Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Όλγα Καρυώτη: Οι σκοποί, τα μέσα και οι άγιοι


Η μακιαβελική ή ιησουίτικη ρήση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αντηχεί εκκωφαντικά στ’ αυτιά των ενοχικών κομμουνιστών, ενώ αποτελεί αγαπημένο απόφθεγμα τόσο των επικριτών του κομμουνισμού, από τα «αριστερά» και τα δεξιά, ώστε να εντείνει αυτές τις ενοχές, όσο και οποιουδήποτε φονταμενταλιστή, που είναι σε τέτοιο βαθμό βέβαιος για τον σκοπό του και δεν κλονίζεται από καμιά ηθική προσταγή. Είναι, τελικά, μια παρεξηγημένη ρήση που θέλει να πει ότι τα
μέσα δεν μπορούν παρά να απορρέουν από τον σκοπό και αυτά με τη σειρά τους να μας καταδείχνουν ποιος εντέλει είναι αυτός ο σκοπός και όχι ποιος θέλουμε να είναι. Δεν είναι μια δικαιολογία για σφαγές εν ονόματι μιας ιδέας, αλλά η ανάδειξη της διαλεκτικής σκοπού και μέσων.

 Τα μεγάλα διλήμματα του κοινωνικού κινήματος των αρχών του 20ού αιώνα δεν παύουν να προκύπτουν διαρκώς: «κόμμα ή κίνημα;», «κοινωνία ή τάξη;»… Οι επιλογές, φαινομενικά, έχουν γίνει εδώ και δεκαετίες και έχουν χωριστεί τα στρατόπεδα. Γιατί όμως φαινομενικά; Γιατί, καταρχάς, καμία από τις παραπάνω έννοιες δεν έχει μείνει ποιοτικά αμετάλλακτη στην ιστορία και γιατί, κατά δεύτερον, δεν φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερη ενασχόληση με τη θεωρία και την πράξη σε ένα επίπεδο που θα προηγείται της «συνθηματοποίησης» της επιλογής. Σε ένα επίπεδο τακτικής, δηλαδή, που θα αποκαλύπτει την τόσο αξιακή όσο και ορθολογική επιλογή στην οποία προβαίνουν τα πολιτικά υποκείμενα του κοινωνικού κινήματος. Όλοι αυτοί οι όροι μοιάζει, σε ένα πρακτικό επίπεδο, να έχουν καταστεί απώτατοι σκοποί, εκεί που απώτατος σκοπός είναι η… χειραφέτηση του ανθρώπου ή, αλλιώς, η υλική χειραφέτηση. Όταν λοιπόν ένα μέσο, όπως το κόμμα ή το κίνημα, έχει καταστεί απώτατος σκοπός, τη στιγμή που είναι υπαρκτά μορφώματα και άρα δεν μπορεί παρά να είναι και τα δύο (και μέσα και σκοποί), τότε ποιο είναι το… «καθαγιασμένο» μέσο για το «κόμμα/κίνημα»;


Τελικά, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί και οι ταξικοί αγώνες, από αντικειμενικές εκδηλώσεις της εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής κοινωνίας, καθίστανται μέσα προς εξυπηρέτηση του σκοπού «κίνημα/κόμμα» και δεν εκλαμβάνονται ως οι τομές αυτές στις οποίες θα «βουτήξει» το «κίνημα/κόμμα» ώστε να τις επηρεάσει, να τις ενοποιήσει και να τις στρέψει τελικά προς εξυπηρέτηση του σκοπού της χειραφέτησης του ανθρώπου. Ναι, μα το «κίνημα/κόμμα» έχει ως σκοπό τη χειραφέτηση του ανθρώπου, μπορεί αυτόματα να σκεφτεί κανείς. Φυσικά και έχει αυτό τον σκοπό όταν αναφερόμαστε στο «κίνημα/κόμμα» σε ένα αφαιρετικό επίπεδο, όταν όμως είναι υπαρκτό και το βλέπουμε και μπορούμε να το παρατηρήσουμε σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό, τότε μπορούμε και να κρίνουμε κατά πόσο εξυπηρετεί αυτόν τον απώτατο σκοπό-ιδέα.

Τον Οκτώβρη του 2011, αφού κάθε ελπίδα αναβίωσης της συνελευσιακής πλατείας Συντάγματος είχε χαθεί, λίγες μέρες μετά την αιματηρή σύγκρουση της 20ης Οκτώβρη και περίπου κατά την πατριωτική (και όχι μόνο) έξαρση της 28 ης Οκτωβρίου, οι εργάτες του εργοστασίου του Ασπρόπυργου της Χαλυβουργίας Ελλάδος αποφάσισαν να αντεπιτεθούν στην εργοδοσία τους που ήθελε «πεντάωρο ή 180 απολύσεις». Εκεί που το πλήθος είχε εξαντλήσει τα όριά του, ήρθε η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη να βάλει επιτέλους τα πράγματα στη θέση τους.

Οι ταξικοί αγώνες από τη μια έχουν τους αστούς και από την άλλη τους προλετάριους. Οι αστοί λειτουργούν ορθολογικά, υπολογιστικά, ψυχρά και ενωτικά. Τα αστικά κόμματα, οι κρατικοί μηχανισμοί και φυσικά το καρτέλ της επεξεργασίας χάλυβα (Μάνεσης-Αγγελόπουλος-Στασινόπουλος) έδρασαν αρμονικά και μεθοδικά. Διεξήγαγαν τον δικό τους αγώνα με ψυχραιμία φροντίζοντας να αποτρέψουν την επέκταση της απεργίας στον κλάδο, να προβοκάρουν στέλνοντας τη Χρυσή Αυγή, να εκμεταλλευτούν το παρατεταμένο προεκλογικό κλίμα, να χρησιμοποιήσουν τους μηχανισμούς της αστικής δικαιοσύνης σταδιακά και να κλιμακώσουν την επίθεση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες –όταν το «κίνημα/κόμμα» σε αυτή τη χώρα αποδιοργανώνεται πλήρως και παθαίνει ηλίαση από τον καύσωνα– στέλνοντας τα ΜΑΤ να σπάσουν την περιφρούρηση και το φρόνημα όσων απεργών δεν είχαν λυγίσει. Το αστικό μπλοκ έλαβε σύσσωμο μέρος σε αυτόν τον αγώνα για να καταφέρει να ξεκινήσει να εφαρμόζει τα αντεργατικά μέτρα σε έναν πολύ σημαντικό κλάδο της βιομηχανικής παραγωγής, τον κλάδο του μετάλλου, και να προστατέψει και να ενισχύσει την πολιτική και ιδεολογική του εξουσία πάνω στους εργαζόμενους σε καιρούς όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων. Τα κατάφερε, αν και σε καμία περίπτωση αβίαστα, σε ικανοποιητικό βαθμό.

Οι προλετάριοι από την άλλη λειτουργούν κατά κόρον ατομικά. Όσοι εκφράζονται μέσα από κόμματα, οργανώσεις, συλλογικότητες και σωματεία είναι ιδεολογικά διασπασμένοι. Για τις αιτίες αυτής της κατάστασης υπάρχουν μυριάδες κιτάπια. Όσοι από τους προλετάριους έλαβαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μέρος σε αυτόν τον αγώνα βρήκαν την έκφρασή τους μέσα από τα υπάρχοντα γνωστά πολιτικά μορφώματα και ενεπλάκησαν σε αυτόν σε διαφορετικό βαθμό. Εκατέρωθεν, ξεπεράστηκαν αγκυλώσεις με αποτέλεσμα να υπάρξει υλική στήριξη και να δοθεί δημοσιότητα από όλο το φάσμα της αριστεράς και της αναρχίας. Πώς οδηγηθήκαμε σε αυτό το πρωτοφανές σκηνικό;

Η απεργία στη Χαλυβουργία ήταν μια απεργία με οικονομικά αιτήματα μεν αλλά εντός ενός αντιμνημονιακού, αντικαπιταλιστικού πλαισίου που τη μετέτρεψε σε πολιτική. Δεν είχε ως αίτημα την παραίτηση της κυβέρνησης, τη διαγραφή του χρέους, την κατάργηση της μνημονιακής νομοθεσίας κ.λπ., αλλά την επαναπρόσληψη των απολυμένων συναδέλφων και τη δέσμευση της εργοδοσίας ότι δεν θα γίνουν ούτε μειώσεις μισθών ούτε απολύσεις, κόντρα στο τοπίο που επιδιώκει να δημιουργήσει η μνημονιακή νομοθεσία της καπιταλιστικής κρίσης όσον αφορά τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Αυτό ήταν το μεγάλο κατόρθωμα των απεργών χαλυβουργών και κανενός άλλου.

Ωστόσο η απεργία αυτή πήρε πολιτικό χαρακτήρα και διάσταση όχι μόνο λόγω της συγκυρίας ή των πολιτικών ταυτοτήτων των ηγετικών στελεχών του σωματείου, αλλά και από το γεγονός ότι μετά από την ηθική και ιδεολογική ήττα που υπέστη η εργατική τάξη από την έναρξη της καπιταλιστικής κρίσης (και δεν μιλάμε για το 2008 στις ΗΠΑ αλλά για τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 παγκοσμίως), ο βιομηχανικός εργάτης, το χαμένο για πολλούς επαναστατικό υποκείμενο, ήρθε ξανά στο επίκεντρο με 272 ημέρες συνεχόμενης απεργίας και διεκδίκησε την πρωτοπορία όχι απλώς στους εργατικούς, αλλά και στους αντιμνημονιακούς και αντικαπιταλιστικούς αγώνες των καιρών μας: «Όλη η Ελλάδα μια Χαλυβουργία». Επιπλέον, η απεργία διαρκείας σε ένα εργοστασιακό σωματείο ανακάλεσε μνήμες από τους τελευταίους μεγάλους εργατικούς αγώνες των εργοστασιακών σωματείων στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, που έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στην εξέλιξη του εργατικού κινήματος, στη σημασία που απέκτησε ο συνδικαλισμός μετά την πτώση της Χούντας και στη βελτίωση, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, της σχέσης παραγωγικότητας-μισθού προς όφελος του εργαζομένου. Τρίτον, η απεργία διαρκείας των χαλυβουργών ήρθε ως έμπρακτη απάντηση στις μονοήμερες ή ολιγοήμερες απεργίες άλλων κλάδων ή ακόμα και τις γενικές, που διέπονται από ηττοπάθεια και λειτουργούν ως κυματοθραύστες της εργατικής οργής.

Η απεργία της Χαλυβουργίας ανεστάλη στις 28 Ιουλίου, μετά από γενική συνέλευση του εργοστασιακού σωματείου, και οι απεργοί πήραν το δρόμο για δουλειά –με όλο το ψυχικό βάρος και την τρομοκρατία που συνεπάγεται αυτό– έχοντας να φροντίσουν για 120 απολυμένους και να αντιμετωπίσουν σωρεία μηνύσεων, αγωγών και κατηγοριών. Επιπλέον, από τις αρχές Νοεμβρίου του 2012, οι εργάτες στο εργοστάσιο της Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Βόλο, που λειτουργούσε για όλο το χρονικό διάστημα της απεργίας στον Ασπρόπυργο ως απεργοσπαστικός μηχανισμός, πήραν ως εργοδοτική επιβράβευση του σαμποτάζ τους εναντίον των συναδέλφων τους μια πρόταση μείωσης του μισθού τους κατά 25% για αόριστο χρονικό διάστημα η οποία κατέληξε σε 18% μείωση για τους επόμενους 4 μήνες, όπως τελικά έγινε δεκτή από τη γενική συνέλευση των σωματείου των εργατών στον Βόλο.

Ο Γ. Σιφωνιός, ο πρόεδρος του σωματείου των χαλυβουργών του Ασπροπύργου, στην εισηγητική ομιλία κατά τη γενική συνέλευσή τους στις 28 Ιουλίου 2012, είπε μεταξύ άλλων: «Τους νικήσαμε όλους, γιατί είχαμε το δίκιο με το μέρος μας, γιατί είμαστε ενωμένοι». Στην τελευταία γενική συνέλευση των χαλυβουργών και την πρώτη μετά την απόφαση αναστολής της απεργίας, στις 26 Οκτωβρίου 2012, η αίσθηση που επικρατούσε ήταν ακριβώς αυτή. Κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν κλόνισε την πεποίθηση ότι ο αγώνας τους ήταν νικηφόρος ακριβώς επειδή έχουν το δίκιο με το μέρος τους και όσοι συνέβαλαν στον αγώνα μέχρι τέλους μένουν ενωμένοι. Είναι αυτό νίκη;

Είναι νίκη για τους ίδιους τους πρώην πλέον απεργούς, καθώς συνεχίζουν να στηρίζουν υλικά, ηθικά και θεσμικά τους απολυμένους και οι απολυμένοι συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στις συνελεύσεις και να διατηρούν ενεργοποιημένη την επιτροπή τους. Είναι νίκη δεδομένου ότι, μετά από τόσους μήνες απεργίας, συγκρούσεων και τριβών, ο εργοδότης ακόμα προσπαθεί να συγκροτήσει επιτροπή με τους πρώην απεργοσπάστες για να εξοβελίσει το υπάρχον σωματείο και δεν τα έχει καταφέρει. Είναι νίκη γιατί, όσα κι αν θυσίασαν αυτοί οι εργάτες, μπορούν ακόμα να δουν με ταξικούς όρους τους απεργοσπάστες συναδέλφους τους στον Βόλο και να προσφέρουν την αλληλεγγύη τους στην όποια απόφασή τους μπροστά στην εργοδοτική πρόταση μείωσης του μισθού τους. Άντεξαν να απεργήσουν για εννιά μήνες και επέλεξαν να επιστρέψουν για δουλειά όταν είδαν ότι είχαν τεθεί σε λειτουργία όλοι οι κρατικοί κατασταλτικοί μηχανισμοί εναντίον τους, αλλά και όταν είδαν συνάδελφους απεργούς, μπροστά στην ενδεχόμενη έλευση της ήττας, τις εντεινόμενες απειλές και τις δωροδοκίες της εργοδοσίας, να προδίδουν τον αγώνα και να πηδάνε τις μάντρες του εργοστασίου για να επιστρέψουν στο πόστο τους. Σε τελική ανάλυση, δεν σταμάτησαν τον αγώνα, απλώς επέλεξαν μια λιγότερο συγκρουσιακή μορφή κρίνοντας ορθολογικά τις δυνατότητές τους.

Για όσες δυνάμεις όμως ενεπλάκησαν στον αγώνα αυτό, πέρα από τους ίδιους τους εργαζόμενους της Χαλυβουργίας Ελλάδος, η λήξη της απεργίας ήταν στην πραγματικότητα μια σοβαρή ήττα. Το ΚΚΕ, και ο συνδικαλιστικός ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής του κόμματος, το ΠΑΜΕ, προσπαθεί μέσα από τον αγώνα των Χαλυβουργών να υψώσει το φρόνημα των μελών του δημιουργώντας νέους ήρωες. Κάτι αναγκαίο αφού το τιμώρησε ο λαός με την ψήφο του στις τελευταίες εκλογές κατεβάζοντας το ποσοστό του σχεδόν στο μισό. Αντί να προβεί σε μια αποτίμηση της απεργίας, της δράσης των μελών του και των στελεχών του μέσα και έξω από το σωματείο, της δράσης άλλων αλληλέγγυων δυνάμεων, της απήχησης στην υπόλοιπη εργατική τάξη, των μέσων που χρησιμοποίησε το αστικό μπλοκ, κ.λπ., ώστε να κάνει αυτή την εμπειρία θεωρητικό εφόδιο για περαιτέρω δράση, αγιοποιεί τους απεργούς, προπαγανδίζει την υπεροχή του, εξαφανίζει κάθε αλληλέγγυα συλλογικότητα που δεν ανήκει στους κόλπους του και ισοπεδώνει όλες τις αντιφάσεις που εκδηλώθηκαν στους κόλπους του αγώνα κάτω από τον τίτλο «Η παρέμβαση των άλλων δυνάμεων και των μηχανισμών» στο κεφάλαιο 5 του Χρονικού του ηρωικού αγώνα των Χαλυβουργών, του βιβλίου που εξέδωσε η Νομαρχιακή Οργάνωση Βιομηχανίας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ.

Άλλοι αλληλέγγυοι, ατομικά ή μέσα από συλλογικότητες, που για πολλούς από αυτούς ο ρόλος που έπαιξε το ΠΑΜΕ ήταν να περιορίσει και να ελέγξει τους απεργούς, αποκλείοντάς τους από άλλες κοινωνικές δυνάμεις με πιο συγκρουσιακές και «αγνές» διαθέσεις, ώστε να χρησιμοποιήσει των αγώνα των απεργών της Χαλυβουργίας προς δικό του πολιτικό όφελος, άσκησαν κριτική θεωρώντας ότι οι απεργοί έπρεπε, όταν τον Ιούλιο επιστρατεύτηκαν τα ΜΑΤ εναντίον τους έξω από τις «πύλες της φωτιάς», να προχωρήσουν σε σύγκρουση (οι αλληλέγγυοι θα ήταν στο πλευρό τους) και να τα δώσουν όλα για όλα. Ποιο θα ήταν όμως το αποτέλεσμα αφού, βάσει συσχετισμών, πάλι η απεργία θα έβγαινε χαμένη; Μα… οι απεργοί θα γινόντουσαν οι δικοί τους ήρωες.

Η εικόνα του υπέρμετρου μόχθου του εξαθλιωμένου εργάτη, που κάθε μέρα παίζει κορώνα-γράμματα την ακεραιότητα του σώματός του και την ίδια τη ζωή του κατέχει μια περίοπτη θέση στο φαντασιακό όλων όσων εντάχτηκαν στις γραμμές του κοινωνικού κινήματος κατά την περασμένη εικοσαετία. Μετά το «τέλος της Ιστορίας», κάποιοι αποφάσισαν να κλείσουν τα αυτιά τους μπροστά στις σειρήνες του εκσυγχρονισμένου λάιφσταϊλ. Απέρριψαν τους τρίτους δρόμους, δεν γοητεύτηκαν από τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης στην ανταγωνιστική αγορά εργασίας, δεν φοβήθηκαν την απειλή της παρωχημένης ανατολής, δεν μπήκαν σε διαταξικό διάλογο. Κατά πόσο όμως αυτό ήταν αποτέλεσμα των υλικών συνθηκών της ζωής τους και όχι της γοητείας που ασκεί στα παιδικά χρόνια ο αιώνιος μύθος του καλού εναντίον του κακού; Επιπρόσθετα, μπορούμε να μιλήσουμε πράγματι για τον πρωτοπόρο βιομηχανικό εργάτη; Οι εργάτες αυτοί μέσω του σωματείου τους ξεκίνησαν μια απεργία με σκοπό να αποτρέψουν τις απολύσεις και τις μειώσεις μισθών στο εργοστάσιό τους. Από αυτόν τον περιορισμένο χωρικά αγώνα θα μπορούσε να ακουστεί το σάλπισμα για την εκκίνηση της ακύρωσης των αντεργατικών μνημονιακών μέτρων και σε άλλους χώρους δουλειάς. Σε τοπικό, σε κλαδικό, σε διακλαδικό και, στο πιο αισιόδοξο σενάριο, σε γενικό επίπεδο. Δυστυχώς, δεν έγινε τίποτα από αυτά.

 
Η σημερινή γενιά των αγωνιστών είναι μπολιασμένη με τις βασανισμένες ιστορίες των ανθρώπων που συγκρότησαν την εργατική τάξη και την αριστερά στην Ελλάδα, των συνδικαλιστών και των κομμουνιστών του μεσοπολέμου, των αντιφασιστών της αντίστασης, των διωγμένων αντιφασιστών της απελευθέρωσης, των ανταρτών του ΔΣΕ, των εξόριστων, των διωγμένων αριστερών, των αντιδικτατορικών αγωνιστών και των συνδικαλιστών της δεκαετίας του 1970. Αυτό που κατάφερε να κάνει η πασοκική αλλαγή του 1981 ήταν να παραδώσει όσα στοιχεία είχαν απομείνει από όλους αυτούς τους αγώνες σε έναν κυρίαρχο λόγο, που με μαγικό τρόπο τα τσουβάλιασε όλα σε αριστερή μεταπολιτευτική διαφθορά, υπερελευθερία και γραφειοκρατική σοβιετία. Ακριβώς όπως και στη Μακρόνησο τσουβάλιαζαν τους εξόριστους μαζί με γάτες και τους έριχναν στη θάλασσα. Αυτό που έμεινε στη σημερινή γενιά ήταν ό,τι γλίτωσε από αυτό το τσουβάλιασμα και το μόνο που γλίτωσε ήταν τα… πεθαμένα μας. Η αίσθηση δικαίου για τους περισσότερους αυτής της γενιάς ξεκίνησε να αναβλύζει από το συναίσθημα της ιστορικής αδικίας που υπέστη το κοινωνικό κίνημα και όχι από την κατανόηση της σύγχρονης κοινωνικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Το «δίκιο του εργάτη» λοιπόν είναι το δίκιο του αδικημένου αριστερού της ιστορίας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και όχι του εκμεταλλευόμενου μέρους της καπιταλιστικής σχέσης.

Ο απεργός χαλυβουργός έγινε ο άγιος, ο εκπρόσωπος του Θεού (του κόμματος/κινήματος) επί γης. Καθένας και καθεμιά περίμενε από τις κινήσεις και τις ενέργειές του την ιστορική του δικαίωση, την αναβίωση ενός μύθου που οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι είναι ο μύθος των ηττημένων. Είναι ήρωες οι ηττημένοι, αλλά ήρωες που έχουν χάσει, είτε πεθαίνοντας είτε συμβιβαζόμενοι με τον κοινοβουλευτισμό. Αυτό που παρατηρεί κανείς στους χειρισμούς των αστών είναι η ψυχρή λογική, ο επαγγελματισμός και ο συγχρονισμός με το σήμερα. Οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης βρίσκονται δέσμιοι σε ένα φαντασιακό, σε ένα δημιούργημα που έχει προκύψει μέσα από έναν συγκεκριμένο τρόπο συναισθηματικής διαχείρισης της ιστορικής μνήμης. Οι ταξικοί αγώνες δεν χρειάζεται να παράγουν ήρωες και μύθους, αλλά γνώση και συνείδηση.

 περ. λεύγα 9 (Νοέμβριος 2012), 14-18.


Αν σας άρεσε το άρθρο αυτό, παρακαλώ γίνετε συνδρομητές ή αγοράστε το τρέχον τεύχος.


 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου