Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Λεύγα 12

19.988 λεύγες υπό τη θάλασσα μαχαιροβγάλτες και φιλελεύθεροι έχουν πιάσει ψιλή κουβέντα με τον φασιστικό συστημισμό, αναγκάζοντας το ξυπόλητο πλήρωμα να μάθει μπαλίτσα. Γύρω τους η γενιά του κλέφτικου αναρωτιέται για τη βία και δεν διστάζει να υποδείξει το σημείο όπου κείται σε αφασία η κοινωνία. Αποτελεί άραγε το σημείο αυτό το κέντρο ενός κύκλου εντός του οποίου ακόμη και παιδιά κρατούνται στην Αμυγδαλέζα από όλους εκείνους που επιμένουν ελληνικά και ρυθμίζουν με υψηλή ταχύτητα τα λεφτά που δεν υπάρχουν; Όταν οι κακουργίες πέφτουν σαν βροχή ή σαν αόρατες μπαστουνιές, ακόμη και το επικαιρικό παιδί της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας κάνει παρέα με τους διάφορους αυθαίρετους που   εξισώνουν το χρήμα με το λόγο. Και είναι ο καιρός για μια βόλτα από το λούμπεν στον Δαλιανίδη και πίσω στη Χρυσή Αυγή.





Διαβάστε από τη λεύγα 12
Άνσελμ Γιάππε: Βία, αλλά για να κάνουμε τι;
[πλήρη κείμενα]

Τα περιεχόμενα του πιο πρόσφατου τεύχους (και ολόκληρα προηγούμενα τεύχη) στο levga.gr· η πιο πρόσφατη λεύγα στα βιβλιοπωλεία, στους διακινητές της και στο levgamag@gmail.com, όπου και συμβολές, συμβουλές, συνεργασίες και διαφωνίες.


Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Λεύγα 12: Περιεχόμενα

Μόρφω Μπεληγιάννη, Μάθε μπαλίτσα

πρώτες ύλες 
Άγης Πετάλας, Μαχαιροβγάλτες και φιλελεύθεροι: μια διαλεκτική του φασιστικού συστημισμού
Γιάννης Τζανίνης, Ενθάδε κείται η «κοινωνία»
Γιώργος Βασσάλος, H ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών υψηλής ταχύτητας στην ΕΕ: μάχη σκοτεινών γιγάντων
Robert Spittlehouse, Syntactic Ambiguity

κοντραντούκτο  
Άνσελμ Γιάππε, Βία, αλλά για να κάνουμε τι;

αναλώσιμα  
Κώστας Περούλης, Από το λούμπεν στον Δαλιανίδη και πίσω στη Χρυσή Αυγή
Στέφανος Βαμιεδάκης, Οι Αυθαίρετοι
Γιώργος Ζώταλης, Χρήμα = Λόγος
Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Αυτή είναι η Γενιά του Κλέφτικου
Παύλος Βερονέζης, Επικαιρικότητα και Εποχή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία

καύσιμα  
Δόμνα Νικάκη, Τα παιδιά της Αμυγδαλέζας
Χρυσούλα Χατζηδάκη, Το κέντρο κράτησης στην Αμυγδαλέζα
Ελένη Κυραμαργιού, Ο επιμένων ελληνικά

σκραπ  
Έλια Χαρίδη, Λεφτά υπάρχουν
Δημοσθένης Παπαμάρκος, Τα μπουκουμπάρδια
Γιώργος Μανουσέλης, Ψιλή κουβέντα

λεύγα 12  
(Φθινόπωρο 2013)
Σχέδιο εξωφύλλου: Μάκης Μαλαφέκας
Σκίτσα: Γιώργος Μανουσέλης
Γραφιστική επιμέλεια: Γιώργος Ματθιόπουλος

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Μόρφω Μπεληγιάννη: Μάθε μπαλίτσα

