Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Κωνσταντίνα Γεωργαντά: Αυτή είναι η Γενιά του Κλέφτικου (στη χώρα που ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα)

ζητώντας κάτι που να μη
γίνεται ουρλιαχτό κι
οφθαλμαπάτη.
(Κώστας Τριπολίτης, «Δε λες κουβέντα», 1981)

Man, I’m beat: φράση που κυκλοφορούσε πολύ στην Τάιμς Σκουέαρ της Νέας Υόρκης στις αρχές του 1950 και που χρησιμοποιούνταν, θυμάται ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, από αυτούς που δεν είχαν ούτε χρήματα ούτε ένα μέρος να περάσουν τη νύχτα. Ή και από αυτούς «που περπατήσανε όλη τη νύχτα με τα παπούτσια τους γεμάτα αίμα στις χιονισμένες αποβάθρες παραμονεύοντας μια πόρτα του Ήστ Ρίβερ να ανοίξει σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο και αχνούς» (Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό, 1955-56, μτφρ. Άρης Μπερλής). Ή και από αυτούς που ήταν ξεθεωμένοι έχοντας περάσει όλη τη νύχτα ξύπνιοι ή άγρυπνοι. Έτσι, γράφει ο Γκίνσμπεργκ, η πρωταρχική έννοια του όρου «μπητ» ήταν εξουθενωμένος, άγρυπνος, οξυδερκής, απόβλητος από την κοινωνία, αυτός που έχει μάθει να τα βγάζει πέρα μόνος του και να επιβιώνει στον δρόμο. Ή σήμαινε και τελειωμένος ή και ολοκληρωμένος, ακόμη και ανοιχτός, κατά την έννοια του Ουίτμαν, όπου το να είσαι ανοιχτός είναι συνώνυμο της ταπεινότητας. Το να είσαι, λοιπόν, «μπητ» σήμαινε ότι είχες αδειάσει και ήσουν εξαντλημένος αλλά και ότι την ίδια στιγμή είχες διαύγεια και ήσουν δεκτικός σε κάποιο όραμα. Αργότερα, ο Τζακ Κέρουακ υπογράμμισε τον δεσμό του όρου με τη σκοτεινιά που προηγείται μα και προϋποθέτει το άνοιγμα στο φως, την έλλειψη του εγώ, έτσι ώστε να βρει έδαφος πρόσφορο μια νέα φώτιση.



[...] Με αυθεντική μπητ διάθεση, το Κλέφτικο του Γιώργου Πρεβεδουράκη (Πανοπτικόν, 2013) εισάγει την έννοια της αγρύπνιας και της ηθικής και υλικής κατάπτωσης με την εικόνα γενεών που σέρνονται την αυγή «υστερικές, γυμνές και χρεωμένες [...] γυρεύοντας τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση». Μόνο που οι γενιές οι «διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική» είναι εδώ γενιές του μυαλού που έχουν χαθεί μέσα σε αντικαταθλιπτικά και αγχολυτικά χάπια τα οποία χαρίζουν στον καθένα μια πιο προσιτή πραγματικότητα στην οποία μπορεί να ζει έτσι όπως ίσως φανταζόταν ότι θα έπρεπε ή ότι θα μπορούσε. Έτσι η «κόμισσα Seroxat» κάνει συντροφιά με τον «βαρόνο Tavor» και την «αναιμική δεσποινίδα» Xanax και η «αναγκαία δόση» είναι πίστωση για δάνειο ή για λοραζεπάμη. Σ’ αυτό το θολό τοπίο περιγράφεται μια βαθιά τραγωδία, αυτή του χαμού όχι απλά των καλύτερων μυαλών μιας γενιάς, όπως στο Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ, αλλά και αυτής της προοπτικής για τη δημιουργία των καλύτερων μυαλών μιας γενιάς.
Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την
αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα #12

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου