να αγοράσουν υδροηλεκτρικούς ή άλλους παραγωγικούς σταθμούς μαζί με τον λιγνίτη. Αν σκεφτεί κανείς ότι το μείγμα καυσίμου της ΔΕΗ περιλαμβάνει 66,4% λιγνίτη, καταλαβαίνει ότι ο τζίρος των 6 δισ. της ΔΕΗ προγραμματίζεται να κοπεί σε μικρότερα πακέτα, που θα έχουν από ένα υδροηλεκτρικούλι, λίγο λιγνιτάκο και ό,τι άλλο ευαρεστηθεί να ψωνίσει ο «επενδυτής».


Τα σχέδια που έχουν ως τώρα κατατεθεί για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ κινούνται ακριβώς στην κατεύθυνση της πλήρους αποεπένδυσης και της διάλυσης της επιχείρησης σε μικρά, ανταγωνιστικά δήθεν, φέουδα των μεγάλων παικτών που έχουν ήδη δραστηριοποιηθεί στον τομέα της ενέργειας. Η μηντιακή εικόνα λοιπόν του «επενδυτή» ως κάποιου που θα εισφέρει καινούργιο κεφάλαιο στην επιχείρηση αντιστρέφεται: εδώ ο επενδυτής είναι ο διαχειριστής, ο εκτελεστής της διαδικασίας αποεπένδυσης, της απομείωσης του κεφαλαίου και της αναστροφής της συσσώρευσης. Είναι σαφές ότι η ΔΕΗ είναι προς το παρόν η κότα με τα χρυσά αυγά, ενώ ένας στρατηγικός επενδυτής, ένας φανταστικός Σαουδάραβας, θα πίεζε πρώτα από όλους τους ανταγωνιστές-τρωκτικά που αποσπούν ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας με την επιδότηση της ΔΕΗ. Η αμοιβαία καχυποψία των ιδιωτών παικτών της αγοράς ενέργειας και ο φόβος μιας ενιαίας επιχείρησης με το μέγεθος της ΔΕΗ (που θα καθορίζει την τιμή και του βιομηχανικού ρεύματος) οδηγούν στην επιλογή της διάσπασης της επιχείρησης. Μόνο που η διάσπαση αυτή είναι εντελώς ανορθολογική: σε μια μικρή αγορά όπως η ελληνική θα περάσουμε απλώς από το κρατικό μονοπώλιο σε μια ομάδα μικρών ιδιωτών, οι οποίοι δεν θα έχουν κανένα λόγο να επενδύσουν ούτε στην παραγωγή ούτε στο δίκτυο χωρίς άμεση ή έμμεση επιδότηση.

Η ΔΕΗ δεν θα πουληθεί: το κεφάλαιό της θα διασπαστεί και η διαχείρισή του θα ανατεθεί στους επενδυτές, που θα εισπράττουν διαχειριζόμενοι. Η ΔΕΗ έχει 109 σταθμούς παραγωγής φτηνής ενέργειας, πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα δικτύου, μηχανήματα και εξειδικευμένο προσωπικό. Είναι η κληρονομιά του σχεδίου Μάρσαλ, το πιο απτό αποτέλεσμα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Παράγει. Και ακριβώς γι’ αυτό θα έπρεπε να υπάρχει ένας σχεδιασμός για την αξιοποίηση και την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγικής υποδομής: ο εκσυγχρονισμός των θερμοηλεκτρικών μονάδων, η διασύνδεση των νησιών, η ορθολογική ανάπτυξη των ΑΠΕ, η παροχή ζεστού νερού κ.λπ., θα μπορούσαν να είναι απλοί και πρακτικοί στόχοι, μικροί εξορθολογισμοί. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν συνιστά μακρόπνοο σχέδιο «ανάπτυξης», συγκρίσιμο με τον μεταπολεμικό εξηλεκτρισμό της χώρας. Εκεί οφείλεται άλλωστε η φαινομενική αντιστροφή της διαδικασίας συσσώρευσης – από το μονοπώλιο του κράτους-επενδυτή περνάμε στο καρτέλ των ιδιωτών διαχειριστών. Οι υποσχέσεις της «ανάπτυξης» και των «νέων σχεδίων Μάρσαλ» θα μείνουν εκ των πραγμάτων γενικόλογες. Πρώτον, διότι το κεφάλαιο της ηλεκτρικής ενέργειας έχει κλείσει, η ανάπτυξη (του δικτύου, των υποδομών κ.λπ.) έχει ήδη συντελεστεί, ενώ δεν υπάρχει κάποια σημαντική τεχνολογική εξέλιξη στον χώρο της ενέργειας. Δεύτερον, γιατί ολόκληρη η λογική της «ανάπτυξης» και του σχεδιασμού, το ίδιο το ερώτημα «τι παράγουμε;» (αυτό το πρώτο πληθυντικό που μας υπενθυμίζει τις ευθύνες μας), έρχεται σε αντίφαση με τον ανοργάνωτο και χαοτικό χαρακτήρα της ιδιωτικής επένδυσης, αντιστρα
τεύεται το πνεύμα της εποχής.



Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 4-8.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Στάθης Στασινός: Η απλή τέχνη της τραπεζικής (και πώς δεν την εφαρμόζουμε)


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Εν αρχή λοιπόν ήταν ο λόγος. Εντάξει, ας προχωρήσουμε λίγο πιο μπροστά. Εν αρχή ήταν οι τράπεζες. Χωρίς αυτές ο καπιταλιστικός μας κόσμος μας θα ήταν βαρετός, μέσα στην κατάθλιψη και τη μιζέρια. Θα μου πείτε και τώρα είναι· ναι, αλλά αν δεν ήταν οι τράπεζες, θα ήταν ακόμα χειρότερα, άπιστα γουρούνια.

Η τράπεζα δεν είναι ένα κανονικό παιδάκι, διότι σε αντίθεση με τα άλλα παιδάκια, μπορεί να έχει στην τσέπη της ένα ευρώ και να δανείζει καμιά εικοσαριά, τα οποία μαγικά τα εμφανίζει από το πουθενά. Αυτό επειδή είμαστε ευγενικοί άνθρωποι το ονομάζουμε πιστωτική επέκταση και όχι τύπωμα, στην ουσία όμως –τη στιγμή που συμβαίνει– είναι ένα και το αυτό. Μπορεί μια τράπεζα να δημιουργεί χρήμα κατά το δοκούν; Όχι ακριβώς, γι’ αυτό η κεντρική τράπεζα της βάζει μερικούς περιορισμούς. Οι δύο βασικοίπεριορισμοί που έχει μια τράπεζα είναι η λεγόμενη χρηματοδότηση των δανείων (ρευστότητα) και τα λεγόμενα εποπτικά κεφάλαια.

Η ρευστότητα εκφράζεται βασικά από τη σχέση μεταξύ των (ξένων) χρημάτων που διαθέτει μια τράπεζα στο ταμείο προς τα δάνεια που έχει δώσει. Στην παραδοσιακή τραπεζική των παλιών καλών χρόνων, για κάθε 10 ευρώ που μάζευες σε καταθέσεις, έδινες 7-8 ευρώ σε δάνεια. Ο λόγος ήταν πρακτικός: οι τράπεζες δανείζονται από τους καταθέτες βραχυχρόνια και δανείζουν στους δανειολήπτες μακροχρόνια. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ οι καταθέσεις φεύγουν ανά πάσα στιγμή, τα δάνεια δεν μπορούν να αποπληρωθούν το ίδιο γρήγορα. Μια δανειακή σύμβαση έχει συνήθη διάρκεια τουλάχιστον τριών ετών (τα στεγαστικά φτάνουν μέχρι τα 35 ), τη στιγμή που οι περισσότερες καταθέσεις είναι διαθέσιμες την επόμενη μέρα, άντε το επόμενο εξάμηνο, όταν μιλάμε για προθεσμιακές. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχεις στην τσέπη περισσότερες καταθέσεις από δάνεια, ώστε να είσαι καλυμμένος σε μια κακή στιγμή.

Όπως όλοι ξέρουμε, οι τράπεζες παγκοσμίως πίστευαν μέχρι το 2008 πως δεν υπήρχαν κακές στιγμές. Από αυτή την πεποίθηση δεν είχαν ξεφύγει φυσικά οι ελληνικές τράπεζες, και έτσι η κρίση του Σεπτέμβρη του 2008 τις βρήκε όλες ξεβράκωτες. Το καλοκαίρι του 2008, όλες οι ελληνικές τράπεζες είχαν δανείσει περισσότερα χρήματα από όσα διέθεταν σε καταθέσεις (πλην του κακού και μη βιώσιμου κρατικοδίαιτου ΤΤ). Αυτό το ονομάζουμε χρηματοδοτικό κενό. Το 2009 τα δάνεια που είχαν δώσει οι ελληνικές τράπεζες ήταν γύρω στα 300 δισ. στο εσωτερικό και 45 -50 δισ. στο εξωτερικό, ενώ οι συνολικές καταθέσεις ήταν μόλις 290 δισ. στο εσωτερικό και αμελητέες στο εξωτερικό. Και μόλις βγάλεις από την εξίσωση το «οπισθοδρομικό» και κρατικοδίαιτο ΤΤ και τους «βλάχους» της Τράπεζας Κύπρου, η κατάσταση στην ελληνική τραπεζική αγορά ήταν για κλάματα.

Τις καλές εποχές οι τρόποι για να καλύψεις αυτό το κενό ήταν κυρίως δύο. Ή θα έπρεπε να κυνηγάς καταθέτες με το δίκαννο στο λιανοπούλι, ή θα έπρεπε να ψάξεις να βρεις τα χρήματα στη χονδρική. Όπως καταλαβαίνετε, οι πιο «μοντέρνοι» Έλληνες τραπεζίτες θεωρούσαν βαρίδι τη λιανική και δανείζονταν πάντα από τη χονδρική αγορά χρήματος. Ακόμα και η Εθνική, ο κατεξοχήν παίκτης της λιανικής, έκανε, αν θυμάστε, αρκετές κινήσεις για να διώξει τους δύστροπους και ακριβούς πελάτες της λιανικής (που χρειάζονται υπαλλήλους να τους εξυπηρετούν). Ακριβώς μετά την κρίση, το ίδιο το μειονέκτημα έγινε πλεονέκτημα. Η Εθνική ξαναθυμήθηκε πόσες καταθέσεις είχε από το περήφανο λιανοπούλι και έβγαλε μισή ντουζίνα πιαρατζούδικες ανακοινώσεις για το ζήτημα. Και το έκανε αυτό διότι οι υπόλοιποι μετά τον Σεπτέμβρη του 2008 βρέθηκαν εντελώς ξεβράκωτοι. Οι αγορές χονδρικής έκλεισαν μια για πάντα και οι περισσότερες τράπεζες του κόσμου θα είχαν κλείσει πριν προλάβει να κλείσει το έτος.

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή εμφανίστηκε ο Σούπερμαν με τη μορφή του Τρισέ και της ΕΚΤ, και άρχισε να μοιράζει χρήμα μέσω των γνωστών πια προγραμμάτων «έκτακτης» ρευστότητας. Πρακτικά όσες τράπεζες είχαν υπερβάλλουσες καταθέσεις τις πάρκαραν στην ΕΚΤ και η ΕΚΤ τις έδινε στις «μοντέρνες» τράπεζες που μέχρι πρότινος θεωρούσαν τις καταθέσεις βαρίδι. Καθώς μάλιστα η κρίση προχωρούσε και οι καταθέσεις μειώνονταν, η ΕΚΤ άρχισε να καλύπτει το χρηματοδοτικό κενό (που αυξανόταν συνεχώς) με χρήμα που εμφάνιζε από το πουθενά, προκειμένου να μη μείνουν τα ιδρύματα ακάλυπτα.

Αυτού του είδους η «έκτακτη» ρευστότητα συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα, και μάλιστα με απόφαση της ΕΚΤ από το φθινόπωρο του 2011 η «έκτακτη» ρευστότητα απέκτησε τριετή υπόσταση! Το χρηματοδοτικό κενό των ελληνικών τραπεζών βρίσκεται γύρω σήμερα στα 110-130 δισ. ευρώ και καλύπτεται από την ΕΚΤ και τον ELA (που είναι στην ουσία ένας μηχανισμός έκτακτης ρευστότητας του παραρτήματος της ΕΚΤ στην Ελλάδα που ονομάζεται Τράπεζα της Ελλάδος). Για αυτό το κενό εγγυάται το ελληνικό δημόσιο (χα χα).

Το δεύτερο πανηγύρι
Μόλις περιγράψαμε λοιπόν την πρώτη απάτη που σήμερα συνεχίζει να θέλει να περνάει ως τραπεζική. Και τη λέω απάτη διότι, ενώ τίποτα δεν δουλεύει έτσι όπως λένε οι «κανόνες», όλοι προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει κανένα χρηματοδοτικό κενό και όλα βαίνουν καλώς, απλώς υπάρχει ένας μικρός βραχυχρόνιος λόξιγκας στην οικονομία. Ας πάμε όμως και στη δεύτερη απάτη στην οποία βασίζεται η σύγχρονη τραπεζική.

Ένα από τα βασικά θέματα αυτής της κρίσης είναι πως οι τράπεζες έδωσαν δάνεια σε κράτη, ιδιώτες και επιχειρήσεις τα οποία ήταν αδύνατο να αποπληρωθούν. Για να το θέσουμε πιο ειλικρινά, οι τράπεζες τόσα χρόνια έκαναν τα στραβά μάτια αποδεχόμενες ότι όλα αυτά τα σπίτια των 300 και των 400 χιλιάδων ευρώ στη suberbia της Αθήνας θα αποπληρώνονταν με μισθούς των 1.500 και των 2.000 ευρώ. Το ίδιο έκαναν σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα για επιχειρηματικά πρότζεκτ, ΣΔΙΤ, συγχωνεύσεις με φανταστικές οικονομίες κλίμακας, εξαγορές και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας. Γιατί το έκαναν αυτό; Μα γιατί κέρδιζαν πάρα πολλά από τη διαδικασία. Θυμάστε που το κακό κρατικοδίαιτο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο δεν τα πήγαινε τόσο καλά; Ο λόγος που δεν τα πήγαινε τόσο καλά ήταν ότι δεν έδινε όλα αυτά τα θαλασσοδάνεια, πιθανότατα από τη συντηρητική του νοοτροπία. Άρα, θα μου πείτε, το ΤΤ τη γλύτωσε. Όχι βέβαια, διότι οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους κατηγορούσαν το ΤΤ για τον συντηρητισμό του τις καλές μέρες, χρησιμοποιούνται και σήμερα προκειμένου να πουληθεί, ακριβώς τη στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι όσο πιο συντηρητικός ήσουν σε αυτό το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο.

Γιατί; Διότι όλα αυτά τα δάνεια δεν θα αποπληρωθούν. Και όταν ένα δάνειο δεν αποπληρώνεται, τότε μια τράπεζα είναι αναγκασμένη να το ξεγράψει από το δανειακό της χαρτοφυλάκιο και να το βάλει στις πιθανές ζημιές. Αν π.χ. είχε δανείσει 1 εκ. ευρώ σε μια επιχείρηση που έκλεισε, θα πρέπει αυτό το 1 εκ. να το περάσει στα επισφαλή δάνεια και να υπολογίζει χασούρα ύψους 1 εκ. Για να καλύψει αυτή τη χασούρα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρήματα των καταθετών της (διότι δεν της ανήκουν), αλλά πρέπει να τα βάλει από την τσέπη της.


Η τσέπη της τράπεζας ονομάζεται μετοχικό κεφάλαιο, είναι δηλαδή τα χρήματα που έχουν βάλει οι ιδιοκτήτες της. Κάθε τράπεζα έχει υποχρέωση να διαθέτει ένα ποσό από δικά της χρήματα, τα οποία θα χρησιμοποιούσε σε περίπτωση που ένα δάνειο τους έσκαγε στα μούτρα. Αυτή η τσέπη, τα λεγόμενα εποπτικά κεφάλαια, θα έπρεπε να περιέχει τουλάχιστον το 4% των δανείων που είχε δώσει, και 8-9% σύμφωνα με τους καινούργιους κανόνες (της Βασιλείας ΙΙΙ). Αν δεν έχει τα χρήματα αυτά στο ταμείο, τότε η τράπεζα πρέπει να τα βρει (είτε από συσσωρευμένα κέρδη παλιότερων ετών είτε από αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου) ή να χάσει την άδειά της.

Τις καλές μέρες, όταν έσκαγε ένα δάνειο, η τράπεζα το αφαιρούσε από τα κέρδη της χρονιάς. Είχες χασούρα από δάνεια 10 εκ. και κέρδη 400 εκ.; Τα κέρδη γίνονταν 390 εκ. Τι γίνεται όμως σε περίπτωση που τα κέρδη μιας χρονιάς είναι λιγότερα από τις χασούρες; Τότε η τράπεζα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τα εποπτικά κεφάλαια για να καλύψει τη διαφορά. Στις ελληνικές τράπεζες τα κεφάλαια αυτά έχουν πέσει κάτω από το όριο που έχει ορίσει η κεντρική τράπεζα. Και όπως μπορείτε να φανταστείτε, τόσα χρόνια τρελών κερδών δεν έχουν αφήσει στο σεντούκι αρκετά χρήματα, διότι μέτοχοι και στελέχη έτρωγαν με χρυσά κουτάλια. Κάτι που αφήνει μόνο μία διέξοδο στο πρόβλημα, κι αυτή είναι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή όπως αλλιώς την ξέρουμε...

Η ανακεφαλαιοποίηση
Σήμερα οι τράπεζες βρίσκονται στο κακό αυτό σημείο να μην έχουν φράγκο στην τσέπη. Τα παπαγαλάκια λένε πως γι’ αυτό φταίει το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, όμως αν το πρόβλημα είναι αυτό, γιατί οι τράπεζες θα πάρουν 50 δισ. (+11δισ. που έχουν πάρει ήδη) σε ζεστό ρευστό από τη στιγμή που η συνολική χασούρα από τα ομόλογα δεν ξεπερνά τα 25 δισ.; Χμμμμ....

Καθώς οι ιδιοκτήτες τους φυσικά δεν θέλουν να βάλουν το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τα ιδρύματά τους (ακόμα και στην περίφημη συγχώνευση Άλφαμπανκ-Γιούρομπανκ, οι μεγαλομέτοχοι δεν έβαζαν φράγκο από την τσέπη τους αλλά αντίθετα έβαζαν κάτι Μεσανατολίτες να κάνουν τα κορόιδα με 500 ψωροεκατομμύρια), περιμένουν από το κράτος να το κάνει. Το ίδιο κακό κράτος που μισούν και δεν θέλουν στα πόδια τους. Αυτό το κράτος λοιπόν, μέσω του διοικητή της ΤτΕ, του ηλιόδωρου κ. Προβόπουλου, αποφάσισε πως από όλες τις ελληνικές τράπεζες τέσσερις είναι αυτές που αξίζει να «σωθούν» με τα χρήματά μας: η Εθνική, η Πειραιώς, η Άλφαμπανκ και η Γιούρομπανκ. Και το ΤΤ κύριε; Το ΤΤ παιδί μου, παρότι είναι η τράπεζα με τα λιγότερα προβλήματα στην Ελλάδα, είναι κρατικό και ως τέτοιο θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί. Αλλά για να ιδιωτικοποιηθεί θα πρέπει να φανεί προβληματικό. Πώς γίνεται αυτό; Το κράτος έδωσε ήδη 19 δισ. (από τα 50 δισ.) στις 4 διαπλεκόμενες τράπεζες έτσι ώστε να καλύψουν τις χασούρες τους από ομόλογα και θαλασσοδάνεια, την ίδια στιγμή που στο ΤΤ και την Αγροτική δεν έδωσε φράγκο. Άρα η Αγροτική και το ΤΤ έχουν πρόβλημα εποπτικών κεφαλαίων, τη στιγμή που οι 4 όχι. Μαγικό; Και πού να δείτε τη συνέχεια.

Να σημειώσουμε εδώ πως οι τέσσερις τράπεζες δεν επιλέχθηκαν με βάση το πόσο καλές ή επιτυχημένες ήταν. Η Γιούρομπανκ για παράδειγμα στα περσινά στρες τεστ της Ευρωπαικής Ένωσης, που ήταν φτιαγμένα για να πετύχουν όλοι (ακόμα και αυτοί που χρεοκόπησαν αργότερα), κατάφερε να αποτύχει, την ίδια στιγμή που το ΤΤ τα περνούσε με σημαιούλες να ανεμίζουν (flying colors το λένε στο Αμέρικα). Η Πειραιώς επίσης ήταν μια κατεξοχήν προβληματική και χρεοκοπημένη τράπεζα, αλλά επιλέχθηκε να επιβιώσει, καθώς αποτελεί την τράπεζα με την οποία έκανε μπίζνες ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, πασοκικό ή νεοδημοκρατικό. Ο κ. Σάλλας όλα τα έσφαζε και τα μαχαίρωνε, κι αν θέλετε να μάθετε τον τρόπο, δεν έχετε παρά να ανατρέξετε στη νόμιμη και ηθική μπίζνα Βουλγαράκη.
Αλλά ας επιστρέψουμε στην ανακεφαλαιοποίηση. Με την πρώτη δόση των χρημάτων που πήραν οι 4 ελληνικές τράπεζες από το κράτος δωρεάν, κάλυψαν τα κενά από το κούρεμα και ξεκίνησαν ένα ταχύ πρόγραμμα απορρόφησης του υπόλοιπου τραπεζικού συστήματος. Η τρόικα ήθελε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να συγχωνευθεί σε 2-3 μεγάλους ομίλους, αλλά η επιλογή των ομίλων είναι μια καθαρά ελληνική υπόθεση, διότι δεν μπορώ να φανταστώ την τρόικα να επιλέγει την Πειραιώς ή τη Γιουρομπανκ, έστω κι αν ο κ. Μπαρόσο είναι κοτεραδέρφια με τον κ. Λάτση από τα μικράτα τους.

Κάπως έτσι λοιπόν το παραμύθι των συγχωνεύσεων ξεκίνησε την άνοιξη με την απορρόφηση από την Εθνική των συναιτεριστικών τραπεζών που έκλεισε η ΤτΕ (ξέρω, δεν μάθατε τίποτα, τις έφαγε το μαύρο το σκοτάδι). Και συνεχίστηκε με την απορρόφηση ενός κομματιού της Αγροτικής από την Πειραιώς, επίσης δωρεάν. Αυτό το κομμάτι είναι το λεγόμενο καλό κομμάτι, καθώς τα θαλασσοδάνεια και διάφοροι άλλοι σκελετοί έμειναν στα χέρια του κράτους, προκειμένου να έχει να πληρώνει. Το ίδιο θα συμβεί οσονούπω και με το ΤΤ, για το οποίο ξερογλύφονται εδώ και χρόνια όλοι οι «μεγάλοι». Το ίδιο θα συμβεί και με την Εμπορική, την οποία οι Γάλλοι, βλέποντας πως μένουν έξω από τον χορό, αποφάσισαν να πουλήσουν, παρά το γεγονός πως έχουν βάλει το χέρι πολύ βαθιά στην τσέπη για να την εξυγιάνουν, από τότε που την ανέλαβαν μετά τη χρηστότατη διοίκηση του κ. Στουρνάρα.

Νομίζω ότι το μοτίβο είναι εμφανές: το ελληνικό τραπεζικό σύστημα συγχωνεύεται με τα χρήματα του κράτους και τους ίδιους αποτυχημένους τραπεζίτες να κάνουν κουμάντο.

Και ο έλεγχος
Μα κύριε, πώς γίνεται οι τράπεζες να παίρνουν 50 δισ. χωρίς να χάνουν τον έλεγχο των τραπεζών τους που δεν αξίζουν όλες μαζί ούτε 5; Στον σοσιαλισμό παιδί μου όλα γίνονται. Σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση, τα 50 δισ. που θα πάρουν οι τράπεζες θα τα πάρουν με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, άρα είναι προφανές πως οι παλιοί ιδιοκτήτες τους θα χάσουν τον έλεγχο. Μην κρατάτε όμως την αναπνοή σας.

Για αρχή ένα μέρος των χρημάτων θα τα πάρουν με τη μορφή CoCos, κάτι απίθανων μετατρέψιμων ομολόγων που κρατάνε τη μετοχική σύνθεση ίδια (δηλαδή την παλιά), παρά το γεγονός πως ο καινούργιος μέτοχος θα βάλει περισσότερα χρήματα απ’ όσα όλοι οι παλιοί, και μετατρέπονται σε μετοχές μόνο μετά από 500 τέρμινα, κι αν οι παλιοί μέτοχοι δεν τα αποπληρώσουν κι αν το μασάζ πετύχει κι αν έχουν την ευγενή καλοσύνη.

Ένα άλλο μέρος αυτών των 50 δισ. θα πάει κατευθείαν στα «κακά» κομμάτια της Αγροτικής. Διαχωρίζοντας την Αγροτική σε καλό και κακό κομμάτι, στην ουσία χάρισαν στον Σάλλα τα κομμάτια που δεν θα δημιουργήσουν προβλήματα (λέμε τώρα, διότι πώς να θεωρήσουμε τα δάνεια προς το ΠΑΣΟΚ θα αποπληρωθούν;), ενώ το κακό κομμάτι παραμένει στα χέρια του κράτους.

Τέλος, ένα τρίτο μεγάλο κομμάτι θα δοθεί υπό τη μορφή αύξησης κεφαλαίου και θεωρητικά θα βάλουν και οι ιδιώτες μέτοχοι το χέρι στην τσέπη κατά 10%. Δηλαδή για κάθε 1.000 ευρώ ΑΜΚ, οι παλιοί ιδιοκτήτες θα δώσουν μόλις 100. Αν είχατε κι εσείς μια τραπεζική άδεια θα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να γίνετε πλούσιοι.

Άρα, αγαπητέ μου, οι τράπεζες θα γίνουν όλες κρατικές; Αμ πριτς που θα γίνουν. Καταρχήν τα 19 δισ. που πήραν πριν από δύο μήνες, τα πήραν χωρίς ΑΜΚ και στην ουσία τα πήραν ως προκαταβολή της ΑΜΚ, η οποία υποτίθεται θα γίνει μέχρι το τέλος του χρόνου. Η κρυστάλινη σφαίρα μου υποψιάζεται πως διάφοροι αδιευκρίνιστοι λόγοι που έχουν να κάνουν με τις ηλιακές καταιγίδες και τον ανάδρομο Εωσφόρο θα καθυστερήσουν την αύξηση κεφαλαίου και άρα όσο δεν υπάρχει αύξηση δεν υπάρχει και νέα μετοχική σύνθεση.

Ο πράσινος δράκος της αποκάλυψης διαφωνεί με τη μαγική σφαίρα και πιστεύει πως θα γίνει μια αρχική μικρή αύξηση για να δικαιολογήσει μέρος των 19 δισ. (διότι το άλλο μέρος θα γίνει CoCos όπως είπαμε) και τελικά οι παλιοί μέτοχοι θα βάλουν από την τσέπη τους κανένα δισ. όλοι μαζί, ποσό που ίσως και να μπορέσουν να βρουν. Τα υπόλοιπα μέχρι τα 50 δισ. θα τα δώσουν πάλι έναντι και θα παίζουν κατενάτσιο σφυρίζοντας αδιάφορα.

Κρυστάλλινη σφαίρα ή πράσινος δράκος δεν έχει μεγάλη σημασία, διότι αυτό που έχει την πραγματική σημασία σε αυτή την περίπτωση είναι αυτό που θα μπορούσε να μας πει και ο τελευταίος Σοβιετικός πολίτης. Το σε ποιον ανήκει το μαγαζί είναι σχετικά αδιάφορο σε σχέση με αυτόν που το διαχειρίζεται. Κι αυτή η πραγματικότητα ισχύει όλο και περισσότερο και στον μεταπολεμικό δυτικό κόσμο. Οι μάνατζερς λοιπόν είναι στην ουσία αυτοί που νέμονται και διοικούν την τράπεζα, αυτοί που παίρνουν τα μπόνους και αυτοί που δίνουν τα δάνεια στους φίλους τους. Κι αυτοί, μέχρι να προλάβετε να πείτε κύμινο, θα έχουν εξαφανίσει τα 50 δισ. και θα ζητάνε κι άλλα. Δεν με πιστεύετε; Κοιτάξτε την περίπτωση της Dexia, που έχει «διασωθεί» ήδη δύο φορές από το γαλλικό και το βέλγικο δημόσιο και πάει ολοταχώς για τρίτη.

Στο ενδιάμεσο όμως οι μάνατζερ γίνονται ζάπλουτοι. Μόνο οι επίσημες απολαβές των υψηλόβαθμων διευθυντών και ΔΣ στα 4 ιδρύματα για το 2010 ήταν 34 ολοστρόγγυλα εκατομμύρια ευρώ, για μια χρονιά που τα ιδρύματα πήγαν κατά διαόλου. Πόσο ήταν οι ίδιες αμοιβές για το 2011 όπου τα ιδρύματα πήγαν ακόμα περισσότερο κατά διαόλου; 35 εκ ευρώ, γιατί είχαμε και πληθωρισμό, ας μην ξεχνάμε.

Και αυτά αφορούν μόνο τις επίσημες αμοιβές. Δεν περιλαμβάνουν τα χρήματα που παίρνουν μέσω διαφόρων βαλκανικών θυγατρικών και δεν εμφανίζονται, τις αμοιβές που παίρνουν διάφορες θυγατέρες και υιοί και εραστές και τρέχα γύρευε, τις μπίζνες που κάνουν με διάφορους βουλγαράκηδες οι οποίες αποκλείεται να μην έχουν την προμήθειά τους κ.λπ.

Γενικά είναι πολύ προσοδοφόρο να είσαι μεγαλοστέλεχος τράπεζας, κι εγώ χρόνια τώρα το προσπαθώ, και μετά να δείτε πως εγώ τους σκελετούς θα τους κρατήσω επ’ αόριστον όσο τρέχει το μπικικίνι. Και μη νομίσετε, δεν θέλω καν να μπω στο ΔΣ, να μια μικρή θεσούλα θέλω όπως του Φίλιππου Σαχινίδη ως «Ειδικός Συνεργάτης, Γενική Διεύθυνση Στρατηγικής και Οικονομικής Ανάλυσης» της Εθνικής Τράπεζας, και σας υπόσχομαι πως και η κρυστάλλινη σφαίρα θα σβήσει και ο πράσινος δράκος της αποκάλυψης θα ξαναγίνει λούτρινο κουκλάκι κι εγώ δεν θα ξανακούσω φωνές να με καλούν.

Αχ, είναι τόσο εύκολο σήμερα να είναι κανείς τραπεζίτης, εδώ ακόμα και τύποι σαν τον Σαχινίδη, τον Στουρνάρα, τον Προβόπουλο και τον Παπαδήμο τα κατάφεραν. Και εγώ, κύριε; Γιατί όχι και εγώ;


Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 9-13.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Στέφανος Βαμιεδάκης: Πρόγραμμα Κοινωφελούς Εργασίας: τα stage πέθαναν, ζήτω τα stage


Και ξαφνικά η ελληνική επικράτεια γέμισε από κοινωφελή εργασία. Μέσα από το διαδίκτυο, στις στήλες των εφημερίδων, από στόμα σε στόμα, οι άνεργοι πληροφορούνται για την προκήρυξη εκατοντάδων θέσεων εργασίας – και μάλιστα κοινωφελούς. Παντού ακούγονται οι μυστικοποιημένες πλέον λέξεις «ΕΣΠΑ», «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού», «Κοινωφελής Εργασία», «Επιχειρησιακό Πρόγραμμα». Φυσικά, δεν τρελάθηκαν στα υπουργεία και άρχισαν ξαφνικά τις προσλήψεις εργαζομένων, από μάγειρες μέχρι ψυχολόγους.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Βιβή Αντωνογιάννη - Γιάννης Βογιατζής: Η αυτοκτονία ως μία εκ των αντιμνημονιακών τεχνών


Η αυτοκτονία ήταν ανέκαθεν σαγηνευτική. Είτε ως αξιοπερίεργο συμβάν είτε ως «κοινωνικό φαινόμενο» ασκεί απροσδόκητη γοητεία. Το μαρτυρούν όλες οι λογοτεχνικές αυτοκτονίες της ιστορίας: αυτοκτονίες μυθιστορηματικών χαρακτήρων, αυτοκτονίες λογοτεχνών. Σε οριακές εποχές, η αυτοκτονία γίνεται πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και ο αυτόχειρας διακύβευμα για το οποίο ερίζουν πολιτικές δυνάμεις. Πάνω απ’ τον (αμήχανο) τάφο του κονταροχτυπιούνται αντίπαλες πολιτικές ιδεολογίες. Ή έτσι φαίνεται. 

Στην «κρίσιμη» εποχή μας, η σαγήνη της αυτοκτονίας έχει επιστρέψει εμφατικά, θυμίζοντας εποχές από το (όχι και τόσο μακρινό) παρελθόν μας.

εφ. Εμπρός, 8.10.1930


Αυτοκτονίες: «η ασθένεια της εποχής»
Έχουν όντως αυξηθεί οι αυτοκτονίες στις μέρες μας; Αν πιστέψουμε τις δημοσιογραφικές και διαδικτυακές πηγές, το φαινόμενο γνωρίζει «πρωτοφανή» έξαρση. Πέρα από τις αυτοκτονίες που έκαναν αίσθηση και έγιναν πρώτο θέμα στις ειδήσεις (Χριστούλας, Μετοικίδης, γιατρός στη Λαμία), οι εφημερίδες είναι καθημερινά γεμάτες με ειδήσεις για νέες αυτοκτονίες, τα ενημερωτικά site έχουν καθιερώσει σχεδόν μόνιμες στήλες για τους αυτόχειρες, ενώ συνεχώς ξεπηδούν νέα μπλογκ και ιστοσελίδες (με εύγλωττα ονόματα, όπως http://autoktoniaellada.blogspot.gr) που καταγράφουν και ταξινομούν τις αυτοκτονίες στη χώρα. Από τον χορό δεν θα μπορούσαν να λείπουν, ασφαλώς, και διάφορες ΜΚΟ, οι οποίες, επιδεικνύοντας την κοινωνική ευαισθησία τους, σπεύδουν να βάλουν και αυτές το λιθαράκι τους στον αγώνα κατά της αυτοκτονίας. Η Κλίμακα, π.χ. –ένας «Μη Κυβερνητικός Οργανισμός, με δραστηριότητες που στοχεύουν τόσο στην διάθεση υπηρεσιών ψυχικής υγείας όσο και στην υλοποίηση προγραμμάτων κοινωνικής ενσωμάτωσης ευάλωτων ομάδων πληθυσμού»– δημιούργησε το δικό της μπλογκ (http://suicidehelp-klimaka.blogspot.gr) προκειμένου να συνδράμει υποψήφιους αυτόχειρες, αλλά και να βοηθήσει στην καθημερινή καταμέτρηση των αυτοκτονιών. Καθημερινά, ανησυχητικά ρεπορτάζ και δυσοίωνες αναλύσεις κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την «τεράστια αύξηση» του αριθμού των αυτοκτονιών (π.χ. το ΕΚΑΒ ανακοίνωσε ότι, μόνο τον Ιούνιο, σημειώθηκαν 350 απόπειρες αυτοκτονίας, εκ των οποίων, 50 «κατέληξαν»»· η είδηση έκανε αμέσως τον γύρο του ίντερνετ και των Social Media, συνοδευόμενη, συνήθως, από τη δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Σ. Κεδίκογλου, ότι «κινδυνεύουμε να γίνουμε χώρα αυτοκτονιών», βλ. news24.gr: http://goo.gl/B7IgL), ακόμα και η Ελληνική Αστυνομία εξέδωσε ανακοίνωση για να ενημερώσει για τις 110 απόπειρες αυτοκτονίας που κατόρθωσε να αποτρέψει μόνο μέσα στο α΄ εξάμηνο του 2012 (βλ. ΕΛ.ΑΣ., http://goo.gl/yXEoq).[1] Αναλύσεις του φαινομένου, το οποίο, κατά πώς φαίνεται, έχει λάβει «διαστάσεις χιονοστιβάδας», βρήκαν θέση και στον mainstream Τύπο (Ιωάννα Σουφλέρη, «Γιατί τόσες αυτοκτονίες;», εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 8.7.2012: http://goo.gl/TnAhu), αλλά και σε επιστημονικά, πολιτικά ή «εναλλακτικά» έντυπα (π.χ. Α. Γαλανόπουλος, «Φταίει η φτώχεια για τις αυτοκτονίες;», περ. Unfollow: http://goo.gl/AXozZ).[2]



Αν λοιπόν τα πάρουμε όλα αυτά τοις μετρητοίς, ο αριθμός των αυτοκτονιών στη «μνημονιακή Ελλάδα» έχει εκτιναχθεί σε «δυσθεώρητα ύψη», ως αποτέλεσμα φυσικά της (ψυχολογικής) δυσφορίας και της (οικονομικής) απόγνωσης των Ελλήνων πολιτών. Για πρώτη φορά στην ιστορία, τόσοι πολλοί συνάνθρωποί μας αποφασίζουν να δώσουν τέλος στη ζωή τους, εξαιτίας της απελπισίας τους. Για πρώτη;
εφ. Ριζοσπάστης, 6.10.1933


Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν, διαπιστώνουμε ότι οι ελληνικές εφημερίδες, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και, εντονότερα, καθ’όλη τη δεκαετία του 1930, έδειχναν μια αντίστοιχη εμμονή με τις αυτοκτονίες, οι οποίες ασκούσαν ανάλογη γοητεία. Στον Τύπο όλου του πολιτικού φάσματος, οι αναφορές σε αυτοκτονίες είναι σχεδόν καθημερινές, με πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ, αφιερώματα, συνεντεύξεις με «ειδικούς» (συνήθως νευρολόγους), κύρια άρθρα, ειδησεογραφική κάλυψη κάθε περιστατικού κ.λπ. Οι αυτοκτονίες ονομάζονται «ασθένεια της εποχής» και «επιδημία», ενώ η προσπάθεια να βρεθούν ή να αναλυθούν τα αίτιά τους εξαρτάται από την περίπτωση, αλλά και από την πολιτική ταύτιση και γραμμή κάθε εφημερίδας. Η έξαρση των αυτοκτονιών φέρνει μαζί της και τη δημόσια σαγήνη. Σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Εμπρός, στο φύλλο της 8.10.1930 (με τίτλο «Είνε επιδημία αι αθρόαι αυτοκτονίαι;» και υπότιτλο «η ασθένεια της εποχής»), αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ο γιατρός μας εβεβαίωσε πως η νοσοκόμος αυτή έχει έναν ακατανόητον έρωτα με τους αυτοκτονούντας. Όταν πέση στα χέρια της μία εφημερίς κυττάζει πρώτα γεμάτη αγωνία τη στήλη των... αυτοκτονιών».

Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι είναι φυσιολογικό σε ιστορικά αντίστοιχες περιόδους οικονομικής κρίσης και ύφεσης να αυξάνονται οι αυτοκτονίες, καθώς και ότι η παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα και στα media δεν είναι παρά αντανάκλαση αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας. Κρίση τότε, κρίση σήμερα και, ως εκ τούτου, η φτώχεια και η απελπισία είναι κοινοί παρανομαστές των δύο εποχών, οδηγώντας σε «αναβίωση» του φαινομένου και εκ νέου έξαρση των αυτοκτονιών. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Από την κλασική μελέτη του Ε. Ντυρκέμ για την αυτοκτονία (1897) γνωρίζουμε ότι ο αριθμός των αυτοκτονιών αυξάνεται σταθερά από χρόνο σε χρόνο. Προφανώς, αυτό οφείλεται εν μέρει στους τρόπους και τις μεθόδους καταγραφής των αυτοκτονιών (βελτίωση αρχείων και τεχνολογιών αρχειοθέτησης, άμβλυνση του ταμπού της αυτοκτονίας, το οποίο εξακολουθεί –για θρησκευτικούς ασφαλώς λόγους– να είναι ισχυρό στην Ελλάδα κ.λπ.), αλλά συνιστά και ένα αντικειμενικό δεδομένο. Το επιβεβαιώνουν άλλωστε όσα στοιχεία έχουμε στη διάθεσή μας: στις εκθέσεις της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας φαίνεται ότι, από το 1920 έως το 1938, οι αυτοκτονίες αυξάνονταν σταθερά (και σχεδόν κατά το ίδιο ποσοστό) από χρόνο σε χρόνο (βλ. τις «Στατιστικές των αιτιών των θανάτων» που δημοσιεύονται στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της ΕΛ.ΣΤΑΤ.: http://goo.gl/F9gAH). Από το 1928 έως το 1938, το ποσοστό των αυτοκτονιών επί του συνόλου του πληθυσμού παρουσιάζει μικρές αυξομειώσεις, ενώ το 1930 –τη χρονιά δηλαδή που το Εμπρός διαπιστώνει μεγάλη έξαρση των αυτοκτονιών–, οι αυτοκτονίες ήταν οι ίδιες την προηγούμενη και την επόμενη χρονιά. Στοιχεία για τα τελευταία χρόνιαφαίνεται να μην είναι διαθέσιμα, παρ’ όλα αυτά,σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι αυτοκτονίες στην Ελλάδα αυξάνονταν σταθερά, αλλά όχι θεαματικά, από το 1960 έως το 2009 (βλ. World Health Organization: http://goo.gl/Rb2AZ).

Παραμένει, ασφαλώς, ανοικτό το ερώτημα αν τα τελευταία τρία χρόνια οι αυτοκτονίες έχουν αυξηθεί τόσο θεαματικά όσο παρουσιάζονται, ωστόσο ένα σχόλιο του Ντυρκέμ στη μελέτη του παρουσιάζει ενδιαφέρον και θα μας χρησιμεύσει παρακάτω:

Άρα, εάν οι βιομηχανικές ή οι οικονομικές κρίσεις αυξάνουν τις αυτοκτονίες, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι προκαλούν πενία, αφού οι κρίσεις ευημερίας έχουν το ίδιο αποτέλεσμα· οφείλεται στο γεγονός ότι είναι κρίσεις, δηλαδή διαταραχές της συλλογικής τάξης. Κάθε ρωγμή της ισορροπίας, ακόμα και αν επιτυγχάνει, μεγαλύτερη άνεση και μια ανύψωση της γενικής ζωτικότητας, σπρώχνει στον θεληματικό θάνατο. (E. Durkheim, Κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας, μτφρ. Μ. Μαρκάκης, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χ., σ. 275)


Η διαπίστωση ότι οι αυτοκτονίες (ή απλώς η καταγραφή τους;) πολλαπλασιάζονται διαρκώς από χρόνο σε χρόνο έχει οδηγήσει (στα χνάρια του Ντυρκέμ) στο να αποδίδεται συνήθως το εν λόγω φαινόμενο, αφενός, στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης (η οποία προκαλεί τάχα νευρώσεις και άλλες ψυχικές διαταραχές) και, αφετέρου, στη μαζικοποίηση της κοινωνίας (μοναξιά, ανωνυμία κ.λπ.). Με ένα λόγο, στην παρακμή του πολιτισμού.Η ηθικολογία είναι κοινός τόπος στην ψυχολογικοποίηση ή/και την πολιτικοποίηση της αυτοκτονίας.

«Δεν μαθαίνουμε ούτε τις μισές αυτοκτονίες»
Στον βαθμό που ο δημόσιος λόγος επανέρχεται με τέτοια ένταση στο ζήτημα των αυτοκτονιών είναι εντέλει αδιάφορο αν όντως οι αυτοκτονίες έχουν απογειωθεί ή όχι τα τελευταία χρόνια. Είναι πλέον κοινή αντίληψη ότι οι αυτοκτονίες όχι μόνο έχουν αυξηθεί, αλλά και ότι είναι σίγουρα περισσότερες από όσες «μας λένε» (π.χ. www.antinews.gr: http://goo.gl/wiK5P). Η αυτοκτονία έχει ξαναγίνει (όπως και το ’30) το κεντρικό σύμβολο που υποδεικνύει ότι οι «καιροί έχουν αλλάξει», ότι είναι πλέον ανυπόφορα ζοφεροί, καθώς και ότι η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από πληγές που ολοένα βαθαίνουν· σ’ αυτό συμφωνούν όλες οι αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος. Το σχόλιο του αρθρογράφου της εφημερίδας Εμπρός στο β΄ μέρος του ρεπορτάζ που αναφέρθηκε παραπάνω είναι και εύγλωττο και επίκαιρο:

Τι πεζότης. Πώς άλλαξαν από τότε οι καιροί. Τότε μία ερωτική σκηνή, μία ζηλοτυπία και η τραγική συνέπεια αιμάτωνε τους βράχους της Ακροπόλεως και συνεκλόνιζε την κοινωνίαν. Σήμερα μόνον η πείνα και η δυστυχία οδηγεί προς την αυτοκτονίαν. Και ο αριθμός των ανθρώπων που τερματίζουν βιαίως την ζωήν των αυξάνει καθημερινώς εφ’ όσον εντείνεται η οικονομική κρίσις. Προχθές ένας μάγειρος ετίναξε τα μυαλά του, διότι δεν είχε να φάγη. Αυτό φυσικά δεν ήτο δυνατόν να συμβή εις την ωραίαν εκείνην εποχήν, διότι οι μάγειροι έτρωγαν ή μάλιστα παραέτρωγαν. Εάν δε τότε μια εφημερίς ανέγραφεν ένα τέτοιο γεγονός, όλοι θα απέστρεφον τους οφθαλμούς. Σήμερα όμως εγίναμεν πεζοί, τόσο πεζοί μάλιστα, που μη έχοντες να πληρώσωμεν ούτε το εισιτήριον της Πάουερ... αναγκαστικώς πεζοπορούμεν. (εφ. Εμπρός, 9.10.1930)

Δύο είναι οι στρατηγικές μέσω των οποίων ενορχηστρώνεται και συγκροτείται αυτή η «συμβολική» λειτουργία των «αυτοκτονιών». Η πρώτη είναι η ψυχολογικοποίηση. Εδώ το στρατήγημα εστιάζει στο άτομο, το οποίο συντρίβεται από τις (εξωτερικές) πιέσεις του «αβίωτου» παρόντος: από την απελπισία, την απόγνωση, την έλλειψη προοπτικής και ελπίδας. Οι κοινωνικές συνθήκες επιδρούν άμεσα στον ψυχισμό και οδηγούν στην αυτοκτονία τους απελπισμένους πολίτες της χώρας που βλέπουν τη ζωή τους να υποβαθμίζεται και δεν βρίσκουν ελπίδα πουθενά. Το κλίμα είναι άλλωστε βαρύ κι όλα γύρω μας είναι σκοτεινά, καταθλιπτικά και μίζερα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι, από τις έξι ομιλίες για ψυχολογικά θέματα που παρουσιάζει online το Ίδρυμα Μποδοσάκη (www.blod.gr), οι τρεις που αφορούν την «ψυχολογία της κρίσης» αναφέρονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην αύξηση των αυτοκτονιών (π.χ. Στ. Στυλιανίδης, «Οικονομική κρίση και ψυχική υγεία: εγώ και εμείς»: http://goo.gl/OXKvV). Σημαντική σημείωση εδώ: για τον συγκεκριμένο (κυρίαρχο και επιστημονικό) λόγο, η κρίση είναι (ή μπορεί να γίνει) και μια ευκαιρία «αναδημιουργίας» του εαυτού (και κατ’ επέκταση της κοινωνίας, βλ. Κ. Ναυρίδης, «Ψυχολογία της κρίσης»: http://goo.gl/vFMMT), πράγμα που παραπέμπει πιθανόν και σε μια αντίληψη για τη μεταπολιτευτική ιστορία μας: η αύξηση των αυτοκτονιών επί κρίσης συνοψίζει και ολοκληρώνει την παρατεταμένη αυτοκτονία της χώρας ή/και του έθνους, δηλαδή τη Μεταπολίτευση, όπως θέλει να τη βλέπει ο συγκεκριμένος κυρίαρχος λόγος. Σε κάθε περίπτωση, για τη συγκεκριμένη στρατηγική, η αυτοκτονία είναι η απόληξη μιας προσωπικής διαδρομής, το αποτέλεσμα μιας ατομικής βούλησης: οικονομικά προβλήματα, ανεργία, χρέη. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι κεντροδεξιές εφημερίδες του Μεσοπολέμου αφιέρωναν (εκτενή) πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ για τον τάδε χρηματιστή που χρεοκόπησε, τον δείνα έμπορο που τον κυνηγούσαν οι πιστωτές και οι τοκογλύφοι κ.λπ.

Η δεύτερη στρατηγική είναι η πολιτικοποίηση. Κάθε αυτοκτονία είναι ένα ακόμα κάλεσμα για «αντίσταση», κάθε αυτοκτονία είναι μια «πολιτική πράξη». Είτε πρόκειται για την απόγνωση, στην οποία φέρνει τον αυτόχειρα η «πολιτική των μνημονίων», είτε για την εξαθλίωση, τη φτώχεια, την ανεργία κ.ο.κ., η αυτοκτονία είναι αποτέλεσμα της κρίσης και αντίσταση εναντίον της. Οι αυτοκτονίες είναι ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα του «αντιμνημονιακού μπλοκ»: είναι «η ματωμένη πτυχή του μνημονίου» (left.gr: http://goo.gl/eRKl8), είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής των «δοσίλογων» και των «Τσολάκογλου», είναι δολοφονίες (Βαθύ Κόκκινο: http://goo.gl/KTxZT), είναι η «σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι», καθότι «το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει» (autoktoniaellada.blogspot.gr). Σ’ αυτό το ιδιότυπο τσουβάλιασμα αυτοκτονιών και απόψεων περί αυτών, κάθε αυτοκτονία είναι «κοινωνική» και κάθε αυτόχειρας «ένας μάρτυρας της αντίστασης». Αδιάφορο ποιος και γιατί. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ελλείψει άλλων βημάτων αριστερού λόγου, ο Ριζοσπάστης ήταν αυτός που είχε αναλάβει όλο το βάρος της κοινωνικής ανάδειξης των αυτοκτονιών. Για τον Ριζοσπάστη εκείνης της εποχής, όταν «λιποθυμούν στους δρόμους οι φτωχοί απ’ την πείνα» (6.10.1933 ) οι άνθρωποι αυτοκτονούν από απελπισία γιατί είναι άνεργοι, εξαθλιωμένοι, φτωχοί.

Οι δύο στρατηγικές δεν είναι αντίθετες ούτε αλληλοαποκλειόμενες, όπως ίσως φανταζόταν κανείς. Και στις δύο περιπτώσεις, η κίνηση είναι παρόμοια, καίτοι αντίστροφη: στη μία περίπτωση, ο λόγος ξεκινάει από την ψυχολογικοποίηση (τονίζοντας την προσωπική απόγνωση, την κοινωνική απελπισία, αλλά πιθανόν και την εθνική «ενοχή») για να φτάσει στην πολιτικοποίηση, ενώ στην άλλη ο λόγος αρχίζει από την «αντίσταση» και την «αντίδραση» για να φτάσει, και πάλι, στην ψυχολογικο
ποίηση («ορίστε σε τι απόγνωση μας έχουν καταντήσει οι κυβερνήσεις σας και οι πολιτικές τους»). Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε την «κραυγή απόγνωσης», στη δεύτερη, την «κραυγή ανατροπής» (τα πρωτοσέλιδα της επομένης της αυτοκτονίας Χριστούλα, στις 5 Απριλίου 2012, είναι ενδεικτικά: «Μήνυμα απόγνωσης με δημόσια αυτοκτονία»: Τα Νεα, «Μάρτυρας για την Ελλάδα»: Ελεύθερος Τύπος, «Κραυγή αφύπνισης»: Αυγή, «Σφαίρα-Κραυγή κατά του πολιτικού συστήματος»: Η Βραδυνή, «Σοκάρουν οι συνεχείς αυτοκτονίες»: Ο Λόγος, «Συνταξιούχος-μάρτυρας της κατοχικής κυβέρνησης του Μνημονίου»: Ελεύθερη Ώρα, «Η απόγνωση όπλισε το χέρι του 77χρονου»: Έθνος). Είναι σαφές ότι, στον δημόσιο λόγο, η ιδεολογική χρήση του συμβόλου των αυτοκτονιών κινείται πάνω στον ίδιο κύκλο. Μάλιστα, η σύμπτωση των δύο στρατηγικών δεν περιορίζεται μόνο στα media. Σε διάλογο που αναπτύχθηκε μεταξύ Ελλήνων ερευνητών μέσα από τις σελίδες της ιατρικής επιθεώρησης Lancet περί των επιπτώσεων της κρίσης στην ελληνική κοινωνία, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ένα: μολονότι δεν είναι σίγουρο ότι η κρίση αυξάνει τις αυτοκτονίες, είναι βέβαιο ότι αυξάνει τις ψυχιατρικές ασθένειες (και τη χρήση αντικαταθλιπτικών), τις επιδημίες (το AIDS φυσικά) και τη βία – όλα αυτά απειλούν την «απόλυτη πηγή πλούτου της χώρας: τον λαό της». Προς επίρρωση των παραπάνω, ορισμένοι εκ των ερευνητών επικαλούνται την περίφημη (και ατεκμηρίωτη) δήλωση του πρώην υπουργού Υγείας, Α. Λοβέρδου, περί αύξησης των αυτοκτονιών κατά 40%. Και άλλοι κλείνουν τον κύκλο με μια πολιτικοεπιστημονική επωδό: Η πενταετία που απαιτείται για να εξαχθούν έγκυρα επιδημιολογικά συμπεράσματα «ίσως είναι πολύ μακριά, αν οι άνθρωποι έχουν πεθάνει λόγω της έλλειψης προληπτικών στρατηγικών για τις αυτοκτονίες». (βλ. Lancet: http://goo.gl/NpD3a, http://goo.gl/T0seY, http://goo.gl/x1m8x, http://goo.gl/whE1Q)

Ο κύκλος αυτός έχει ένα κέντρο: οι αυτοκτονίες και η υποτιθέμενη έξαρσή τους «αποδεικνύουν» ότι εκτός από «ανάδελφο», είμαστε και ένα «ηρωικό» έθνος. Μια χώρα χειμαζόμενη, ένα έθνος που συντρίβεται κάτω από την μπότα του «κατακτητή», με την αρωγή των ντόπιων κολαούζων του, που όμως παραμένει ένα έθνος ηρώων: οι αυτόχειρές του είναι θυσία στους βωμούς που έχουν στήσει οι κατοχικές δυνάμεις και συνάμα οι «πρώτοι νεκροί», «το λίπασμα της λευτεριάς». Το μαρτυρικό έθνος μας αυτοκτονεί μεν, αλλά αντιστέκεται σθεναρά στον κατακτητή. Στο αντιμνημονιακό τσουβάλι όλοι οι καλοί χωράνε. Απέναντι στον πόλεμο που μας κήρυξε όλη η οικουμένη, εμείς αντιστεκόμαστε αγέρωχα και ηρωικά, χορεύοντας τον χορό του Ζαλόγγου. Αυτό που υποκρύπτει ο περί αυτοκτονιών δημόσιος λόγος δεν είναι μόνο η πολιτική και η ιδεολογία (που δεν έχουν θέση στο τσουβάλι), αλλά και η «εθνικοποίηση» της κρίσης. Είναι κοινή γνώση ότι μόνο στην Ελλάδα έχουν εκτιναχθεί οι αριθμοί των αυτοκτονιών τα χρόνια της κρίσης, είναι κοινή γνώση ότι εδώ δίνεται η μεγάλη μάχη.

Επιστροφή στην ομαλότητα
Πίσω από τον λόγο περί αυτοκτονιών, όμως, δεν κρύβεται μονάχα το «εθνικό μεγαλείο της αυτοθυσίας», αλλά και η επιθυμία για επιστροφή στους «αλλοτινούς καιρούς», στις «καλές εποχές», τότε που οι άνθρωποι αυτοκτονούσαν για κάποιο ιδανικό ή από έρωτα, όχι από πείνα και απόγνωση. Αν οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται όταν διαταράσσεται η κοινωνική ισορροπία, δηλαδή η κανονικότητα, τότε η ανάδειξή τους σε μείζον ζήτημα της δημόσιας σφαίρας υποκρύπτει αυτή τη νοσταλγία για την εποχή της «κοινωνικής ειρήνης». Ο Ντυρκέμ, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν υπέρμαχος του κοινωνικού ελέγχου και πολέμιος της «ανομίας» (της έλλειψης ελέγχου, δηλαδή) παρατήρησε ότι οι αυτοκτονίες δεν μειώνονταν στις εποχές της ευμάρειας και της αφθονίας, αλλά κατά τη διάρκεια πολέμων και επαναστατικών περιόδων (1848, 1871). Το συμπέρασμά του ήταν αναπόφευκτο:

Τα γεγονότα αυτά υπόκεινται κατά συνέπεια σε μία μόνο ερμηνεία· δηλαδή, ότι οι μεγάλες κοινωνικές αναταραχές και οι μεγάλοι λαϊκοί πόλεμοι εξάπτουν τα συλλογικά αισθήματα, παροτρύνουν εξίσου το αντάρτικο πνεύμα και τον πατριωτισμό, την πολιτική και την εθνική πίστη και, συγκεντρώνοντας τη δραστηριότητα προς έναν μόνο σκοπό, προκαλούν, τουλάχιστον πρόσκαιρα, μια ισχυρότερη ολοκλήρωση της κοινωνίας. Η σωτήρια επίδραση που μόλις δείξαμε ότι υπάρχει οφείλεται όχι στην κρίση, αλλά στον αγώνα που προκαλεί. Καθώς οι αγώνες αυτοί αναγκάζουν τους ανθρώπους να ενώνονται για να αντιμετωπίσουν τον κοινό κίνδυνο, το άτομο σκέπτεται λιγότερο τον εαυτό του και περισσότερο την κοινή υπόθεση. Κατανοούν, άλλωστε, ότι αυτή η ολοκλήρωση μπορεί να μην είναι καθαρά πρόσκαιρη αλλά μερικές φορές μπορεί να επιζήσει από τις άμεσες αιτίες που την υποκίνησαν, ιδιαίτερα όταν είναι έντονη.

Το θέαμα της έσχατης επιλογής 
Πλάι στην ανάδειξη των αυτοκτονιών ως μια πράξη μαρτυρική και μεγάλη, η λίστα με τις αυτοκτονίες συμπολιτών μας, χειμαζόμενων από την οικονομική κρίση, προβάλλεται ως μια διαρκώς
αυξανόμενη λογική ακολουθία της νέας δυσβάσταχτης συνθήκης. Τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων έχουν εδώ τον πρώτο λόγο. Την ώρα που η πολιτικοποίηση των αυτοκτονιών αναδύεται στον πυρήνα του δημόσιου λόγου, την ίδια ακριβώς στιγμή αυτή αποβάλλεται χάριν της λαγνείας της κλειδαρότρυπας. Οι χοντροκομμένες βινιέτες κάτω απ’ τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ («Το ματωμένο μνημόνιο», «Οι αυτοκτονίες του ΔΝΤ») αποτελούν το όριο της απόπειρας να συνδεθεί η αυτοκτονία με την επιφάνεια της πραγματικότητας. Στο επόμενο καρέ, ο φακός ζουμάρει στο αίμα. Η μεγάλη πράξη παραμένει σημείο των καιρών αλλά στην ουσία της είναι, πώς αλλιώς, πρωτίστως ατομική. Και χάριν τηλεοπτικής «οικονομίας», εμπορεύσιμη. Η κρεμασμένη θηλιά στο σαλόνι του υποψήφιου αυτόχειρα (βλ. Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα, «Η Ελλάδα της κατάθλιψης και της ελπίδας») αιχμαλωτίζει το βλέμμα και μαζί οποιαδήποτε επεξεργασία με πολιτικούς όρους του υπαρκτού αυτού προβλήματος. Η αυτοκτονία-θέαμα τρομάζει, θυμώνει, την ίδια στιγμή που καθησυχάζει τον θεατή, αναλογιζόμενο από την άλλη πλευρά του γυαλιού τη δική του καλύτερη τύχη, αφού ακόμη δουλεύει έστω για 600 ευρώ, αφού ακόμη παίρνει το επίδομα ανεργίας, αφού ακόμη γελά τα βράδια με τους φίλους του.


Ο εθισμός στη βία της τηλεοπτικής εικόνας ενός συνανθρώπου μας που για οικονομικούς λόγους αυτοκτονεί συμβάλλει στην ενοχική αποδοχή των (αυτο)καταστροφικών συνεπειών της κρίσης. Η εικόνα δεν χρειάζεται να αναλύσει για να είναι δυνατή, εδώ δεν ενδιαφέρει η αναζήτηση πολιτικών ευθυνών, το θέαμα όσο πιο πολύ σιωπά τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται∙ «το θέαμα δεν θέλει να καταλήξει πουθενά αλλού παρά στον ίδιο του τον εαυτό» (Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του θεάματος, μτφρ. Π. Τσαχαγέας-Ν. Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1986, σ. 28). Το θέαμα υποτάσσει, καταβροχθίζει τη δυνατότητα κάθε προβληματισμού, αποκοιμίζει κάθε πολιτική εγρήγορση. Το θλιβερό γεγονός μιας αυτοκτονίας ορμώμενης από τη συγκυρία εκπίπτει σε ένα ακόμη στιγμιότυπο μιας σειράς εναλλασσόμενων εικόνων στην επιδερμίδα της πραγματικότητας. Γίνεται ακόμη μια καταγραφή σε μια μακριά λίστα που εξοργίζει και λυπεί, ένα ακόμη νούμερο που περιγράφει και μαζί ναρκώνει την αποχαυνωμένη συνείδηση της κατανάλωσης. Η αισθητικοποίηση του κύματος αυτοκτονιών από τα ΜΜΕ απογυμνώνει εντέλει την ίδια την πράξη από οποιαδήποτε πολιτική συνδήλωση θα μπορούσε αυτή να έχει. Το λειτούργημα της ενημέρωσης, άλλωστε, έχει χαρακτήρα παιδαγωγικό. Ευτυχώς, μετά την αποτρόπαια είδηση μιας ακόμη αυτοκτονίας, έχεις την ευκαιρία να παρακολουθήσεις την περίπτωση της κρίσης που έγινε ευκαιρία, σε ένα χωριό, σε ένα Πανεπιστήμιο, στην αλληλεγγύη του ΣΚΑΪ και της Εκκλησίας. Η αισθητική επικαθορίζει την πολιτική. Ο ένας πότε εξαγνίζει μαρτυρικά και πότε φωτίζει θριαμβικά τον δρόμο του μετέωρου πλήθους, των πολλών. Οι πολλοί συνεχίζουν να είναι ανεξέλεγκτοι και ζωντανοί…

Οι συνέπειες της κρίσης έγιναν από νωρίς αντικείμενο προς κατανάλωση. Η αποτύπωσή της μπήκε στα σπίτια του τηλεοπτικού κοινού με εικόνες που προκαλούν θλίψη και έλεος: εικόνες αστέγων, κλειστών μικρομάγαζων, ανθρώπων που πηδούν από μπαλκόνια. Στη θέα του μικρού καθημερινού δράματος στο δρόμο, στους χώρους εργασίας, στη μικροκλίμακα της οριοθετημένης πραγματικότητας, προστίθεται η «θεαματική» αναπαραγωγή μιας πραγματικότητας που αφαιρεί, εστιάζει, διογκώνει, παραμορφώνει το υπάρχον. Ο θυμός μετατρέπεται σε οίκτο, αποστροφή, ακόμη και σε μύχια αναζήτηση της επόμενης εικόνας πόνου, που από τη μια τρομάζει από την άλλη καθησυχάζει, μέσω μιας ασυνείδητης διαδικασίας σύγκρισης περιπτώσεων. Η βιωμένη ανέχεια φαντάζει εύνοια μπροστά στα τηλεοπτικά αποσπάσματα αυτοχειρίας, «των μη αντιμετωπίσιμων οικονομικών αδιεξόδων». Η εικόνα του αυτόχειρα μπερδεύεται με τις εικόνες των σκουριασμένων λουκέτων στους δρόμους της Σόλωνος, τους άστεγους επαίτες και τις λιποθυμίες μαθητών από ασιτία. Η εικόνα απορροφά την οργή, εκτονώνει το θυμικό, αμβλύνει τις εντάσεις διά της αποσυμπίεσης του φορτίου αυτού στην εικόνα. Η εικονοποίηση της φρίκης αποσπά το περιεχόμενο από το αντικείμενο∙ για να δημιουργηθεί η εντύπωση αρκεί το απεικόνισμά του. Η απελπισία του κοινού που παρακολουθεί συναντάται με την απόγνωση του αυτόχειρα και ασυνείδητα μπαίνει στη ζυγαριά∙ «εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί». Αν επιλεγεί άλλο ρεφραίν, όπως σημειώνουν «έγκριτοι» στατιστικογράφοι, καραδοκεί ο κίνδυνος μιμητισμού. Σε κάθε περίπτωση, η θεαματική διάσταση των αυτοκτονιών, στην τηλεοπτική εκδοχή τους, εξειδικεύει την κατάληξη ενώ κυριεύει τη βιωμένη πραγματικότητα ως αφετηρία. Το ανθρωποφάγο θέαμα είναι αδιαμφισβήτητο, απρόσιτο άρα «πραγματικό»∙ είναι αυτό που φαίνεται κι αυτό που φαίνεται είναι τρομακτικό. Το θέαμα σοκάρει, μονώνει, αποτελεί ένα ακόμη γρανάζι στη μηχανή παραγωγής μιας απομακρυσμένης αναπαράστασης ιδιώτευσης. Είναι η άρνηση κάθε δραστηριότητας της συνείδησης, η άρνηση κάθε συνάντησης, κάθε διαλόγου.

Το θέαμα είναι η συντήρηση της έλλειψης συνείδησης μέσα στην πρακτική μεταβολή των συνθηκών ύπαρξης. […] Η στάση που το θέαμα αξιωματικά απαιτεί είναι αυτή η παθητική αποδοχή την οποία έχει ήδη εξασφαλίσει με τον τρόπο που εμφανίζεται χωρίς να επιδέχεται αντίρρηση, με το μονοπώλιό του της φαινομενικότητας. […] Ο συγκεκριμένος τρόπος ύπαρξης του θεάματος είναι ακριβώς η αφαίρεση. Μέσα στο θέαμα, ένα μέρος του κόσμου αναπαρίσταται ενώπιον του κόσμου και είναι ανώτερο απ’ αυτόν. Το θέαμα δεν είναι παρά η κοινή γλώσσα αυτού του διαχωρισμού. Αυτό που συνδέει τους θεατές είναι μια μονόδρομη σχέση με το ίδιο το κέντρο που συντηρεί την απομόνωσή τους. Το θέαμα συνενώνει το διαχωρισμένο, αλλά το συνενώνει σαν διαχωρισμένο. (Γκυ Ντεμπόρ, ό.π., σ. 27-34 ).




1. Βέβαια, αν κανείς διαβάσει με προσοχή την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., θα διαπιστώσει ότι στα αίτια των σοβαρότερων περιστατικών καταγράφονται το «σύνδρομο διπλής προσωπικότητας», τα «σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα» και τα «χρόνια ψυχολογικά προβλήματα», αίτια δηλαδή που κάθε άλλο παρά συνδέονται με την τρέχουσα συγκυρία.

2. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι σε σχόλιό του (με τίτλο «Ο Πόλεμος Κατά του Έιντζ και των Αυτοκτονιών») στην ιστοσελίδα του περιοδικού Intellectum, ο αρχισυντάκτης του, Βίκτωρ Τσιλώνης, συνδέει (αθώα, εκ πρώτης όψεως) τις αυτοκτονίες με ένα άλλο «καυτό» θέμα του φετινού καλοκαιριού: «Γιατί νομίζω ότι η σκόνη από τα πτώματα των αυτόχειρων και η ακόμη πιο τεράστια αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών επιβάλλει όλως παραδόξως στην ελληνική πολιτεία να προμηθευτεί πρώτα αντικαταθλιπτικά και οπιούχα φάρμακα για τους ρημαγμένους πολίτες της» [σ.σ.: αντί για φάρμακα για το Έιτζ, προφανώς] (http://goo.gl/q1X8Q).


Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 17-23.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Μάρκο Ζερμπίνο: CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα


Ο φασισμός ήταν επανάσταση, η μοναδική που συντελέστηκε
πραγματικά σε αυτή τη χώρα και, κατά τη γνώμη μου,
αντιπροσώπευε ένα προοδευτικό κοινωνικό όραμα, μια
άνθηση της τέχνης, της τιμιότητας, της ειρωνείας.
Gianluca Iannone

Ο δέκατος ένατος αιώνας είναι νεκρός.
Ο εικοστός αιώνας είναι νεκρός.
Εμείς, αντίθετα, αισθανόμαστε περίφημα.
Από το Manifesto dell’estremocentroalto


Φλωρεντία, 13 Δεκεμβρίου 2011. Είναι περίπου 12:30 το μεσημέρι όταν ο Gianluca Casseri, 50 ετών, παρκάρει το αυτοκίνητό του κοντά στην υπαίθρια αγορά της Πιάτσα Νταλμάτσια, στα βόρεια προάστια της πόλης, και κατευθύνεται με γρήγορα βήματα προς το σημείο όπου συνήθως κάθονται μόνο πλανόδιοι μικροπωλητές από την Αφρική. Μόλις φτάνει στο σημείο, ο άντρας πυροβολεί μερικές φορές με το ρεβόλβερ που κρατάει, ένα Μάγκνουμ 35 7. Στο έδαφος κείτονται τα άψυχα σώματα του Samb Modou, 40 ετών, και του Diop Mor, 54 ετών· δίπλα τους κείτεται βαριά τραυματισμένος ο Moustapha Dieng, 34 ετών. Ο Casseri επιστρέφει στο αυτοκίνητό του, μπαίνει μέσα και απομακρύνεται βιαστικά. Θα ξαναεμφανιστεί δύο ώρες αργότερα, λίγο μετά τις 14:30, κοντά σε μια άλλη υπαίθρια αγορά της πόλης, αυτή του Σαν Λορέντσο. Εκεί, στο ιστορικό κέντρο της πόλης, η ρατσιστική σφαγή συνεχίζεται: αυτή τη φορά πέφτουν τραυματισμένοι από τις σφαίρες του δολοφόνου ο Sougou Mor, 32 ετών, και ο Mbenghe Cheike, 42 ετών. Λίγο αργότερα, δύο αστυνομικοί εντοπίζουν τον Casseri στο υπόγειο της αγοράς, μέσα στο αυτοκίνητό του. Αυτός, όταν τους αντιλαμβάνεται, τραβάει ξανά το πιστόλι και, ταχύτατα, στρέφει την κάνη στο λαιμό του. Ύστερα τραβάει τη σκανδάλη.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Αλέκος Λούντζης: Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας)


Η ιστορία της ψυχιατρικής στην Ελλάδα διαπλέκεται με μια μακρά ιστορία εκτοπισμού και απώθησης∙ ενίοτε μεταφορικής και διαχρονικά κυριολεκτικής με τον πιο σκληρό τρόπο. Σταδιακά, το στίγμα που η ανεπάρκειά της απέδωσε στους «αόρατους» ασθενείς σκέπασε σαν μανδύας και την ίδια. Όσο και αν εξελίσσονται οι πρακτικές των ειδικών, όσο και αν αποφορτίζονται οι λέξεις των περιγραφών, η συγκεκριμένη ιστορία εκτοπισμού και επανένταξης, η απόπειρα μεταρρύθμισης, δεν παύει να βηματίζει διστακτικά στο έδαφος που καλλιεργούν η πολιτική και η κοινωνική συνείδηση των υποκειμένων και των «αντικειμένων» της.

Είναι γεγονός ότι χάρη στις εντατικές και ριζοσπαστικές παρεμβάσεις μιας μειοψηφίας επαγγελματιών της ψυχικής υγείας τα τελευταία τριάντα χρόνια, η κοινωνική ψυχιατρική κέρδισε σταδιακά τη μάχη των εννοιών από τον βιολογικό επικαθορισμό και άνοιξε μια σωτήρια διάβαση για τη φωνή και εντέλει την ίδια τη ζωή των πασχόντων. Η αναβαπτισμένη όμως «κοινωνική επιστήμη» δεν θα μπορούσε να πάψει να αντανακλά την κοινωνία που την περιέχει. Το σύστημα της απώθησης, και το σύστημα παραγωγής της, έχει ακόμα διαθέσιμα σκευάσματα για κάθε νέα «κοινωνική διέγερση». Ακόμα και σήμερα, ίσως ιδίως σήμερα, οι συνθήκες της καθημερινής συνάντησης με τον πάσχοντα φωτίζουν το ηλεκτρικό νήμα που συνδέει το σκιερό παρελθόν των ελληνικών ψυχιατρικών ιδρυμάτων με το δαιδαλώδες κενό του παρόντος της δημόσιας περίθαλψης. Όσες κοινοτικές ψυχιατρικές δομές παραμένουν λειτουργικές καλούνται σήμερα να αναλάβουν, πλάι στην καθαυτό κλινική εργασία, και το φορτίο αυτής της μεθοδευμένης υπεκφυγής: τη θεραπεία, τη φροντίδα και εν γένει την πλαισίωση μιας ομάδας του πληθυσμού η οποία, όταν γλίτωσε από τον επιστημονικό εκτοπισμό, παγιδεύτηκε στο κενό των κυλιόμενων θυρών.[1]


Στην τοπική της μεταρρύθμισης, οι ωφελούμενοι και οι επωφελούμενοι δεν έχουν απαραίτητα τα ίδια συμφέροντα. Είτε το κράτος, είτε οι φαρμακοβιομηχανίες, είτε οι «ανήσυχοι» συγγενείς, είτε η «υγιής» πλειοψηφία έβρισκαν πάντα διαφορετικούς λόγους και διάφορους τρόπους ώστε ο παρατατικός της «τρέλας» να μη χωράει σε κανέναν ενεστώτα από όσους μας έτυχαν. Τα σπαράγματα της εμπειρίας των περισσότερων «κληρωτών» αυτής της ιστορίας μοιραία αποσιωπήθηκαν και σταδιακά χάθηκαν στα υποστρώματα της ταξινομητικής αρετής της επιστήμης. Έγιναν μελέτες, διδακτορικά, πειράματα, σκευάσματα, απόπειρες, άλλα σκευάσματα, δομές πρωτοποριακές, δομές με λουκέτα, νέα σκευάσματα και νέα πειράματα στα βάθη εκείνων των δεξαμενών που προστατεύονται από το αδιάκριτο βλέμμα, που η ύπαρξη τους καθησυχάζει όσους επιθυμούν πάση θυσία να αποφύγουν το κακό συναπάντημα. Ποιος άλλωστε θα βουτούσε αυτοβούλως στα βάθη του ωκεανού παρά μόνον αν ήταν η μοίρα του ή η δουλειά του; Ποιος εξωτερικός «υγιής» θα έστρεφε το βλέμμα του στους «εσωτερικούς» πάσχοντες αν η επιδερμίδα της σημερινής πραγματικότητας δεν άνοιγε πληγές σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο, σε κάθε ευάλωτη ή άτρωτη πληθυσμιακή ομάδα, και όχι πια μόνο στους συνήθεις αρρώστους με την ασυνήθιστη συμπεριφορά. Η ανθρωπολογία αυτής της απότομης ανάδυσης σχετικοποίησε τα όρια τόσο, ώστε να μην επαρκεί κανένας ταξινομητικός κώδικας. Αν κάποτε η ψυχιατρική ερμηνευτική της ιστορίας ταυτιστεί με την ιστορία της ψυχιατρικής, ή ακόμα καλύτερα με την Ιστορία, ίσως ο κύκλος κλείσει μέσω μιας ταυτολογίας της χαρούμενης επιστήμης. Προς το παρόν, ο ανυποψίαστος «υγιής» πληθυσμός υποχρεώνεται στη βίαιη αμφιταλάντευση μεταξύ εκείνων που φέρει και εκείνων που τον έφεραν ως το κατώφλι της απωθημένης «ασθένειας».

Τα προηγούμενα χρόνια όσοι πάσχιζαν για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, για εκείνη που έγινε και, κυρίως, για εκείνη που αναβλήθηκε, έμεναν συχνά με την αίσθηση ότι μιλούσαν κάποια ακατανόητη γλώσσα. Συνήθως, εισέπρατταν μια προβαρισμένη φιλοφρόνηση για το κοινωνικό τους έργο και γενικόλογες υποσχέσεις για την ενίσχυσή του. Η ιστορία και η ειρωνεία τα έφεραν έτσι, ώστε την εποχή που η «υγιής» κοινωνία αποσυντίθεται ο δικός τους αγώνας δικαιώνεται. Έγινε πρωτοσέλιδο, πρώτο θέμα, είδος πρώτης ανάγκης: όλες οι αφηγήσεις καταλήγουν στην ψυχική υγεία, όλοι οι «αναλυτές» κάνουν επίκληση των υπηρεσιών της και επισημαίνουν τη δραματική επέκταση του κύκλου εργασιών της. Η αποσπασματική προσπάθεια να προχωρήσει η αποασυλοποίηση, η ανάγκη να αποκρυσταλλωθεί η τομεοποίηση, να φτιαχτούν επαρκείς μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, δηλαδή τα στοιχειώδη σωματίδια της δημόσιας κοινωνικής ψυχιατρικής, καλύφθηκαν από τη σκιά της συγκλονιστικής διαπίστωσης και της αδήριτης ανάγκης: πλέον πληθυσμός-στόχος των διαφόρων προγραμμάτων είναι δυνητικά ολόκληρος ο πληθυσμός της χώρας.

Τη σειρήνα του συναγερμού σήμαναν οι πρώτες ορατές αυτοκτονίες των αόρατων στατιστικών∙ τα δεδομένα αναγκαστικά επικαιροποιήθηκαν. Αργότερα, το δράμα της ταύτισης και της απόστασης εξατομικεύθηκε σε έναν-μόνο-έναν που έπεσε θύμα της εποχής του. Μετά άρχισε να πέφτει ένας κάθε ημέρα που περνούσε. Και εκπονήθηκαν νέες έρευνες, έγιναν συγκρίσεις και φτιάχτηκαν καινούργιες στατιστικές, οι οποίες σύντομα θα συμπληρωθούν από θεωρητικά εργαλεία για τη διάγνωση του φαινομένου και τη διαχείριση των αντιθέσεων που αυτό δημιουργεί. Ωστόσο, για να κλείσει, έστω και πρόχειρα, αυτός ο κύκλος, χρειάζεται να αναλάβει και κάποιος τη θεραπεία∙ και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι δουλειά των ειδικών. Ως εκ τούτου, η καταπακτή της δημόσιας σφαίρας άνοιξε με διαδικασίες fast track: σε δύο χρόνια γράφτηκαν εκατοντάδες μονόστηλα, έγιναν πλείστα αφιερώματα και συνεντεύξεις, γυρίστηκαν σποτ, τηλεοπτικές εκπομπές για κάθε γούστο και κάθε ανάγκη. Για τη «μαζική κατάθλιψη», για την αυτοκτονικότητα, την επιθετικότητα, τις κρίσεις πανικού, τα acting κ.λπ. Όπως είναι φυσικό, όλη αυτή η δημοσιότητα δεν έχει την ενιαία μορφή ούτε την αρραγή βούληση προπαγάνδας. Οι περισσότερες τοποθετήσεις των ειδικών ήταν μετρημένες, η διαλεκτική σύνδεση με την κοινωνική συγκυρία ήταν, πυκνά, παρούσα στον λόγο τους και οι παρατηρήσεις κατά κανόνα εστιασμένες στο αντικείμενό τους. Θα μπορούσε εύλογα κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η «ψυχολογική» παράμετρος της πραγματικότητας είναι αναγκαία, ως σημαντική στη συγκυρία, και δεν συνεπάγεται την «ψυχολογικοποίησή» της. Στο πεδίο όμως του δημόσιου λόγου τον έλεγχο έχει αυτός που θέτει τις ερωτήσεις και όχι εκείνος που τις απαντά. Κατά δε την αναπαραγωγή του λόγου αυτού, η σημασία μετατοπίζεται όλο και περισσότερο στην παρουσίαση, στην πλαισίωση, στο «μοντάζ» και όλο και λιγότερο στο «κείμενο» καθαυτό. Το περιεχόμενο, όταν συναρθρωθεί σε ένα ικανοποιητικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα, μπορεί να υπηρετήσει όλο και αποτελεσματικότερα τις επιδιώξεις του διαχειριστή του. Και ενώπιον ενός φοβισμένου ακροατηρίου, υπάρχουν φόρμες για να ικανοποιήσουν κάθε επιδίωξη.

Όταν ο δημόσιος λόγος κατακλύσθηκε από «ψυχολογικούς» όρους και αποσπάσματα δυσερμήνευτων κλινικών συλλογισμών, όταν ο Λόγος αυτός ενσωματώθηκε και εμπλουτίστηκε «για να καταλάβουν και οι τηλεθεατές μας», το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Ήταν ζήτημα χρόνου οι μετρημένες παρατηρήσεις να υποστούν την αρμόζουσα «δημιουργική αφαίρεση», χάριν των κανόνων του εκάστοτε «Μέσου», και να χρησιμοποιηθούν, μερικά, για τη θεμελίωση του «νέου εθνικού ρεαλισμού». Οι «ερευνητικές δημοσιεύσεις» απέκτησαν ηθικό πρόσημο και επενδύθηκαν με το καθήκον της διαφώτισης και της πρόληψης. Άρχισε μόνο να γίνεται κάπως δυσδιάκριτο αν ο ερευνητικός στόχος ήταν να συμβάλει στην αναχαίτιση του «καταθλιπτικού κύματος της κρίσης» ή να το κατευθύνει ώστε να μη σκάσει σε σημείο που θα βλάψει κρίσιμα συμφέροντα. Προφανώς, μέσα στο ψηφιδωτό συνυπάρχουν κάθε επιδίωξη και κάθε πλάνη, αλλά ο «νέος ρεαλισμός» διέθετε τα επαγγελματικά εχέγγυα για να αποκτήσει την ηγεμονία και ένα ακαταμάχητο επιχείρημα για να τη στηρίξει: το εδώ και τώρα. Η αναζήτηση των αιτίων αναγνωρίζεται, ασφαλώς, ως αναγκαία, η απόδοση ευθυνών είναι απαραίτητη, η κατάργηση των μέτρων είναι ευκταία… Αλλά ο καιρός δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. Η εστίαση στονωπό τραύμα δικαιολογεί την απόλυτη έμφαση στο παρόν∙ η τελευταία επιβάλλει να το απομονώσουμε για να μην περάσει το βλέμμα στο «εσωτερικό». Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν ερωτώνται πια ως εργαζόμενοι, δεν μοιάζουν άμεσα αφορώμενοι, αλλά μάλλον με ιατρικό προσωπικό μιας ανθρωπιστικής αποστολής που μελετάει και αντιμετωπίζει μια άγνωστη νόσο, ενώ ο λόγος τους παρουσιάζεται όλο και πιο διαχειριστικός, ακόμα και όταν καταγγέλλει.

Μετά την αρχική τρικυμία που δημιούργησε στο αστικό πολιτικό προσωπικό ο κοινωνικός αντίκτυπος και η διασπορά της κρίσης, σταδιακά κατά την προσπάθεια ανασύνταξης, ένα μέρος του ηγεμονικού λόγου, εντός αλλά κυρίως εκτός ψυχικής υγείας, επινόησε ανάμεσα σε όλα τα πεζά και τα πραγμώδη και μια ιδιαίτερη «ποιητική»: τα μέτρα που επιβάλλουν την πλήρη εργασιακή αποδόμηση, τη φτώχεια και την εξαθλίωση δεν είναι απαραιτήτως άδικα αλλά πρωτίστως επώδυνα, δεν είναι καν μέτρα, αλλά συμπτώματα μιας ασθένειας, μια βιοτική ατυχία, η οποία αξίζει την υποστήριξη όλων και χρήζει θεραπείας από ειδικούς. Οι μεταφορές δεν λειτούργησαν μόνο εργαλειακά αλλά και εν μέρει ασυνείδητα. Η συστημική κρίση αναβαθμίστηκε σε πολεμική αναμέτρηση με πληθώρα αντιπάλων – τους Γερμανούς, τη γραφειοκρατία, τον κακό μας εαυτό κλπ. Η συγκεκριμένη ρητορεία μετήλθε όλα τα αναγκαία μέτρα εκφοβισμού, του οποίου οι συνέπειες παραπέμπονται, όπως είναι φυσικό, και αυτές για τους ειδικούς. Οι νεότεροι ως παιδιά της ειρήνης και της ανεργίας ήταν, αναμενόμενα, πιο ευάλωτοι στο πολεμικό σάλπισμα. Αφενός γιατί δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τον ήχο που δεν έχεις ξανακούσει και αφετέρου γιατί όσο η συλλογική πρόσληψη υφαίνεται σε συνθήκες ασφυξίας τόσο πιο πειστική είναι η ονοματοδοσία της. Εντέλει, ακόμα και η επιστημονικοφανής προπαγάνδα δεν αποφεύγει τον άμεσο εκβιασμό, εν προκειμένω την επίκληση της έκτακτης ανάγκης έναντι μιας απειλής πιο αδιόρατης και ολιστικής από τη μετωπική σύγκρουση: «Ένας πόλεμος που δεν διεξάγεται στο όνομα της υπεράσπισης ενός ιδανικού, ενός ηγεμόνα ή μιας χώρας, αλλά ένας πόλεμος που διεξάγεται στο όνομα της επιβίωσης όλων».[2] Σε μια τέτοια αναμέτρηση, ο φόβος προλαμβάνει την πράξη και η ενδοβολή της εξουσίας μπορεί να την εδραιώσει καθιστώντας την ανεπαίσθητη.

Από αυτή την οδική αρτηρία επιχειρήθηκε και η μετάθεση της δημόσιας προβληματικής από την ανατροπή της αδικίας στη συγκράτηση και τη σταδιακή «επούλωση» των ψυχικών συνεπειών της. Η «ψυχολογικοποίηση» της κρίσης αξιοποιήθηκε ευρέως για τη δόμηση του «νέου ρεαλισμού» και την επίδειξη της «φιλανθρωπίας» του, ενώ αποτέλεσε και αποτελεί το βασικότερο ανάχωμα στην πολιτικοποίηση της αλληλεγγύης. Στο στενότερο πλαίσιο της ψυχικής υγείας, οδήγησε και σε ένα παράδοξο δίλλημα: η ανάδειξη των προβλημάτων της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης μοιάζει να συνοδεύεται από μια προσπάθεια παραπλάνησης των εργαζομένων στην ψυχική υγεία να επικυρώσουν, δια της συμμετοχής ή δια της ανοχής τους, μια μεταφορά με προφανή πολιτική στόχευση και αντιδραστικό περιεχόμενο∙ ως πρόκληση να συνάψουν μια «ανίερη» θεραπευτική συμμαχία. Παρά τις αγαθές προθέσεις, όσο ο δημόσιος Λόγος εστιάζει στο επιφαινόμενο τόσο μυστικοποιούνται τα συμβάντα. Όσοι περισσότεροι ειδικοί, καλοπροαίρετα, απαντούν για το «σύμπτωμα» τόσο ο γενικός πληθυσμός εγκαλείται να αποδεχθεί την έννοια της «ασθένειας». Κάθε μεταφυσική και κάθε προπαγάνδα, όταν τα επιχειρήματα τους αδυνατίζουν υπερβολικά, επιδιώκουν μια σωτήρια αναγωγή. Στη συγκεκριμένη συγκυρία η απόπειρα «εμφύτευσης» των πολιτικών επιλογών των κυβερνώντων στον ευαίσθητο ψυχισμό των κυβερνωμένων φαντάζει ως η προφανής και ίσως και η μόνη επιλογή. Στην πολιτική της ψυχικής υγείας, άλλωστε, τέτοιου είδους μεταθέσεις και αναγωγές είναι ούτως ή άλλως δοκιμασμένες, με πιο απτό παράδειγμα την θεωρητική και οικονομική επένδυση της θεωρίας του burnout: της επαγγελματικής εξουθένωσης ή του καψίματος, μέσω της οποίας, όπως γράφει ο Κώστας Μπαϊρακτάρης, «οι εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, η διαρκής έλλειψη προσωπικού και οι ασυνάρτητες πολιτικές υγείας, μεταλλάσσονται σε ψυχολογικό πρόβλημα των εργαζομένων».[3] Κάπως έτσι σχηματίζεται και η βασιλική οδός για την κυριαρχία του προτάγματος της «ωρίμανσης» του υποκειμένου, μέχρι του σημείου της πλήρους αφομοίωσης του δεδομένου πλαισίου.

Η πλαισίωση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας υπό οποιουσδήποτε όρους παρέχει και μια αεροφωτογραφία της κοινότητας. Σήμερα, σε μια μακάβρια αριθμητική, διακρίνονται άνθρωποι να πέφτουν: από το ύψος τους, από τη δουλειά τους, από το σημείο ισορροπίας τους, από ανοιχτά παράθυρα. Οι εργαζόμενοι στη ψυχική υγεία, που εξ επαγγέλματος είναι ταγμένοι στο ύψος του βλέμματος των ανθρώπων που υποφέρουν, κλήθηκαν εσπευσμένα, μετά από χρόνια περιφρόνησης, να απλώσουν τα χέρια και να χαμηλώσουν τα μάτια στο τραύμα. Αλλά ούτε αυτό επαρκεί, έπρεπε ταυτοχρόνως να παραχθεί και μια συνεκτική απάντηση σε ερωτήσεις ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Ζητείται επιτακτικά μια επιστημονικοφανής διάγνωση που να καθησυχάζει ή έστω να ενσωματώνει τα φαινόμενα, ένα σημείο στίξης στον παραλογισμό των ημερών. Σε αυτό το παυσίπονο αίτημα είναι απαραίτητο να επιστρατευθεί η κριτική μνήμη, να μην κλείσει η «οικεία» μεταρρύθμιση τα μάτια στην ευρύτερη απορρύθμιση, να μη συμβάλει στην ιδρυματοποίηση της πραγματικότητας. Εκτός των άλλων, είναι και ζήτημα επαγγελματικής επιβίωσης, γιατί από εδώ και μπρος η ψυχιατρική μεταρρύθμιση ή θα συμπορευθεί με την κοινωνική ή θα ματαιωθεί.


1. Φαινόμενο «κυλιόμενων θυρών»: οι διαδοχικές επανεισαγωγές για νοσηλεία του ίδιου ασθενούς, λόγω ανεπάρκειας ή ανυπαρξίας κοινοτικών ψυχιατρικών δομών, συνηθέστατα στο ίδιο ψυχιατρικό ίδρυμα.
2. M. Foucault, History of Sexuality, Volume I: An Introduction, μτφρ. Robert Hurley, Random House, Νέα Υόρκη 1978.
3. Κώστας Μπαϊρακτάρης, «Η ψυχολογικοποίηση της αλλοτρίωσης», περ. Κοινωνία & Ψυχική Υγεία, τχ. 6, (Δεκ. 2008).


Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 32-35.