25 Σεπτεμβρίου 2013, ώρα 9 μ.μ.
Γεγονός: 1α. κτ. που συνέβη σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή σε μια συγκεκριμένη περίσταση· ενάντια στο οποίο δεν μπορούμε να αντιδράσουμε και που τελικά το αποδεχόμαστε· οριστικό, τελεσίδικο β. (συνήθ. πληθ.) για γεγονότα με ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα, δημιουργεί συζητήσεις, κάνει ντόρο, είναι κτ. ξεχωριστό. 2. για κτ. αναμφισβήτητο…
Ενώ στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας η αναμέτρηση Παναθηναϊκού – Εργοτέλη για την 1η αγωνιστική της 2ης φάσης του Κυπέλλου Ελλάδος φαίνεται να λήγει 2-1, οι κάτοικοι της οδού Αρματολών και Κλεφτών στέκουν μπερδεμένοι.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα


Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Άγης Πετάλας: Μαχαιροβγάλτες και φιλελεύθεροι. Μια διαλεκτική του φασιστικού συστημισμού

Από τον πρώτο καιρό της πολιτικής ανάδυσής της Χ.Α. η αντιμετώπισή της σε ιδεολογικό επίπεδο, διαμέσου της πεισματικής υπενθύμισης ότι πρόκειται για ναζιστικό κόμμα, φάνηκε εξαρχής να μην έχει παρά ελάχιστη πολιτική δραστικότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, από την πλευρά της Αριστεράς, η έμφαση δόθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην κατάδειξη του πόσο «συστημική» είναι η Χ.Α. και όχι τόσο στο αν είναι επίγονος μιας, εκτός πάσης δυνατής συζήτησης, εγκληματικής βιοθεωρίας και πρακτικής. Αν αναλογιστούμε την πολυετή συσσώρευση πληροφοριών στη συνείδηση του οποιουδήποτε πολίτη για την ανείπωτη φρίκη των ναζιστικών εγκλημάτων, αν αναλογιστεί κανείς ότι όλοι οι επιδραστικοί φορείς μαζικής κουλτούρας, όπως (κυρίως) ο κινηματογράφος, δεν έπαψαν ποτέ να απεικονίζουν, ακόμη και στις πιο ευτελείς λαϊκές περιπετειούλες, τον ναζισμό ως έκφραση του απόλυτου «Κακού», τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι, σε συνειδησιακό επίπεδο, σε επίπεδο στοιχειώδους «παιδευτικού» εξοπλισμού οποιουδήποτε υποκειμένου, η κρίση έχει επιφέρει ένα τόσο ισχυρό «αμνησιακό» ρήγμα, που είναι δύσκολο να το συλλάβουμε στις πραγματικές του διαστάσεις. Μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για μια νέα κοινοτοπία του «Κακού», όπου το ίδιο το «Κακό» (ακόμη και στην έστω μη αναλυτική, σχηματική, προπαγανδιστική του εγχάραξη στη συνείδηση του υποκειμένου) παύει να αποτελεί στοιχείο έστω έμμεσης παραγνώρισης ή απώθησης, αλλά η αναγνώρισή του δεν παράγει τίποτε περισσότερο από ηθική αδιαφορία.




η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Γιάννης Τζανίνης: Ενθάδε κείται η «κοινωνία»

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2013, την τρίτη Τρίτη του μήνα (ονομάζεται prinsjesdag – «ημέρα του πρίγκιπα»), κατά την οποία ο βασιλιάς της Ολλανδίας ανακοινώνει ετησίως τον προϋπολογισμό και τη γενικότερη πολιτική της κυβέρνησης για τη νέα χρονιά μπροστά στα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας, ο βασιλιάς Γουλιέλμος-Αλέξανδρος, διαβάζοντας τον λόγο του θρόνου, τον οποίο συνέταξε η κυβέρνηση συνεργασίας Φιλελεύθερων και Εργατικών, ανακοίνωσε επίσημα το τέλος του κράτους πρόνοιας στη χώρα. Στη θέση του αποθανόντος verzorgingsstaat προκύπτει ένα σκάρφισμα, ο νεολογισμός «κοινωνία συμμετοχής» (participatie-samenleving), με βασική μορφή κοινωνικοποίησης την «προσωπική ευθύνη» όλων για τη ζωή και το περιβάλλον τους. Η έκπληξη παρ’ όλα αυτά δεν βρίσκεται τόσο στον επικήδειο για το κράτος πρόνοιας, το οποίο άλλωστε είχε αποδυναμωθεί εδώ και δεκαετίες, όσο στον τρόπο με τον οποίο ανακοινώθηκε. Χωρίς να έχει προηγηθεί πολιτική αντιπαράθεση και σχεδόν χωρίς να έχουν συζητηθεί στη Βουλή οι επιπτώσεις μιας τέτοιας κοινωνικής αλλαγής, ένα κοινωνικό σύστημα παροχών διαμορφωμένο μετά από δεκαετίες αγώνων και συμβιβασμών έπαψε επίσημα να υπάρχει.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Γιώργος Βασσάλος: H ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών υψηλής ταχύτητας στην ΕΕ. Μάχη σκοτεινών γιγάντων.

Η τάση για την αυτοματοποίηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών άρχισε τη δεκαετία του ’80. Η προώθηση της ρευστότητας των χρηματαγορών επιλέχθηκε από την πολιτική εξουσία στη Δύση ως το μοντέλο εξόδου από την κρίση υπερσυσσώρευσης και αντιμετώπισης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στη βιομηχανική παραγωγή τη δεκαετία του ’70.

Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι η εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας συνέβαλε επίσης με ένα τρόπο, αθέλητα ίσως, στην προετοιμασία του εδάφους για την απελευθέρωση της χρηματοοικονομίας. Αν πάρουμε συνολικά τις ασφαλιστικές και επενδυτικές εταιρείες, αλλά και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, οι τρεις κατηγορίες μαζί διεξήγαν το 75% του συνολικού όγκου των συναλλαγών στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (NYSE) το 1975, ενώ αντίθετα το 1950 το 80% των συναλλαγών πραγματοποιούνταν από ιδιώτες επενδυτές. Οι νέοι αυτοί «θεσμικοί» επενδυτές διεκδικούσαν τα προνόμια που θεωρούσαν ότι τους αναλογούν, δεδομένης της θέσης που κατείχαν στην αγορά. Το 1975, η συλλογική θέσπιση του ύψους των τραπεζικών προμηθειών για την έκδοση ομολόγων και άλλων τίτλων, μια παλιά πρακτική που ίσχυε για 150 χρόνια, καταργήθηκε στη Νέα Υόρκη. Έκτοτε οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποια θα προσφέρει φθηνότερες προμήθειες στους θεσμικούς επενδυτές. Η αλλαγή αυτή άνοιξε διάπλατα τον δρόμο σε νέου τύπου πωλητές και μεσάζοντες χρηματοοικονομικών τίτλων, όπως τα διάφορα επενδυτικά ταμεία.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Άνσελμ Γιάππε: Βία, αλλά για να κάνουμε τι;

Ποιο είναι σήμερα το πρόσωπο της βίας στη Γαλλία; Για όποιον πηγαινοέρχεται συχνά σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, η πρώτη εικόνα της βίας, τη στιγμή που φτάνει σε ένα σταθμό ή ένα αεροδρόμιο της Γαλλίας, είναι η αστυνομία. Δεν έχω δει ποτέ περισσότερους αστυνομικούς από όσους βλέπω σήμερα στη Γαλλία, ιδίως στο Παρίσι. Ούτε στην Τουρκία την περίοδο της δικτατορίας. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι βρισκόμαστε στις παραμονές ενός πραξικοπήματος ή σε μια κατεχόμενη χώρα. Ούτε στην Ιταλία ούτε στη Γερμανία συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Και τι αστυνομικοί! Με ένα σκαιό και αλαζονικό ύφος που δεν έχει όμοιό του. Αν τολμήσει κανείς να ψελλίσει την παραμικρή αντίρρηση –π.χ. όταν του ελέγχουν με πρωτοφανή επιμέλεια τα χαρτιά ή του ψάχνουν την τσάντα πριν επιβιβαστεί στο τρένο– νιώθει ότι φλερτάρει με τη σύλληψη, το ξύλο και την κατηγορία της «αντίστασης κατά της αρχής. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι περνούν όσοι έχουν πιο σκούρο δέρμα ή δεν διαθέτουν χαρτιά. […]

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Κώστας Περούλης: Από το λούμπεν στον Δαλιανίδη και πίσω στη Χρυσή Αυγή (Το προφητικό σινεμά του Οικονομίδη ή για μια ανάκτηση των μικροαστών)

Ελάχιστοι, δυστυχώς, και σε αυτούς δεν ανήκε η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών, καταλάβαιναν ότι με την πάροδο του χρόνου ο λανθάνων φασισμός κέρδιζε έδαφος, ειδικά σε μια χώρα σαν τη δική μας, με την αδύναμη έως ανύπαρκτη αστική τάξη και την ταχύτατη εδραίωση της απόλυτης κυριαρχίας του μικροαστισμού με τις ευθείες καταβολές χωριάτικου επαρχιωτισμού.
(Άγγελος Στάγκος, «Ο ελληνικός φασισμός στο προσκήνιο», Καθημερινή, 15.9.13)
Το μπερδεύω το Κερατσίνι με το Πέραμα. Και η Αμφιάλη πού πέφτει μπερδεύομαι και το συνδικάτο μετάλλου που ανήκε ο πατέρας του Παύλου μου ακούγεται παράξενο και λιγάκι εξωτικό. Δεν είναι γνωστή μάρκα, δεν βολτάρει Κολωνάκι, Εξάρχεια... Άγνωστος κόσμος.
(Βασίλης Κουνέλης, «Εκεί στην Αμφιάλη…», tvxs, 23.9.2013)

Στο πολιτισμικό κρεσέντο της «ισχυρής Ελλάδας» και των μεγάλων έργων πριν από την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, ο Οικονομίδης γυρίζει το 2002 την πρώτη του ταινία, το Σπιρτόκουτο. Ένας πατέρας-ιδιοκτήτης καφετέριας στον Κορυδαλλό έχει το όραμα να «επεκταθεί» και να φτιάξει στον Κορυδαλλό εστιατόριο «με πιάνο και τραπεζομάντηλα». Το κεφάλαιο υπάρχει, αλλά η γυναίκα του και ο αδερφός της και συνεταίρος του τον περιγελάνε, αφού στον Κορυδαλλό κανένας «δεν θα τρώει στο κυριλίκι του» και «καφετζής γεννήθηκε, καφετζής θα πεθάνει». Μέσα σ’ ένα διαμέρισμα, ντυμένοι με φανέλες, σορτς και παντόφλες, καθισμένοι στο σαλόνι στους εμπριμέ καναπέδες ανάμεσα στο σύνθετο, τα γυαλικά και τα πορτατίφ, τον άσπρο-μπλε ανεμιστήρα δαπέδου και την τηλεόραση στο τέρμα, οι ήρωες «τα συζητάνε». Κυρίως βρίζουν και ουρλιάζουν για μιάμιση ώρα με ένα σχεδόν μεταφυσικό μίσος, αδυσώπητο, θριαμβευτικό σε κάθε ευκαιρία, σαν όλη η κοινωνία να τους χρωστάει τα πάντα τη στιγμή που ανοίγουν το στόμα τους για να αρχίσουν να απευθύνονται ο ένας στον άλλον, μόνο που όλη η κοινωνία απουσιάζει από την ταινία και δεν υπάρχει παρά μόνο ο υπάλληλος που φέρνει τα τιμολόγια και τον πιέζουν να παντρευτεί την έγκυο Αλβανίδα του μαγαζιού. Με την κατάρρευση της εξουσίας του πατέρα-αφεντικού, στο τέλος, απ’ τη γυναίκα του που του λέει δείχνοντας το μουνί της ότι η κόρη του δεν είναι δική του, όπου ακόμα και τα παιδιά του τον κατασπαράζουν καθώς «πέφτει», παραδόξως, μετά το εικοσάλεπτο επικό ντελίριο της κατάρρευσης, η αποδοχή της κατάστασής του και η επαναφορά μιας  ηρεμίας δηλώνεται με την εγκατάλειψη του σχεδίου του για το εστιατόριο.


Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Στέφανος Βαμιεδάκης: Οι Αυθαίρετοι

Η περίοδος 1989-1990 θεωρείται από πολλές απόψεις ένα χρονικό σημείο καμπής. Για πολλούς συνιστά ένα παγκόσμιο ορόσημο του τέλους του σύντομου 20ού αιώνα. Για άλλους, την αρχή της πλήρους επαναφοράς του παγκόσμιου καπιταλισμού. Στην περίπτωση της Ελλάδας, έχει αποκτήσει μάλιστα ιδιαίτερες συνδηλώσεις. Οι πολιτικές εξελίξεις της περιόδου και η γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα (πτώση κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, κυβέρνηση Τζανετάκη, οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα, σκανδαλολογία, δημοσιονομική κρίση, ειδικά δικαστήρια κ.λπ.) διαμορφώνουν μια έντονη αίσθηση fin de siècle. Δεν είναι τυχαίο ότι η (παρα)φιλολογία περί «τέλους της Μεταπολίτευσης» έφτασε στο αποκορύφωμά της ακριβώς εκείνη την εποχή. Έκτοτε το ίδιο μότο θα επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι και σήμερα, όχι με την ίδια επιτυχία.



η συνέχεια στην έντυπη λεύγα


Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Γιώργος Ζώταλης: Χρήμα = Λόγος

Gilded Age είναι ένα χρήσιμο κλισέ στην περιοδολόγηση της αμερικανικής ιστορίας που περιγράφει τα 30-40 χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου μέχρι τα πρόθυρα του 20ού αιώνα. Η φράση προέρχεται από το The Gilded Age. A Tale of Today, τον τίτλο ενός μυθιστορήματος που έγραψαν ο Charles Dudley Warner και ο Mark Twain το 1873.

Το ρήμα gild σημαίνει την επικάλυψη μιας επιφάνειας με ένα λεπτό στρώμα χρυσού, συνήθως για διακόσμηση. Μεταφορικά, έχει χρησιμοποιηθεί ως ένδειξη άσκοπης δραστηριότητας, όπως η διακόσμηση κάποιου πράγματος που είναι ήδη πολύ ωραίο (αυτή η απόδοση έχει σαιξπηρικές ρίζες). Η πολιτική χρήση του gild παραπέμπει στην κάλυψη μιας όχι και τόσο ιδεώδους κατάστασης με κιτρινωπή γυαλιστερή μπογιά που μοιάζει με χρυσάφι. Φανταχτερή στάχτη στα μάτια, επίδειξη, λατρεία του ρηχού, εξαπάτηση: όλες αυτές οι αρετές ανακινούνται, σχεδόν αντανακλαστικά, κάθε φορά που το Gilded ακολουθείται από το Age.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Κωνσταντίνα Γεωργαντά: Αυτή είναι η Γενιά του Κλέφτικου (στη χώρα που ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα)

ζητώντας κάτι που να μη
γίνεται ουρλιαχτό κι
οφθαλμαπάτη.
(Κώστας Τριπολίτης, «Δε λες κουβέντα», 1981)

Man, I’m beat: φράση που κυκλοφορούσε πολύ στην Τάιμς Σκουέαρ της Νέας Υόρκης στις αρχές του 1950 και που χρησιμοποιούνταν, θυμάται ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, από αυτούς που δεν είχαν ούτε χρήματα ούτε ένα μέρος να περάσουν τη νύχτα. Ή και από αυτούς «που περπατήσανε όλη τη νύχτα με τα παπούτσια τους γεμάτα αίμα στις χιονισμένες αποβάθρες παραμονεύοντας μια πόρτα του Ήστ Ρίβερ να ανοίξει σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο και αχνούς» (Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό, 1955-56, μτφρ. Άρης Μπερλής). Ή και από αυτούς που ήταν ξεθεωμένοι έχοντας περάσει όλη τη νύχτα ξύπνιοι ή άγρυπνοι. Έτσι, γράφει ο Γκίνσμπεργκ, η πρωταρχική έννοια του όρου «μπητ» ήταν εξουθενωμένος, άγρυπνος, οξυδερκής, απόβλητος από την κοινωνία, αυτός που έχει μάθει να τα βγάζει πέρα μόνος του και να επιβιώνει στον δρόμο. Ή σήμαινε και τελειωμένος ή και ολοκληρωμένος, ακόμη και ανοιχτός, κατά την έννοια του Ουίτμαν, όπου το να είσαι ανοιχτός είναι συνώνυμο της ταπεινότητας. Το να είσαι, λοιπόν, «μπητ» σήμαινε ότι είχες αδειάσει και ήσουν εξαντλημένος αλλά και ότι την ίδια στιγμή είχες διαύγεια και ήσουν δεκτικός σε κάποιο όραμα. Αργότερα, ο Τζακ Κέρουακ υπογράμμισε τον δεσμό του όρου με τη σκοτεινιά που προηγείται μα και προϋποθέτει το άνοιγμα στο φως, την έλλειψη του εγώ, έτσι ώστε να βρει έδαφος πρόσφορο μια νέα φώτιση.



[...] Με αυθεντική μπητ διάθεση, το Κλέφτικο του Γιώργου Πρεβεδουράκη (Πανοπτικόν, 2013) εισάγει την έννοια της αγρύπνιας και της ηθικής και υλικής κατάπτωσης με την εικόνα γενεών που σέρνονται την αυγή «υστερικές, γυμνές και χρεωμένες [...] γυρεύοντας τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση». Μόνο που οι γενιές οι «διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική» είναι εδώ γενιές του μυαλού που έχουν χαθεί μέσα σε αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά χάπια τα οποία χαρίζουν στον καθένα μια πιο προσιτή πραγματικότητα στην οποία μπορεί να ζει έτσι όπως ίσως φανταζόταν ότι θα έπρεπε ή ότι θα μπορούσε. Έτσι η «κόμισσα Seroxat» κάνει συντροφιά με τον «βαρόνο Tavor» και την «αναιμική δεσποινίδα» Xanax και η «αναγκαία δόση» είναι πίστωση για δάνειο ή για λοραζεπάμη. Σ’ αυτό το θολό τοπίο περιγράφεται μια βαθιά τραγωδία, αυτή του χαμού όχι απλά των καλύτερων μυαλών μιας γενιάς, όπως στο Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ, αλλά και αυτής της προοπτικής για τη δημιουργία των καλύτερων μυαλών μιας γενιάς.
Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την
αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα #12

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Παύλος Βερονέζης: Επικαιρικότητα και Εποχή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία

Οι εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφόρησαν, στις αρχές του 2013, μια συλλογή διηγημάτων με τον φιλόδοξο τίτλο: Το αποτύπωμα της Κρίσης. Αίφνης, στον δισέλιδο πρόλογο, που υπογράφεται από τις επιμελήτριες του βιβλίου Μικέλα Χαρτουλάρη και Ελένη Μπούρα, o αναγνώστης πληροφορείται πως η συλλογή αυτή απαρτίζεται από κείμενα που συνομιλούν με «την επικαιρότητα». Η εποχή (και η Κρίση) γίνεται αυτόχρημα «επικαιρότητα». Τι φανερώνει άραγε αυτός ο υποβιβασμός της Κρίσης σε «επικαιρότητα»; Ίσως οι επιμελήτριες της συλλογής να αυτοπροστατεύονται από την κριτική που θα μπορούσε να τους καταλογίσει μεγαλομανία σχηματισμού ενός «Κανόνα». Ίσως, πάλι, να αναγνωρίζουν απλώς ότι η ίδια η λογοτεχνική ύλη της συλλογής μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της επικαιρικότητας, ενώ δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ένα μεγαλόστομο προγραμματικό σχέδιο αποτύπωσης μιας Εποχής. Θα προσπαθήσουμε, εδώ, πολύ πιο συνοπτικά και πολύ πιο σχηματικά από ότι θα ταίριαζε ενδεχομένως σε μια στοιχειωδώς επαρκή ανάλυση του θέματός μας, να αναφερθούμε στη συλλογή Το αποτύπωμα της Κρίσης μόνο ως αφορμή, για να εντοπίσουμε, στα λογοτεχνικά κείμενα που υπάρχουν σε αυτήν, κάποιες ενδεικτικές αφηγηματικές μορφές της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, στις οποίες, κατά τη γνώμη μας, θα μπορούσε να οφείλεται, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, η αδυναμία άρθρωσης μιας αναπαράστασης που ξεπερνά τα όρια του επικαιρικού.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα