Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Αλέκος Λούντζης: Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας)


Η ιστορία της ψυχιατρικής στην Ελλάδα διαπλέκεται με μια μακρά ιστορία εκτοπισμού και απώθησης∙ ενίοτε μεταφορικής και διαχρονικά κυριολεκτικής με τον πιο σκληρό τρόπο. Σταδιακά, το στίγμα που η ανεπάρκειά της απέδωσε στους «αόρατους» ασθενείς σκέπασε σαν μανδύας και την ίδια. Όσο και αν εξελίσσονται οι πρακτικές των ειδικών, όσο και αν αποφορτίζονται οι λέξεις των περιγραφών, η συγκεκριμένη ιστορία εκτοπισμού και επανένταξης, η απόπειρα μεταρρύθμισης, δεν παύει να βηματίζει διστακτικά στο έδαφος που καλλιεργούν η πολιτική και η κοινωνική συνείδηση των υποκειμένων και των «αντικειμένων» της.

Είναι γεγονός ότι χάρη στις εντατικές και ριζοσπαστικές παρεμβάσεις μιας μειοψηφίας επαγγελματιών της ψυχικής υγείας τα τελευταία τριάντα χρόνια, η κοινωνική ψυχιατρική κέρδισε σταδιακά τη μάχη των εννοιών από τον βιολογικό επικαθορισμό και άνοιξε μια σωτήρια διάβαση για τη φωνή και εντέλει την ίδια τη ζωή των πασχόντων. Η αναβαπτισμένη όμως «κοινωνική επιστήμη» δεν θα μπορούσε να πάψει να αντανακλά την κοινωνία που την περιέχει. Το σύστημα της απώθησης, και το σύστημα παραγωγής της, έχει ακόμα διαθέσιμα σκευάσματα για κάθε νέα «κοινωνική διέγερση». Ακόμα και σήμερα, ίσως ιδίως σήμερα, οι συνθήκες της καθημερινής συνάντησης με τον πάσχοντα φωτίζουν το ηλεκτρικό νήμα που συνδέει το σκιερό παρελθόν των ελληνικών ψυχιατρικών ιδρυμάτων με το δαιδαλώδες κενό του παρόντος της δημόσιας περίθαλψης. Όσες κοινοτικές ψυχιατρικές δομές παραμένουν λειτουργικές καλούνται σήμερα να αναλάβουν, πλάι στην καθαυτό κλινική εργασία, και το φορτίο αυτής της μεθοδευμένης υπεκφυγής: τη θεραπεία, τη φροντίδα και εν γένει την πλαισίωση μιας ομάδας του πληθυσμού η οποία, όταν γλίτωσε από τον επιστημονικό εκτοπισμό, παγιδεύτηκε στο κενό των κυλιόμενων θυρών.[1]


Στην τοπική της μεταρρύθμισης, οι ωφελούμενοι και οι επωφελούμενοι δεν έχουν απαραίτητα τα ίδια συμφέροντα. Είτε το κράτος, είτε οι φαρμακοβιομηχανίες, είτε οι «ανήσυχοι» συγγενείς, είτε η «υγιής» πλειοψηφία έβρισκαν πάντα διαφορετικούς λόγους και διάφορους τρόπους ώστε ο παρατατικός της «τρέλας» να μη χωράει σε κανέναν ενεστώτα από όσους μας έτυχαν. Τα σπαράγματα της εμπειρίας των περισσότερων «κληρωτών» αυτής της ιστορίας μοιραία αποσιωπήθηκαν και σταδιακά χάθηκαν στα υποστρώματα της ταξινομητικής αρετής της επιστήμης. Έγιναν μελέτες, διδακτορικά, πειράματα, σκευάσματα, απόπειρες, άλλα σκευάσματα, δομές πρωτοποριακές, δομές με λουκέτα, νέα σκευάσματα και νέα πειράματα στα βάθη εκείνων των δεξαμενών που προστατεύονται από το αδιάκριτο βλέμμα, που η ύπαρξη τους καθησυχάζει όσους επιθυμούν πάση θυσία να αποφύγουν το κακό συναπάντημα. Ποιος άλλωστε θα βουτούσε αυτοβούλως στα βάθη του ωκεανού παρά μόνον αν ήταν η μοίρα του ή η δουλειά του; Ποιος εξωτερικός «υγιής» θα έστρεφε το βλέμμα του στους «εσωτερικούς» πάσχοντες αν η επιδερμίδα της σημερινής πραγματικότητας δεν άνοιγε πληγές σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο, σε κάθε ευάλωτη ή άτρωτη πληθυσμιακή ομάδα, και όχι πια μόνο στους συνήθεις αρρώστους με την ασυνήθιστη συμπεριφορά. Η ανθρωπολογία αυτής της απότομης ανάδυσης σχετικοποίησε τα όρια τόσο, ώστε να μην επαρκεί κανένας ταξινομητικός κώδικας. Αν κάποτε η ψυχιατρική ερμηνευτική της ιστορίας ταυτιστεί με την ιστορία της ψυχιατρικής, ή ακόμα καλύτερα με την Ιστορία, ίσως ο κύκλος κλείσει μέσω μιας ταυτολογίας της χαρούμενης επιστήμης. Προς το παρόν, ο ανυποψίαστος «υγιής» πληθυσμός υποχρεώνεται στη βίαιη αμφιταλάντευση μεταξύ εκείνων που φέρει και εκείνων που τον έφεραν ως το κατώφλι της απωθημένης «ασθένειας».

Τα προηγούμενα χρόνια όσοι πάσχιζαν για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, για εκείνη που έγινε και, κυρίως, για εκείνη που αναβλήθηκε, έμεναν συχνά με την αίσθηση ότι μιλούσαν κάποια ακατανόητη γλώσσα. Συνήθως, εισέπρατταν μια προβαρισμένη φιλοφρόνηση για το κοινωνικό τους έργο και γενικόλογες υποσχέσεις για την ενίσχυσή του. Η ιστορία και η ειρωνεία τα έφεραν έτσι, ώστε την εποχή που η «υγιής» κοινωνία αποσυντίθεται ο δικός τους αγώνας δικαιώνεται. Έγινε πρωτοσέλιδο, πρώτο θέμα, είδος πρώτης ανάγκης: όλες οι αφηγήσεις καταλήγουν στην ψυχική υγεία, όλοι οι «αναλυτές» κάνουν επίκληση των υπηρεσιών της και επισημαίνουν τη δραματική επέκταση του κύκλου εργασιών της. Η αποσπασματική προσπάθεια να προχωρήσει η αποασυλοποίηση, η ανάγκη να αποκρυσταλλωθεί η τομεοποίηση, να φτιαχτούν επαρκείς μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, δηλαδή τα στοιχειώδη σωματίδια της δημόσιας κοινωνικής ψυχιατρικής, καλύφθηκαν από τη σκιά της συγκλονιστικής διαπίστωσης και της αδήριτης ανάγκης: πλέον πληθυσμός-στόχος των διαφόρων προγραμμάτων είναι δυνητικά ολόκληρος ο πληθυσμός της χώρας.

Τη σειρήνα του συναγερμού σήμαναν οι πρώτες ορατές αυτοκτονίες των αόρατων στατιστικών∙ τα δεδομένα αναγκαστικά επικαιροποιήθηκαν. Αργότερα, το δράμα της ταύτισης και της απόστασης εξατομικεύθηκε σε έναν-μόνο-έναν που έπεσε θύμα της εποχής του. Μετά άρχισε να πέφτει ένας κάθε ημέρα που περνούσε. Και εκπονήθηκαν νέες έρευνες, έγιναν συγκρίσεις και φτιάχτηκαν καινούργιες στατιστικές, οι οποίες σύντομα θα συμπληρωθούν από θεωρητικά εργαλεία για τη διάγνωση του φαινομένου και τη διαχείριση των αντιθέσεων που αυτό δημιουργεί. Ωστόσο, για να κλείσει, έστω και πρόχειρα, αυτός ο κύκλος, χρειάζεται να αναλάβει και κάποιος τη θεραπεία∙ και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι δουλειά των ειδικών. Ως εκ τούτου, η καταπακτή της δημόσιας σφαίρας άνοιξε με διαδικασίες fast track: σε δύο χρόνια γράφτηκαν εκατοντάδες μονόστηλα, έγιναν πλείστα αφιερώματα και συνεντεύξεις, γυρίστηκαν σποτ, τηλεοπτικές εκπομπές για κάθε γούστο και κάθε ανάγκη. Για τη «μαζική κατάθλιψη», για την αυτοκτονικότητα, την επιθετικότητα, τις κρίσεις πανικού, τα acting κ.λπ. Όπως είναι φυσικό, όλη αυτή η δημοσιότητα δεν έχει την ενιαία μορφή ούτε την αρραγή βούληση προπαγάνδας. Οι περισσότερες τοποθετήσεις των ειδικών ήταν μετρημένες, η διαλεκτική σύνδεση με την κοινωνική συγκυρία ήταν, πυκνά, παρούσα στον λόγο τους και οι παρατηρήσεις κατά κανόνα εστιασμένες στο αντικείμενό τους. Θα μπορούσε εύλογα κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η «ψυχολογική» παράμετρος της πραγματικότητας είναι αναγκαία, ως σημαντική στη συγκυρία, και δεν συνεπάγεται την «ψυχολογικοποίησή» της. Στο πεδίο όμως του δημόσιου λόγου τον έλεγχο έχει αυτός που θέτει τις ερωτήσεις και όχι εκείνος που τις απαντά. Κατά δε την αναπαραγωγή του λόγου αυτού, η σημασία μετατοπίζεται όλο και περισσότερο στην παρουσίαση, στην πλαισίωση, στο «μοντάζ» και όλο και λιγότερο στο «κείμενο» καθαυτό. Το περιεχόμενο, όταν συναρθρωθεί σε ένα ικανοποιητικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα, μπορεί να υπηρετήσει όλο και αποτελεσματικότερα τις επιδιώξεις του διαχειριστή του. Και ενώπιον ενός φοβισμένου ακροατηρίου, υπάρχουν φόρμες για να ικανοποιήσουν κάθε επιδίωξη.

Όταν ο δημόσιος λόγος κατακλύσθηκε από «ψυχολογικούς» όρους και αποσπάσματα δυσερμήνευτων κλινικών συλλογισμών, όταν ο Λόγος αυτός ενσωματώθηκε και εμπλουτίστηκε «για να καταλάβουν και οι τηλεθεατές μας», το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Ήταν ζήτημα χρόνου οι μετρημένες παρατηρήσεις να υποστούν την αρμόζουσα «δημιουργική αφαίρεση», χάριν των κανόνων του εκάστοτε «Μέσου», και να χρησιμοποιηθούν, μερικά, για τη θεμελίωση του «νέου εθνικού ρεαλισμού». Οι «ερευνητικές δημοσιεύσεις» απέκτησαν ηθικό πρόσημο και επενδύθηκαν με το καθήκον της διαφώτισης και της πρόληψης. Άρχισε μόνο να γίνεται κάπως δυσδιάκριτο αν ο ερευνητικός στόχος ήταν να συμβάλει στην αναχαίτιση του «καταθλιπτικού κύματος της κρίσης» ή να το κατευθύνει ώστε να μη σκάσει σε σημείο που θα βλάψει κρίσιμα συμφέροντα. Προφανώς, μέσα στο ψηφιδωτό συνυπάρχουν κάθε επιδίωξη και κάθε πλάνη, αλλά ο «νέος ρεαλισμός» διέθετε τα επαγγελματικά εχέγγυα για να αποκτήσει την ηγεμονία και ένα ακαταμάχητο επιχείρημα για να τη στηρίξει: το εδώ και τώρα. Η αναζήτηση των αιτίων αναγνωρίζεται, ασφαλώς, ως αναγκαία, η απόδοση ευθυνών είναι απαραίτητη, η κατάργηση των μέτρων είναι ευκταία… Αλλά ο καιρός δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. Η εστίαση στονωπό τραύμα δικαιολογεί την απόλυτη έμφαση στο παρόν∙ η τελευταία επιβάλλει να το απομονώσουμε για να μην περάσει το βλέμμα στο «εσωτερικό». Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν ερωτώνται πια ως εργαζόμενοι, δεν μοιάζουν άμεσα αφορώμενοι, αλλά μάλλον με ιατρικό προσωπικό μιας ανθρωπιστικής αποστολής που μελετάει και αντιμετωπίζει μια άγνωστη νόσο, ενώ ο λόγος τους παρουσιάζεται όλο και πιο διαχειριστικός, ακόμα και όταν καταγγέλλει.

Μετά την αρχική τρικυμία που δημιούργησε στο αστικό πολιτικό προσωπικό ο κοινωνικός αντίκτυπος και η διασπορά της κρίσης, σταδιακά κατά την προσπάθεια ανασύνταξης, ένα μέρος του ηγεμονικού λόγου, εντός αλλά κυρίως εκτός ψυχικής υγείας, επινόησε ανάμεσα σε όλα τα πεζά και τα πραγμώδη και μια ιδιαίτερη «ποιητική»: τα μέτρα που επιβάλλουν την πλήρη εργασιακή αποδόμηση, τη φτώχεια και την εξαθλίωση δεν είναι απαραιτήτως άδικα αλλά πρωτίστως επώδυνα, δεν είναι καν μέτρα, αλλά συμπτώματα μιας ασθένειας, μια βιοτική ατυχία, η οποία αξίζει την υποστήριξη όλων και χρήζει θεραπείας από ειδικούς. Οι μεταφορές δεν λειτούργησαν μόνο εργαλειακά αλλά και εν μέρει ασυνείδητα. Η συστημική κρίση αναβαθμίστηκε σε πολεμική αναμέτρηση με πληθώρα αντιπάλων – τους Γερμανούς, τη γραφειοκρατία, τον κακό μας εαυτό κλπ. Η συγκεκριμένη ρητορεία μετήλθε όλα τα αναγκαία μέτρα εκφοβισμού, του οποίου οι συνέπειες παραπέμπονται, όπως είναι φυσικό, και αυτές για τους ειδικούς. Οι νεότεροι ως παιδιά της ειρήνης και της ανεργίας ήταν, αναμενόμενα, πιο ευάλωτοι στο πολεμικό σάλπισμα. Αφενός γιατί δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τον ήχο που δεν έχεις ξανακούσει και αφετέρου γιατί όσο η συλλογική πρόσληψη υφαίνεται σε συνθήκες ασφυξίας τόσο πιο πειστική είναι η ονοματοδοσία της. Εντέλει, ακόμα και η επιστημονικοφανής προπαγάνδα δεν αποφεύγει τον άμεσο εκβιασμό, εν προκειμένω την επίκληση της έκτακτης ανάγκης έναντι μιας απειλής πιο αδιόρατης και ολιστικής από τη μετωπική σύγκρουση: «Ένας πόλεμος που δεν διεξάγεται στο όνομα της υπεράσπισης ενός ιδανικού, ενός ηγεμόνα ή μιας χώρας, αλλά ένας πόλεμος που διεξάγεται στο όνομα της επιβίωσης όλων».[2] Σε μια τέτοια αναμέτρηση, ο φόβος προλαμβάνει την πράξη και η ενδοβολή της εξουσίας μπορεί να την εδραιώσει καθιστώντας την ανεπαίσθητη.

Από αυτή την οδική αρτηρία επιχειρήθηκε και η μετάθεση της δημόσιας προβληματικής από την ανατροπή της αδικίας στη συγκράτηση και τη σταδιακή «επούλωση» των ψυχικών συνεπειών της. Η «ψυχολογικοποίηση» της κρίσης αξιοποιήθηκε ευρέως για τη δόμηση του «νέου ρεαλισμού» και την επίδειξη της «φιλανθρωπίας» του, ενώ αποτέλεσε και αποτελεί το βασικότερο ανάχωμα στην πολιτικοποίηση της αλληλεγγύης. Στο στενότερο πλαίσιο της ψυχικής υγείας, οδήγησε και σε ένα παράδοξο δίλλημα: η ανάδειξη των προβλημάτων της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης μοιάζει να συνοδεύεται από μια προσπάθεια παραπλάνησης των εργαζομένων στην ψυχική υγεία να επικυρώσουν, δια της συμμετοχής ή δια της ανοχής τους, μια μεταφορά με προφανή πολιτική στόχευση και αντιδραστικό περιεχόμενο∙ ως πρόκληση να συνάψουν μια «ανίερη» θεραπευτική συμμαχία. Παρά τις αγαθές προθέσεις, όσο ο δημόσιος Λόγος εστιάζει στο επιφαινόμενο τόσο μυστικοποιούνται τα συμβάντα. Όσοι περισσότεροι ειδικοί, καλοπροαίρετα, απαντούν για το «σύμπτωμα» τόσο ο γενικός πληθυσμός εγκαλείται να αποδεχθεί την έννοια της «ασθένειας». Κάθε μεταφυσική και κάθε προπαγάνδα, όταν τα επιχειρήματα τους αδυνατίζουν υπερβολικά, επιδιώκουν μια σωτήρια αναγωγή. Στη συγκεκριμένη συγκυρία η απόπειρα «εμφύτευσης» των πολιτικών επιλογών των κυβερνώντων στον ευαίσθητο ψυχισμό των κυβερνωμένων φαντάζει ως η προφανής και ίσως και η μόνη επιλογή. Στην πολιτική της ψυχικής υγείας, άλλωστε, τέτοιου είδους μεταθέσεις και αναγωγές είναι ούτως ή άλλως δοκιμασμένες, με πιο απτό παράδειγμα την θεωρητική και οικονομική επένδυση της θεωρίας του burnout: της επαγγελματικής εξουθένωσης ή του καψίματος, μέσω της οποίας, όπως γράφει ο Κώστας Μπαϊρακτάρης, «οι εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, η διαρκής έλλειψη προσωπικού και οι ασυνάρτητες πολιτικές υγείας, μεταλλάσσονται σε ψυχολογικό πρόβλημα των εργαζομένων».[3] Κάπως έτσι σχηματίζεται και η βασιλική οδός για την κυριαρχία του προτάγματος της «ωρίμανσης» του υποκειμένου, μέχρι του σημείου της πλήρους αφομοίωσης του δεδομένου πλαισίου.

Η πλαισίωση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας υπό οποιουσδήποτε όρους παρέχει και μια αεροφωτογραφία της κοινότητας. Σήμερα, σε μια μακάβρια αριθμητική, διακρίνονται άνθρωποι να πέφτουν: από το ύψος τους, από τη δουλειά τους, από το σημείο ισορροπίας τους, από ανοιχτά παράθυρα. Οι εργαζόμενοι στη ψυχική υγεία, που εξ επαγγέλματος είναι ταγμένοι στο ύψος του βλέμματος των ανθρώπων που υποφέρουν, κλήθηκαν εσπευσμένα, μετά από χρόνια περιφρόνησης, να απλώσουν τα χέρια και να χαμηλώσουν τα μάτια στο τραύμα. Αλλά ούτε αυτό επαρκεί, έπρεπε ταυτοχρόνως να παραχθεί και μια συνεκτική απάντηση σε ερωτήσεις ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Ζητείται επιτακτικά μια επιστημονικοφανής διάγνωση που να καθησυχάζει ή έστω να ενσωματώνει τα φαινόμενα, ένα σημείο στίξης στον παραλογισμό των ημερών. Σε αυτό το παυσίπονο αίτημα είναι απαραίτητο να επιστρατευθεί η κριτική μνήμη, να μην κλείσει η «οικεία» μεταρρύθμιση τα μάτια στην ευρύτερη απορρύθμιση, να μη συμβάλει στην ιδρυματοποίηση της πραγματικότητας. Εκτός των άλλων, είναι και ζήτημα επαγγελματικής επιβίωσης, γιατί από εδώ και μπρος η ψυχιατρική μεταρρύθμιση ή θα συμπορευθεί με την κοινωνική ή θα ματαιωθεί.


1. Φαινόμενο «κυλιόμενων θυρών»: οι διαδοχικές επανεισαγωγές για νοσηλεία του ίδιου ασθενούς, λόγω ανεπάρκειας ή ανυπαρξίας κοινοτικών ψυχιατρικών δομών, συνηθέστατα στο ίδιο ψυχιατρικό ίδρυμα.
2. M. Foucault, History of Sexuality, Volume I: An Introduction, μτφρ. Robert Hurley, Random House, Νέα Υόρκη 1978.
3. Κώστας Μπαϊρακτάρης, «Η ψυχολογικοποίηση της αλλοτρίωσης», περ. Κοινωνία & Ψυχική Υγεία, τχ. 6, (Δεκ. 2008).


Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 32-35.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου