Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Θοδωρής Δρίτσας: Πικ εν ρολ με έννοιες

Για την αποτελεσματικότητα του δημόσιου λόγου απαιτείται η σταθερότητα και η αυστηρή εμμονή σε μία μόνο ιδέα, και η μέχρι τέλους αξιοποίησή της. Τέτοιες ιδέες σταδιακά εξαντλούν τα αποθέματά τους και αντικαθίστανται από άλλες, ενώ κάποτε συνδυάζονται σε νέους και γκροτέσκους συνδυασμούς. Πού συναντά κανείς τα στερεότυπα αυτά, τις μήτρες των κοινών τόπων κάθε εποχής; Αυτό απαιτεί ιδιαίτερο αισθητήριο αν θέλει κανείς να το κάνει κατά την περίοδο της επώασής τους. Εκ των υστέρων πάντως είναι εύκολη η αναγνώριση και η αποκωδικοποίηση των συμπτωμάτων τους. Το Athens review of books είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα· λειτούργησε σαν ιδεολογικό paint-ball, όπου ο συντάκτης μπορούσε να εξασκήσει ελεύθερα και με ασφάλεια τον αντικομμουνισμό του απέναντι σε σοβιετικούς ψευδοστόχους, που ξεπηδούσαν αιφνιδιαστικά από το πουθενά. Οι συντάκτες του, όποιο θέμα κι αν πραγματεύονταν, κατά κανόνα επανέρχονταν εμμονικά στη «σοβιετία», στον σταλινισμό, στον ίδιο τον Στάλιν (που φυσικά είναι τέρας ισάξιο του Χίτλερ και μισούσε ακόμα και τα παιδιά του), στη γραφειοκρατεία που βασίλευε στον υπαρκτό, αλλά και στη διαβρωτική δράση των αριστερών αξιών. Τα κείμενα θύμιζαν πολύ συχνά το ανέκδοτο με την αναφορική της υπεκφυγής (το οποίο σκουλήκι…): ο Στάλιν μπορούσε να ξεπροβάλλει στην κριτική παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής ή σε ένα σχόλιο για την παράνομη στάθμευση.



Αυτός ο ρητορικός τόπος έχει, για διάφορους λόγους, εγκαταλειφθεί. Η ιδέα που τον αντικατέστησε ήταν μια ανανεωμένη μορφή της παραδοσιακής απέχθειας για το Βυζάντιο. Η νέα αυτή εκδοχή όμως δεν αποστρέφεται την «υποκριτική θρησκευτικότητα» του Βυζαντίου, τις δολοπλοκίες της βυζαντινής αυλής, την ολοσχερή κοσμικότητα των βυζαντινών αρχόντων· το στερεότυπο αυτό είναι επίσης πολύ γερασμένο, ίσως να εξαφανίστηκε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, μαζί με την πολιτική ρητορική του αρχ. Χριστόδουλου. Η νέα απέχθεια για το Βυζάντιο δεν στηρίζεται στην εργαλειοποίηση της θρησκευτικότητας, αλλά στο ακριβώς αντίθετο, σε έναν τύπο πνευματικότητας που υποτίθεται ότι είχε καταλάβει τα πάντα και ο οποίος βρίσκεται ακόμα σαν ραδιενεργό κατάλοιπο στον ελλαδικό χώρο, στη γλώσσα, τα τραγούδια και την ελληνική νοοτροπία. Ο νέος αντιβυζαντινισμός δεν καταγγέλλει πλέον έναν υπερβολικά περίπλοκο και ακατανόητο πολιτικό κόσμο ανίερων συμμαχιών, αλλά την αδράνεια και την ανατολίτικη ραθυμία, την άρνηση να κοιτάξουμε κατάματα τον κόσμο μας, την κούραση από τον κόσμο· όχι πια μια απόλυτη και ρηχή εγκοσμιότητα αλλά το αντίθετό της, μια μηδενιστική αρνησικοσμία.

Για την ακόμα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα αυτού του ρητορικού τόπου, κάποιοι πρόχειρα σπεύδουν να τον συνδυάσουν με τον προηγούμενο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από τα καλύτερα: «οι οπαδοί της αδράνειας και της ακινησίας, τα συμφέροντα που […] θέλουν να γίνουμε μια νεοβυζαντινή Βόρεια Κορέα» (Αλ. Παπαχελάς, εφ. Η Καθημερινή, 26.7.2012). Η Βόρεια Κορέα μπορεί να δείχνει αχρείαστη στη συγκεκριμένη ρητορική, ένα απλό κατάλοιπο της προηγούμενης ιδέας. Τονίζεται όμως με τον συνδυασμό αυτόν ότι το κακό δεν ανάγεται μόνο στα τελευταία 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης και στην κυριαρχία των «ιδεών της αριστεράς», αλλά σε έναν ανθεκτικό εσωστρεφή βυζαντινισμό, που ποιος ξέρει από πότε βρίσκεται στα μέρη μας, και ο οποίος προκαλεί κάθε επιγενόμενη παθογένεια. Έτσι δεν ομολογείται η εξάντληση της προηγούμενης ιδέας· αυτό που φαινομενικά είναι μετατόπιση και αντικατάσταση, στην ουσία είναι εμβάθυνση, μας λένε οι εκφραστές της νέας ιδέας.

Εύκολα αναγνωρίζεται ο πνευματικός ηγέτης αυτής της προσέγγισης. Ο Στέλιος Ράμφος περιγράφει το έργο του ως έρευνα «των συνεπειών που είχε η ματαίωση της βυζαντινής Αναγέννησης για τη διάπλαση του νεοελληνικού ψυχισμού». Στο τελευταίο του βιβλίο Time out: η ελληνική αίσθησι του χρόνου (Αρμός 2012), ανεπτυγμένη μορφή μιας ομιλίας του στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Megaron-plus, ασχολείται με την ελληνική αντίληψη της χρονικότητας υπό αυτό το πρίσμα, ως ειδική εφαρμογή του γενικότερου εγχειρήματός του. Εν συντομία, κατά τον Ράμφο η ελληνική ελλειμματικότητα οφείλεται στο ότι «θεωρούμε τον χρόνο μέσα από το πρίσμα της αιωνιότητος» (!) (σ. 43)· αυτός ο νεοελληνικός σπινοζισμός έχει ως συνέπεια την αποταγή των εγκοσμίων, έναν αόρατο πόλεμο εναντίον του κόσμου (σε απόλυτη συνέχεια με την ησυχαστική παράδοση). Ο συγγραφέας κατηγορεί τους νεοέλληνες: λένε «ψεύτη ντουνιά» (σαν καινούργιοι γνωστικοί μανιχαίοι) και αναγνωρίζουν το αληθινό μόνο στο μη εγκόσμιο. Αυτή η αχρονικότητα συνδυάζεται μάλιστα με το κατεξοχήν σύμπτωμα διολίσθησης στη σοβιετική νοοτροπία, την ύπαρξη ενός γραφειοκρατικού κράτους. Η γραφειοκρατία είναι «ανάχωμα στον χρόνο με έκφρασι την απραξία και την χρονοτριβή» (σ. 27). Οι υφέρπουσες κομμουνιστικές αξίες, κορυφαίο σύμπτωμα των οποίων είναι η γραφειοκρατία και η αντιεπιχειρηματικότητα, συνδυάζονται με τις πρακτικές του ησυχασμού και του ζεν, και τα αποτελέσματα είναι ολέθρια.

Ο συνδυασμός αυτός φέρνει πολύ συχνά σε αμηχανία τον ίδιο τον συγγραφέα. Τι φταίει τελικά; Τα τελευταία 40 ή τα τελευταία 500 χρόνια; Διολισθαίνοντας προς τη θέση που κατηγορεί τη Μεταπολίτευση (αν και παραλλάσσοντάς την επί το συντηρητικότερο), ο Ράμφος αναπολεί θρηνητικά μια εξιδανικευμένη προπολεμική Ελλάδα (ακριβώς αυτό που δεν πρέπει να κάνουμε όπως λέει ο ίδιος), και κολακεύει το κοινό του ιδρύματος Θεοχαράκη, στο οποίο διδάσκει τακτικά, σημειώνοντας ότι ο εθνικός κήπος είναι πρώην βασιλικός ή ονομάζοντας το Άλσος Συγγρού, λέγοντας Άλσος του Συγγρού (σ. 19) –δεν είναι ένα απλό όνομα του άλσους αλλά το όνομα του ιδιοκτήτη–, ή τέλος, υπενθυμίζοντας ότι το κτίριο «όπου στεγάζεται σήμερα η ελληνική Βουλή» είναι ασφαλώς τα παλαιά ανάκτορα. Η «κερδοσκοπική λογική των οικοδομησίμων τετραγωνικών μέτρων» (σ. 19) συνδέεται αόριστα με την ελληνική ιδιοπροσωπία (η εσωστρέφεια θέλει διαμέρισμα, η εξωστρέφεια μονοκατοικία;), και περιγράφεται με βδελυγμία ως ιδιαίτερο εθνικό χαρακτηριστικό. Το σινεμά του Αγγελόπουλου είναι βαρετό (σ. 31-36), όπως και η ελληνική ψυχή, που αποστρέφεται, υποτίθεται, τις ταινίες με πραγματική πλοκή.

Το ερμηνευτικό σχήμα του Ράμφου είναι καθολικό, και φροντίζει να μην μπαίνει ποτέ σε κακοτοπιές. Λέει ότι «στο σπίτι και στην εκκλησιαστική κοινότητα ο χρόνος μονίμως ανακυκλώνεται» (σ. 17), προσπερνώντας κάθε νεωτερική προβληματική για τον χρόνο στο γραφείο ή στο εργοστάσιο. Μιλά για την περίκλειστη κοινωνία της Ελλάδας, χωρίς να εξετάζει τι μπορεί να σημαίνει αυτή η συνθήκη σε άλλους τόπους. Παράλληλα, και προκειμένου να είναι το κείμενο πιο προφορικό, προσγειώνεται άκομψα σε οικείους όρους της επικαιρότητας. Η κλειστότητα του αχρονικού κόσμου συνδέεται με τα «κλειστά» επαγγέλματα (σ. 18), η αμνησία του Νεοέλληνα με τα θεραπευτικά «μνημόνια», που ενεργοποιούν τη μνήμη. Ακόμα και το εθνικό σπορ είναι ύποπτο: σε μια (ενδεχομένως συνειδητά) αδόκιμη χρήση του τάιμ άουτ, ο Ράμφος γράφει πως «παίρνουμε διαρκώς παράτασι από τον καιρό, ζητούμε απανωτά time out “για να δούμε αύριο” τι θα κάνουμε» (σ. 39), και υποτιμά έτσι το τάιμ άουτ από μια στιγμή αναστοχασμού και ανασχεδιασμού σε διάλειμμα για διαφημίσεις, σε περισπασμό από το πραγματικά ενδιαφέρον, σε αναποφασιστικότητα. Η εννοιολογική κακομεταχείριση του τάιμ άουτ δείχνει σε τι ολισθήματα θα υπέπιπτε η μέθοδος Ράμφου αντιμετώπη με πιο αφηρημένες έννοιες, όπως το πικ εν ρολ.

Το εγχείρημα του Ράμφου όμως δεν είναι απλώς ερμηνευτικό, είναι και μεταρρυθμιστικό. Η ερμηνεία του είναι μια αναλυτική των ελληνικών συναισθημάτων με στόχο την αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους. Η «εμμονή στο άχρονο παρόν εξάπτει τα συναισθήματα» (σ. 45), αυτή είναι η διάγνωση, και με βάση αυτήν εργάζεται. Ποια συναισθήματα όμως πρέπει να εξάπτονται; «Η ανία, η ραθυμία, η αναβλητικότητα, η ανυπομονησία, η κοντή μνήμη, η νοσταλγία […] αλλά και ο φθόνος ή ο φόβος […] είναι συναισθήματα χωρίς μέλλον» (ό.π.). Ενώ ο φθόνος προβιβάζεται στο «χαρακτηριστικότερο ίσως ελληνικό συναίσθημα» (ό.π.), που γίνεται μάλιστα «συλλογικός τρόπος» (σ. 46), ο Ράμφος, με γνήσια χομπσιανό ήθος, αναγνωρίζει το πρωτείο του φόβου· όχι του φόβου για την απώλεια, που μας κινητοποιεί, όπως στον Χομπς, αλλά του κομπλεξικού φόβου, που παραλύει και ακινητοποιεί, που ωθεί στην οκνηρία: «το άχρονο της μοίρας ακυρώνει τη λογική της προσπάθειας»(σ. 15). Παρ’ όλα αυτά, η θεραπευτική του δεν περιέχει κανένα θετικό στοιχείο για την αξιοποίηση αυτού του δυναμικού των συναισθημάτων· είναι απλή ενδοσκόπηση. Τα θετικά συναισθήματα δεν αναδεικνύονται ποτέ· αυτό που επιχειρεί ο Ράμφος είναι να αλλάξει το πρόσημο των παραδεδομένων συναισθημάτων, που φυσικά αφορούν αποκλειστικά τον μικροαστικό ψυχισμό: «οι αντιφάσεις μας, εφ’ όσον τις αναλαμβάνομε, αυτές μας ανεβάζουν» (σ. 56), λέει, εξαιρώντας όμως, υποψιάζομαι, το κοινό του από το καθήκον αυτό. Συναισθήματα συν μέλλον ίσον ευθύνη, συναισθήματα συν παρελθόν ίσον τεμπελιά. Οι λέξεις τεμπελιά και οκνηρία δεν εμφανίζονται βεβαίως, διά λόγους ευπρέπειας, ποτέ στο κείμενο, τα πάντα όμως τις γυροφέρνουν.

Πώς να υπερασπιστεί κανείς τον νεοελληνικό ψυχισμό, ιδίως όταν τελευταία εκδηλώνεται στην πιο αποκρουστική του εκδοχή; Το έργο του Ράμφου σε βάζει στον πειρασμό να το κάνεις. Όχι για να αναδειχτούν οι εγγενείς αρετές της φυλής, αλλά γιατί αυτό που φαίνεται να τον ενοχλεί και που αποδέχονται ασμένως όσοι αναπαράγουν τις ιδέες του είναι πως στην Ελλάδα δεν κατόρθωσε να διαμορφωθεί ένα γνήσιο μικροαστικό ήθος. Ο «νεοελληνικός ψυχισμός παραμένει […] αστάθμητος, έρμαιο των συγκυριών της ιστορικότητας», λέει ο Ράμφος. Για να καταστεί αυτός ο ψυχισμός προβλέψιμος θα πρέπει να ανοιχτεί, λέγεται, στη χρονικότητα. Η χρονικότητα όμως είναι στην πραγματικότητα αντίθετη από την ιστορικότητα με την οποία πολύ συχνά την ταυτίζει, είναι ένας χρόνος, δήθεν αυτοκαθοριζόμενος, αλλά στην πραγματικότητα πολύ φτωχός σε περιεχόμενο, αφού αρνείται, υποτίθεται, κάθε περιεχόμενο που του προσφέρεται από έξω, είναι ένα κενό διάνυσμα που κοιτάζει προς το μέλλον. Πόσα περιεχόμενα όμως να φτιάξει κανείς από μόνος του; Τι ιστορία να φτιάξει χωρίς ιστορικότητα; Η διέξοδος προς τη χρονικότητα, που θέλει ο Ράμφος, είναι διέξοδος προς ένα πεδίο κενό και γραμμικό, χωρίς πυκνώματα και αραιώματα, χωρίς φορτία. Αυτή η χρονικότητα όμως, που ο Ράμφος αντιδιαστέλλει από την οπισθοδρομική ιστορικότητα της οποίας είμαστε έρμαια, δεν διαθέτει τελικά το φιλοσοφικό βάθος που επιχειρεί να της προσδώσει. Δεν διαφέρει από το κοινότοπο εκσυγχρονιστικό «να κοιτάμε μπροστά και όχι πίσω στο παρελθόν»· δεν διαφέρει από τις νεοεποχίτικες συμβουλές αυτοβοήθειας: να σκεφτόμαστε μεν συναισθηματικά (όπως κάθε μικροαστός και προλετάριος), αλλά με συναισθήματα που να στρέφονται στο μέλλον και όχι στο παρελθόν, όχι με κομπλεξικά αλλά με παραγωγικά συναισθήματα· δεν διαφέρει από μια παρωχημένη αναπτυξιακή λογική της γραμμικής προόδου, χωρίς καμία ανάλυση της δομής που έχει διαμορφωθεί ιστορικά και εντός της οποίας πρέπει να γίνει το περίφημο άνοιγμα στη χρονικότητα.

Είναι καθήκον ασφαλώς του διανοουμένου να απεχθάνεται το περιβάλλον του, να κρίνει –όπως λένε– τους θεσμούς, να ξεσκεπάζει την υποκρισία. Ο τρόπος που το κάνει για παράδειγμα ο Μπέρνχαρντ για την Αυστρία είναι σατιρικός. Και εκείνος εξεγείρεται για τις κρατικές συντάξεις που απολάμβαναν μεταπολεμικά οι Αυστριακοί Ναζί, για την αγραμματοσύνη των προνομιούχων τάξεων στην Αυστρία, για τον ανυπόφορο συναισθηματισμό των μικροαστών και των προλεταρίων. Τελείως διαφορετικός είναι ο τρόπος που το κάνει ο Ράμφος για την Ελλάδα. Στην περίπτωσή του έχει κανείς την αίσθηση ότι βλέπει την προεργασία για την απόπειρα του χειρισμού ενός τμήματος της κοινωνίας, όχι για μια κριτική στην κοινωνία στο σύνολό της. Όπως παραδοσιακά και κοντόφθαλμα διαμαρτύρονται οι κοινωνικοί επιστήμονες πως στην Ελλάδα τα γράμματα και η κουλτούρα δεν ευημερούν επειδή δεν υπάρχει κανονική μεγαλοαστική τάξη, έτσι φτάσαμε σήμερα να διαβάζουμε ότι για τις «δοκιμασίες» μας ευθύνεται η απουσία μιας κανονικής μικροαστικής τάξης.


Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 52-54.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου