Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Κυριάκος Μινωτής: Γιατί δεν υπάρχουν συσκευές αντιβαρύτητας και ιπτάμενα αμάξια ή η έρευνα ως αντικείμενο μάρκετινγκ

από την λεύγα τ. 10 (Ανοιξη 2013), σ. 34-41.

Κυριακή πρωί, φτιάχνω καφέ και αράζω στη βεράντα με το λάπτοπ. Μου έχει στείλει μέιλ ο φίλος μου ότι βγήκε καινούργιο CD από τους Σάρκα, ένα συγκρότημα που άκουγα όταν ήμουν φοιτητής στο Ηράκλειο. Λίγο Google και βλέπω ότι μπορώ να το παραγγείλω ηλεκτρονικά. Τα έξοδα αποστολής για την Ολλανδία όπου μένω δεν είναι απαγορευτικά. Βάζω την πιστωτική μου κάρτα και σε λίγα δευτερόλεπτα μου έρχεται μέιλ επιβεβαίωσης: «Η παραγγελία σας καταχωρήθηκε και θα παραδοθεί σε 6 μέρες». Πίνω λίγο καφέ. «Αυτά είναι», σκέφτομαι. Να κάθεσαι στο μπαλκονάκι σου και να παραγγέλνεις την αγαπημένη σου μουσική από μία χώρα που είναι 4.000 χλμ. μακριά. Μεγάλη τεχνολογία το Ίντερνετ. Φαντάζομαι κάποιον από το 1970 να με παρακολουθεί εκστασιασμένος από την πρόοδο της τεχνολογίας. Μετά το ξανασκέφτομαι. Αυτός ο άνθρωπος θα έχει δει σειρές όπως το Star Trek, ταινίες όπως το 2001 Space Odyssey και θα έχει διαβάσει συγγραφείς σαν τον Ray Brudbury. Τον φαντάζομαι να με ρωτάει: «Του μίλησες του υπολογιστή για να σου κάνει την παραγγελία;»· «Είχε τις εμπειρίες σου εμφυτευμένες και σε ενημέρωσε αυτός για το CD;»· «Το CD θα τηλεμεταφερθεί;». Μετά θα του εξηγούσα ότι ο υπολογιστής αυτός δεν σκέφτεται και δεν μιλάει, έχει όμως αρκετή τεχνολογία για να μπορώ να επικοινωνήσω με ένα κατάστημα στην Ελλάδα και να παραγγείλω ένα CD. Τον φαντάζομαι τελικά να με κοιτάει απογοητευμένος.


Πού είναι όλη η τεχνολογία που οραματίστηκε εκείνη η γενιά; Πού είναι όλα αυτά τα θαύματα που θα ήταν απλώς η συνέχεια των εκπληκτικών ανακαλύψεων και επιτευγμάτων που γίνονταν εκείνη την εποχή; Το 1969 πατήσαμε στο φεγγάρι και το 2012 παραγγέλνουμε μουσική μέσω υπολογιστή; Σιγά τα αυγά! Αναλογίζομαι τις τεχνολογικές ανακαλύψεις με τις οποίες βομβαρδιζόταν καθημερινά ο φανταστικός επισκέπτης μου από το παρελθόν. Γενετική, ανακάλυψη του DNA, θεωρία της σχετικότητας, θεωρία της ψυχανάλυσης, κβαντική μηχανική. Όλα αυτά όμως έγιναν μέσα στο ’60 – ακόμα και τα βασικά στοιχεία της τεχνολογίας του Ίντερνετ υπήρχαν ήδη από τότε. Είναι φυσικό οι προσδοκίες του από το μέλλον να είναι κάτι περισσότερο από έναν υπολογιστή που παραγγέλνει CD! Ρηξικέλευθες ιδέες, όπως η τηλεμεταφορά, σήμερα αντιμετωπίζονται με χλεύη: «Υπάρχουν τεράστια φυσικά όρια», «ποτέ δεν πρόκειται να πετύχουμε». Τέτοια αντιμετώπιση όμως είχαν –από συντηρητικούς κυρίως κύκλους– ιδέες όπως οι τηλεπικοινωνίες, τα διαστημικά ταξίδια και η αεροπλοΐα στις αρχές του 20ού αιώνα. Υπήρχαν ακόμα και θεωρητικές προσεγγίσεις που αποδείκνυαν ότι η πτήση μηχανών βαρύτερων από τον αέρα ήταν πρακτικά αδύνατη. Σήμερα η κοινωνία προβάλλει τεράστια πρακτικά εμπόδια σε μεγάλες ιδέες της επιστημονικής φαντασίας. Αυτό εντοπίζεται ακόμα και στα σύγχρονα έργα επιστημονικής φαντασίας τα οποία αναλώνονται κυρίως σε περιγραφή δυστοπιών, όπου το μέλλον είναι ένας χώρος ολοκληρωτισμού, καταπίεσης και τρομοκρατίας, από τον οποίο απουσιάζει η αισιοδοξία για τεράστιες θεμιτές κοινωνικές αλλαγές οι οποίες θα βασίζονται σε επαναστατικές επιστημονικές ανακαλύψεις. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο οραματισμός ενός καλύτερου μέλλοντοςμέσω της τεχνολογίας έχει κατασταλεί και αντικατασταθεί από τον φόβο για το τι μας επιφυλάσσει αυτό το μέλλον. Το ερώτημα εδώ είναι πώς ο καπιταλισμός «ρούφηξε» και αυτό το τελευταίο απομεινάρι της φαντασίας μας;



Ανταγωνιστικότητα, συνεργατικότητα
και άλλα εμπόδια στην έρευνα
Σίγουρα δεν φταίνε τα φράγκα. Η χρηματοδότηση της έρευνας έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Μπορεί τα ποσοστά της δημόσια επιχορηγούμενης έρευνας να έχουν πέσει κατακόρυφα, αλλά σε απόλυτους αριθμούς και σε πραγματικές αξίες το δημόσιο δίνει πολύ περισσότερα χρήματα για έρευνα απ’ ό,τι το ’60. Ένα επιχείρημα είναι ότι, από αυτά τα λεφτά, ένα μικρό ποσοστό δίνεται σε «βασική έρευνα», δηλαδή σε πειραματικές και ρηξικέλευθες ιδέες, που έχουν μεν μικρή πιθανότητα να ευοδωθούν, αλλά, αν το κάνουν, θα φέρουν κατακλυσμικές αλλαγές στην κοινωνία (π.χ. τηλεμεταφορά). Ακόμα και για αυτές τις ιδέες όμως η χρηματοδότηση είναι σαφώς αυξημένη σε σχέση με το παρελθόν.

Η απάντηση ίσως να κρύβεται στη χρηματοδότηση ολιγάριθμων αλλά γιγαντιαίων πρότζεκτ. Ένα από αυτά ήταν η αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Κόστισε τρία δισ. δολάρια και απασχόλησε χιλιάδες επιστήμονες από πέντε διαφορετικές χώρες. Το αποτέλεσμα; Μέχρι στιγμής δεν μας έχει δώσει κάποιο εύρημα που να έχει άμεση επίπτωση στη δημόσια υγεία. Η δημοσιότητα όμως και η εκμετάλλευσή του από πολιτικούς που το επικαλέστηκαν για τη βελτίωση της εικόνας τους («νοιαζόμαστε για την υγεία των πολιτών»), καθώς και το κόστος της εκστρατείας προώθησης, αλλά και διαχείρισης και συντονισμού του επιστημονικού προσωπικού και του εξοπλισμού, έκαναν επιβεβλημένη την ανάγκη να βαδίσουν σε όσο το δυνατόν πιο βατά επιστημονικά μονοπάτια, αποκλείοντας την εφαρμογή και δοκιμή πραγματικά καινοτόμων ιδεών. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολυδιαφημισμένο επιστημονικό πρότζεκτ, το οποίο λειτουργούσε μάλλον ως επικοινωνιακό μέσο πολιτικών και μεγαλοεπιστημόνων και απέκλειε εξ ορισμού την ανακάλυψη πραγματικά επαναστατικών ευρημάτων. Αλλά και στα μικρότερης κλίμακας ερευνητικά πρότζεκτ τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Υπάρχει η εντύπωση ότι η πραγματική έρευνα και ανάπτυξη γίνεται από μικρές εταιρείες της Σίλικον Βάλεϊ που εφαρμόζουν επαναστατικές, αποκεντρωμένες μεθόδους στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Ακόμα και αν αυτές οι εταιρείες είναι πιο πιθανό να παραγάγουν αποτελέσματα, η αλήθεια είναι ότι η έρευνα και η ανάπτυξη εξακο

λουθεί να άγεται από τεράστια γραφειοκρατικά πρότζεκτ. Αν κάτι έχει αλλάξει βέβαια, είναι η κουλτούρα αυτής της γραφειοκρατίας Σήμερα η έρευνα γίνεται μέσω ενός πολύπλοκου συνονθυλεύματος δημόσιας, πανεπιστημιακής και ιδιωτικής μίξης, το οποίο έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση της εταιρικής λογικής, σκέψης, ορολογίας ακόμα και οργανωτικής δομής σε όλους τους τομείς. Αυτό οδήγησε μεν στη δημιουργία εμπορεύσιμων προϊόντων, αλλά, από την άποψη της πραγματικής έρευνας, τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, στα πανεπιστήμια ΗΠΑ και Βρετανίας, έχουν αυξηθεί σημαντικά οι ώρες που πρέπει να δαπανώνται σε διαχειριστικά ζητήματα, σε βάρος του χρόνου που αφιερώνονται για έρευνα. Σε πολλά πανεπιστήμια, το προσωπικό που απασχολείται στη διαχείριση και στη διοίκηση είναι περισσότερο από το προσωπικό που ασχολείται με την έρευνα. Ακόμα και το προσωπικό που απασχολείται στην έρευνα ξοδεύει τουλάχιστον τον μισό χρόνο του σε διαχειριστικά θέματα. Σε παγκόσμια κλίμακα τα πράγματα δεν είναι και πολύ διαφορετικά. Η αύξηση της διοικητικής και διαχειριστικής δουλειάς έχει οδηγήσει στην εισαγωγή τεχνικών μάνατζμεντ στην έρευνα, οι οποίες έχουν σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και την εισαγωγή της ανταγωνιστικότητας σε όλους τους τομείς, ωστόσο καταλήγουν εντέλει στο να προσπαθούν να «πουλήσουν προϊόντα». Αιτήσεις χρηματοδότησης, αξιολόγηση χρηματοδοτήσεων, αξιολόγηση φοιτητών, αποφοίτων και αξιολόγηση συναδέλφων, διαφημιστικό υλικό για νέα διεπιστημονικά προγράμματα σπουδών, ινστιτούτων, συνεδρίων ακόμα και ολόκληρων πανεπιστημίων (τα οποία πλέον είναι ένα προϊόν το οποίο πρέπει να
προωθηθεί σε μαθητές, φοιτητές και χρηματοδότες). Καθώς λοιπόν το μάρκετινγκ υπεισέρχεται στην πανεπιστημιακή καθημερινότητα, μας μιλάει για δημιουργικότητα, για φαντασία, για το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε έξω από τα καθιερωμένα κ.λπ. Για την ακρίβεια, κάνει ακριβώς το αντίθετο: κατα πνίγει όποια πραγματικά δημιουργική φωνή τυχαίνει να υπάρχει. Καμία σημαντική κοινωνική θεωρία δεν έχει εμφανιστεί στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Οι κοινωνιολόγοι έχουν υποβιβαστεί στον ρόλο του επιμελητή: γράφουν εκτενείς αναλύσεις πάνω στον Ντελέζ, στον Φουκώ ή στον Μπουρντιέ και άλλους φιλοσόφους του ’70, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η επαναστατική σκέψη αυτών των φιλοσόφων θα απορριπτόνταν από τα σύγχρονα πανεπιστήμια. Κάποτε το πανεπιστήμιο ήταν καταφύγιο των εκκεντρικών, των ευφυών και των μη πραγματιστών. Όχι πια. Τώρα είναι ένας χώρος για αυτοαπασχολούμενους που χτίζουν το επιστημονικό ίματζ τους μέσω μάρκετινγκ. Το αποτέλεσμα είναι να παρατηρούμε μια από τις πιο παράξενες αυτοκαταστροφικές τάσεις της ιστορίας. Να ωθεί μία κοινωνία τα εκκεντρικά και ευφυή μέλη της στο περιθώριο, από όπου κάνουν σποραδικά την εμφάνισή τους με τις οξύτατες διαδικτυακές κριτικές τους.

Αν αυτά ισχύουν για τις κοινωνικές επιστήμες, όπου η εργασία είναι εκ φύσεως ατομική και δεν απαιτείται μεγάλη χρηματοδότηση, φαντάζεστε τι γίνεται σε επιστημονικούς τομείς όπως π.χ. η αστροφυσική. Όντως ο αστροφυσικός Jonathan Katz προειδοποίησε πρόσφατα τους φοιτητές που σκέφτονται να ασχοληθούν με την επιστήμη: «Ακόμα και αν έχετε περάσει μέσα από τη συνηθισμένη δεκαετή ακαδημαϊκή διαδικασία που απαιτείται για να γίνει κάποιος καθηγητής, δουλεύοντας με τις ιδέες (και τα συμφέροντα) κάποιου άλλου, θα πρέπει να περιμένετε ότι οι καλύτερες και πιο επαναστατικές ιδέες σας θα κατακρεουργηθούν από την υπόλοιπη κοινότητα. Θα σπαταλάτε την ώρα σας γράφοντας αιτήσεις, αντί να κάνετε έρευνα. Ακόμα χειρότερα, οι αιτήσεις σας για χρηματοδότηση κρίνονται από τους ανταγωνιστές σας και έτσι θα πρέπει να σπαταλήσετε το ταλέντο και τις προσπάθειές σας στο να αντιμετωπίζετε την κριτική, παρά για να λύνετε επιστημονικά προβλήματα. Είναι γνωστό ότι οι αυθεντικές ιδέες είναι καταστροφικές για τις αιτήσεις χρηματοδότησης, ακριβώς επειδή δεν έχει αποδειχτεί ότι δουλεύουν». Νομίζω ότι αυτή είναι μία καλή εξήγηση γιατί σήμερα δεν έχουμε συσκευές τηλεμεταφοράς ή παπούτσια αντιβαρύτητας. Η κοινή λογική λέει ότι αν θέλεις να μεγιστοποιήσεις την επιστημονική δημιουργικότητα, τότε βρίσκεις κάποιους έξυπνους ανθρώπους, τους δίνεις ό,τι μέσα χρειάζονται για να βρουν αυτό που έχουν στο μυαλό τους και μετά τους αφήνεις ήσυχους. Οι περισσότεροι δεν θα βρουν τίποτα, αλλά ένας ή δύο κάτι θα βρουν. Από την άλλη, αν θες να ελαχιστοποιήσεις την πιθανότητα εύρεσης καινοτόμων ανακαλύψεων, πες τους ότι δεν θα τους δώσεις τίποτα, εκτός αν ανταγωνιστούν μεταξύ τους για να σε πείσουν ότι ξέρουν εκ των προτέρων τι θα ανακαλύψουν. Ο Βρετανός οικονομολόγος D. Harvie μας έχει υπενθυμίσει ότι ο όρος ανοικτός κώδικας (open source) δεν είναι κάτι καινούργιο. Η ακαδημαϊκή έρευνα ήταν ανέκαθεν ανοικτή, με την έννοια ότι οι φοιτητές μοιράζονται τις μεθόδους και τα αποτελέσματα. Μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά είναι προς όφελος όλων. Αυτό δεν ισχύει για επιστήμονες που δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, όπου τα ευρήματα διαφυλάσσονται ζηλότυπα. Η εξάπλωση της εταιρικής λογικής στο πανεπιστημιακό περιβάλλον κάνει τους ερευνητές να θεωρούν ιδιωτικά τα αποτέλεσμα της δημοσίως χρηματοδοτούμενης έρευνας και να περιορίζουν την πρόσβαση σε αυτά. Έτσι, ο καλώς εννοούμενος επιστημονικός ανταγωνισμός μετατρέπεται σε ένα μόρφωμα που μοιάζει με τον κλασικό ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς.

Υπάρχουν πολλές μορφές ιδιωτικοποίησης, μέχρι και το σημείο να εξαγοράζονται και να αποσιωπούνται μη βολικές ανακαλύψεις από μεγάλες εταιρίες που φοβούνται τις οικονομικές συνέπειες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του μανατζερίστικου ήθους είναι ότι αποτρέπει οτιδήποτε αβέβαιο ή παράξενο, ιδίως αν δεν υπάρχουν προοπτικές άμεσου κέρδους. Όλως παραδόξως το Ίντερνετ μπορεί να είναι μέρος αυτού του προβλήματος. Σύμφωνα με τον Neal Stephenson «οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν δουλέψει σε εταιρικό ή πανεπιστημιακό περιβάλλον έχουν εμπειρίες παρόμοιες με την εξής: Μερικοί μηχανικοί κάθονται σε ένα δωμάτιο, δοκιμάζοντας διάφορες ιδέες. Στη συζήτηση προκύπτει μια ιδέα που φαίνεται να έχει καλές προοπτικές. Τότε κάποιος γκουγκλάρει την ιδέα και λέει ότι αυτή η “νέα” ιδέα είναι στη πραγματικότητα παλιά ή τουλάχιστον κάτι παρόμοιο έχει ξαναγίνει. Αν η παλιά ιδέα είχε αποτύχει, τότε κανένας μάνατζερ δεν θα ρισκάρει τη δουλειά του προσπαθώντας να αναβιώσει μια αποτυχημένη ιδέα. Αν η ιδέα είχε πετύχει, τότε το πιο πιθανό είναι να έχει πατενταριστεί και να είναι πρακτικά άχρηστη, αφού η νομοθεσία προστατεύει τον ιδιοκτήτη της πατέντας και δημιουργεί πολλά προβλήματα σε όποιον προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει έστω και μία παραλλαγή της. Υπάρχουν εκατομμύρια καλές ιδέες που απορρίφτηκαν με αυτόν τον τρόπο». Αυτό το κυρίαρχο γραφειοκρατικό πνεύμα υπάρχει σε όλους τους τομείς της πνευματικής δημιουργίας. Έρχεται περιτυλιγμένο με μια γλώσσα που περιέχει έννοιες όπως «δημιουργία», «καινοτομία» και «επιχειρηματικότητα». Όμως η γλώσσα αυτή στερείται νοήματος.

Όταν οι Ρώσοι έστελναν τον Άρμστρονγκ στη
Σελήνη
Ένα καλό ερώτημα είναι γιατί παρατηρούμε αυτή την επιβράδυνση της επιστημονικής δημιουργίας από το ‘70 και μετά; Την απάντηση θα πρέπει να την αναζητήσουμε στους τεράστιους κρατικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς των αρχών του 20ού αιώνα. Από τον αγώνα για το ποιος θα περάσει πρώτος τη Μάγχη με εναέριο μέσο, ποιος θα κατασκευάσει την πρώτη ατομική βόμβα και ποιος θα ηγηθεί της κούρσας του διαστήματος, η έρευνα ήταν μονόδρομος για την επικράτηση ενός καθεστώτος. Ερευνητές που επιλέγονταν με κριτήρια την ευφυΐα, τις γνώσεις και την… αφοσίωσή τους στην κυβέρνηση απολάμβαναν απόλυτη ελευθερία ως προς τις μεθόδους που μπορούσαν να ακολουθήσουν και τις ιδέες που θέλανε να υλοποιήσουν. Έπαιρναν λευκή επιταγή ως προς τους πόρους και περιορίζονταν μόνο από τη φαντασία τους. Δεν πρέπει να μας ξενίζει ότι η σημερινή δυτική τεχνολογία δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο σε κάποιο υπόγειο κρατικό εργαστήριο με μυστική χρηματοδότηση από εσωστρεφείς επιστήμονες, παρά από κάποιο γκλάμουρ ερευνητικό ίδρυμα, με ερευνητές-γιάπηδες και ανοικτές χρηματοδοτήσεις.

Εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε τι εννοούμε με την έννοια «τεχνολογία». Μιλάμε για ανακαλύψεις όπως οι υπολογιστές, η ηλεκτρονική, οι δορυφόροι, οι τηλεπικοινωνίες, η κβαντομηχανική και η μηχανολογία. Πρόσφατες ανακαλύψεις, όπως τα κινητά τηλέφωνα με οθόνες αφής, τα mp3 players, το GPS, είναι άμεσες και το κυριότερο εμπορεύσιμες εφαρμογές των προηγούμενων τεχνολογιών. Σίγουρα δεν ανοίγουν κάποιο νέο κεφάλαιο στους τομείς της φυσικής ή της χημείας. Μετά την πλήρη επικράτηση της Αμερικής στην κούρσα του διαστήματος, έπαψαν να υπάρχουν και οι τεχνολογικοί ανταγωνισμοί που έτρεφαν τα κυρίαρχα καθεστώτα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ότι, χωρίς τον ανταγωνισμό του διαστήματος, η Αμερική δεν θα είχε κατακτήσει ποτέ τη Σελήνη. Από τότε λοιπόν η έρευνα έπαψε να είναι μονόδρομος για την πολιτική επικράτηση και πέρασε στον ιδιωτικό τομέα, υπό τον έλεγχο του γραφειοκρατικού εταιρικού καπιταλισμού. Οι Αμερικάνοι όμως δεν θέλουν να σκέφτονται τους εαυτούς τους ως ένα κράτος γραφειοκρατών (ακριβώς το αντίθετο), αλλά αν πάψουμε να θεωρούμε τη γραφειοκρατία ως ένα φαινόμενο που ξεκινάει από το κράτος, θα δούμε ότι οι ΗΠΑ είναι ένας τεράστιος γραφειοκρατικός μηχανισμός. Η τελική νίκη επί της ΕΣΣΔ δεν οδήγησε στην κυριαρχία της αγοράς, αλλά εδραίωσε την κυριαρχία της συντηρητικής διευθυντικής ελίτ και της γραφειοκρατίας των μεγάλων εταιρειών, οι οποίες χρησιμοποιούν την ιδεολογία της ανταγωνιστικής και διαφημιστικής λογικής για να καταπατήσουν οτιδήποτε εμπεριέχει επαναστατικές ερευνητικές προδιαγραφές.

Η Ελλάδα καινοτομεί σε μία Ενωμένη Ευρώπη
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αντιληφθεί από τη δεκαετία του ’80 ότι υστερούσε πάρα πολύ σε βιομηχανία και τεχνολογία σε σχέση με την Αμερική και κάποιες ασιατικές χώρες. Εντόπισε ότι ένας λόγος για αυτό ήταν οι «επιστημονικοί παράδεισοι» που πρόσφεραν γη και ύδωρ σε ταλέντα από όλον τον κόσμο. Για να σταματήσει αυτή την επιστημονική αιμορραγία, δημιούργησε ένα σύστημα που το ονομάζει «πρόγραμμα-πλαίσιο». Το σύστημα αυτό στην ουσία διανέμει ερευνητικά πρότζεκτ σε διάφορα ιδρύματα της Ευρώπης φροντίζοντας σε κάθε πρότζεκτ να συμπεριλαμβάνονται ιδρύματα από πολλές χώρες. Ο σκοπός είναι να τονίσει τη συνεργασία μεταξύ των χωρών με σκοπό τη σύσφιξη των σχέσεων για τη δημιουργία νέας τεχνολογίας. Δεδομένης όμως της έλλειψης βιομηχανίας για να κατευθύνει αυτή την τεχνολογία, οι άξονες του προγράμματος αυτού ορίζονται από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των Βρυξελλών. Εκεί δημιουργήθηκαν φιλόδοξα ερευνητικά προγράμματα τα οποία είναι κακέκτυπα ερευνητικών τάσεων που υπάρχουν στην Αμερική με διαφορά φάσης 2 έως 5 χρόνων – και το χειρότερο, δεν είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις καμία σχέση με τις ανάγκες για τεχνολογία της ευρύτερης ευρωπαϊκής κοινωνίας. Έτσι βλέπουμε να χρηματοδοτούνται πρότζεκτ με πολύ ασαφές περιεχόμενο, γεμάτα ακαδημαϊκές αερολογίες, όπως «σημασιακός ιστός», «αυτοματοποιημένη, ευφυής πλοήγηση», «γενετική παρακολούθηση», «ενοποίηση εταιρικών υπηρεσιών» κ.ά. Το κάθε ερευνητικό ίδρυμα υλοποιεί τα πρότζεκτ σύμφωνα με τον τρόπο που μεταφράζουν οι εκάστοτε ερευνητές αυτό το αντικείμενο, δημοσιεύουν άρθρα σε περιοδικά που κρίνονται από συνάδελφους τους, ενώ το συνολικό πρότζεκτ κρίνεται από επιτρόπους της ίδιας της ΕΕ. Τόσο η κρίση που γίνεται από τα επιστημονικά περιοδικά και τα συνέδρια, όσο και η κρίση που γίνεται από τους επίτροπους, είναι ένας εσωτερικός μηχανισμός που αρέσκεται να αυτοεπιβεβαιώνεται και να κινείται ώστε να εγκριθεί η χρηματοδότηση του «επόμενου μέρους του πρότζεκτ». Απ’ όλα αυτά, η κοινωνία δεν αποκομίζει κανένα απολύτως όφελος.

Ακόμα και αν προκύψει μια καλή και χρήσιμη τεχνολογία, δεν υπάρχει σχέδιο για την ένταξή της σε ένα δημόσιο οργανισμό ώστε να επωφελούνται οι πολίτες. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο, βγαίνει μια «πιλοτική» έκδοση σε ημιλειτουργικό επίπεδο, η συντήρηση της οποίας σταματάει όταν σταματάει και
το πρότζεκτ, με συνέπεια η όποια εγκατάσταση να φθίνει και να εξαφανίζεται σταδιακά. Έτσι με μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βρούμε δημοσιεύσεις σε εφημερίδες για πολλές εκπληκτικές τεχνολογίες που βγήκαν από κάποιο ερευνητικό ίδρυμα και ενσωματώθηκαν σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Θα διαβάσουμε για το τεράστιο κόστος της, θα δούμε χαμογελαστές φωτογραφίες δημάρχων, βουλευτών και καθηγητών, αλλά, αν πάμε να τη χρησιμοποιήσουμε, σίγουρα θα απογοητευτούμε από την προχειρότητα – αν βέβαια εξακολουθεί να υπάρχει. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ερευνητές ξοδεύουν τον χρόνο τους στην τεράστια γραφειοκρατία που απαιτείται ώστε να συντονιστούν δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί, ερευνητικά ιδρύματα από πολλές χώρες με διαφορετικά συστήματα διοίκησης και την έτσι και αλλιώς υπερβολική γραφειοκρατία των Βρυξελλών Στον λίγο ελεύθερο χρόνο που τους απομένει, συνήθως διαμορφώνουν κάποια υπάρχουσα δουλειά στις έτσι και αλλιώς ασαφείς απαιτήσεις του πρότζεκτ. Τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτή η δουλειά δίνεται σε φοιτητές μεταπτυχιακούς και μη. Έτσι οι ερευνητές γίνονται διαχειριστές σκόρπιων εργασιών που προσπαθούν να τις «παραχώσουν» στα παραδοτέα του τάδε πρότζεκτ, γράφοντας μακροσκελείς αναφορές για το πόσο υπέροχη και καινοτόμα είναι η προσέγγισή τους, χρησιμοποιώντας ένα ακαδημαϊκό λεξιλόγιο γεμάτο με ορολογία κενή περιεχομένου.

Είναι σημαντικό να αντιπαραβάλουμε εδώ τις πραγματικές απαιτήσεις που έχει η ελληνική κοινωνία από μια επιστημονική κοινότητα, την οποία άλλωστε αυτή συντηρεί. Από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υλικά και τακτικές εξοικονόμησης ενέργειας διαμορφωμένες στο κλίμα της Ελλάδας, διαχείριση υδάτινων πόρων, διαχείριση καλλιεργειών, κτηνοτροφίας και αλιείας, έρευνα για κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, συστήματα εξυπηρέτησης πολιτών σε απομακρυσμένες κοινότητες, συστήματα για έγκαιρη αντιμετώπιση πυρκαγιών και φυσικών καταστροφών. Εκτός βέβαια από τα κλασικά που χρειάζεται κάθε σύγχρονο κράτος, όπως εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και υγείας. Σε όλα τα παραπάνω παρατηρούμε το οξύμωρο να υπάρχουν πολλά μικρά και μεγάλα ερευνητικά ιδρύματα που να ειδικεύονται σε αυτά, αλλά όταν πρόκειται να δοθούν εκατομμύρια για την αγορά κάποιου συστήματος ή για την υλοποίηση κάποιου έργου, αρχίζει ένα πάρτι από ιδιωτικές εταιρείες που, με τελείως αμφίβολους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, αναλαμβάνουν την έρευνα, τη μελέτη, την εγκατάσταση και την υλοποίηση, παραμερίζοντας τελείως τα ντόπια ερευνητικά ιδρύματα. Αξίζει να εστιάσουμε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στην Ελλάδα υπάρχουν 13 τμήματα ΤΕΙ και ΑΕΙ που ασχολούνται μόνο με την ενέργεια και το περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, τον τελευταίο καιρό είμαστε μάρτυρες ενός χορού δισεκατομμυρίων, όπου ιδιωτικές εταιρείες, μαζί με βουλευτές, επιχειρηματίες και ντόπια συμφέροντα, μάχονται για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων αμφίβολης απόδοσης και τεράστιου περιβαλλοντικού κόστους που κινούνται στα όρια της νομιμότητας (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πάρτι δισεκατομμυρίων που παίζεται στην Κρήτη με τα αιολικά πάρκα: βλ. http://goo.gl/cepAz). Την ίδια ώρα, τα ντόπια ερευνητικά ιδρύματα, εφησυχασμένα με τα ψίχουλα από τα προγράμματα της ΕΕ, αναλώνονται σε άσχετα αντικείμενα, αποκομμένα από τις έστω και μακροπρόθεσμες ανάγκες της κοινωνίας (Τι κάνει άραγε το ΤΕΙ Κρήτης για αυτό; Μα μελετάει την πυρηνική ανάφλεξη με χρήση laser φυσικά! Βλ. http://goo.gl/T8OyI). Θυμίζουν περισσότερο ένα μικρό παιδί που οι μεγάλοι του έχουν δώσει ένα παιχνιδάκι ώστε να απασχολείται την ώρα που αυτοί ασχολούνται με «σοβαρά θέματα».

Στον τομέα της δημόσιας διοίκησης υπάρχουν σαράντα(!) τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ, κάποια από τα οποία μάλιστα ειδικεύονται στην ανάπτυξη λογισμικού και ηλεκτρονικών λύσεων για την υγεία και τη διοίκηση. Επίσης ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας, το ΙΤΕ, έχει ειδικό τμήμα για την υγεία και τις ιατρικές υπηρεσίες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανένα από τα λογισμικά που αναπτύσσουν όλα αυτά τα ιδρύματα δεν έχει χρησιμοποιηθεί από το κράτος. Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι οι εφορίες έχουν το TAXIS και η δημόσια διοίκηση το CAPA – και τα δύο προϊόντα της Ιντρακόμ. Τα νοσοκομεία δεν φημίζονται για τη μηχανοργάνωσή τους, αλλά όπου αυτή υπάρχει θα πρόκειται όλως περιέργως για προϊόντα της Siemens που τρέχουν λογισμικό της Ιντρακόμ. Ένα τελευταίο παράδειγμα είναι τα τμήματα γεωργικής παραγωγής και ανάπτυξης. Έχουμε δέκα τμήματα γεωπονίας, γεωργίας, γεωλογίας και γεωτεχνολογίας. Όλη όμως η αγροτική πολιτική της Ελλάδας κανονίζεται από την ΕΕ και τις Κοινές Αγροτικές Πολιτικές. Αποτέλεσμα; Η παραγωγή μειώνεται, το έλλειμμα εισαγωγών-εξαγωγών των αγροτικών προϊόντων αυξάνεται και πολλοί αγρότες παρατάνε τις καλλιέργειές τους και επιβιώνουν με επιδοτήσεις αμφίβολης διάρκειας (βλ. http://goo.gl/jCRwk). Και αν στην περίπτωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής μιλάμε για «καθαρόαιμη» κρατική γραφειοκρατία, στις υπόλοιπες περιπτώσεις σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανοικτή αγορά», «υγιή ανταγωνισμό» και «έρευνα ορμώμενη από ανάγκες της κοινωνίας η οποία μετατράπηκε σε προϊόν προς όφελος του καταναλωτή». Περισσότερο μιλάμε για ένα συνονθύλευμα από εταιρείες, ΜΜΕ, πολιτικούς και τοπικούς άρχοντες που απλώς... επιδίδονται στο συνηθισμένο φαγοπότι. Το σύστημα επικοινωνίας, η ορολογία και οι αξίες που έχουν αναπτύξει μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν μια νέα μορφή γραφειοκρατίας.

Τεχνολογία έξω και πέρα από τον καπιταλισμό
Αν δεν παρατηρούμε ότι ζούμε σε μια γραφειοκρατική κοινωνία είναι επειδή οι γραφειοκρατικές νόρμες και πρακτικές έχουν εισχωρήσει τόσο πολύ που δεν μπορούμε να τις δούμε ή ακόμα χειρότερα δεν μπορούμε να φανταστούμε τους εαυτούς μας να λειτουργούν διαφορετικά. Όπως και οι ανακαλύψεις νέων μορφών βιομηχανικών αυτοματισμών τον 18ο και 19ο αιώνα είχαν την παράδοξη συνέπεια ότι οδηγούσαν όλο και περισσότερους εργάτες στη βιομηχανική εργασία, έτσι και η πληροφορική και το Ίντερνετ, παρόλο που σχεδιάστηκαν για να μας απαλλάξουν από τις διαχειριστικές εργασίες, μας μετέτρεψαν σε εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης σε διαχειριστικές δουλειές. Όπως οι ερευνητές θεωρούν αναπόφευκτο να αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε διαχείριση αιτήσεων, έτσι και οι νοικοκυρές θεωρούν φυσικό να αφιερώνουν βδομάδες για να συμπληρώνουν αιτήσεις για να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Όλοι μας ξοδεύουμε όλο και περισσότερο χρόνο να εισαγάγουμε κωδικούς για να διαχειριζόμαστε λογαριασμούς πιστωτικών καρτών και να μαθαίνουμε να κάνουμε δουλειές που παλιά γινόταν από μεσίτες, ταξιδιωτικούς πράκτορες και λογιστές.

Σε αυτό το τελευταίο, βαρετό τμήμα του καπιταλισμού, κινούμαστε από ποιητικές τεχνολογίες σε γραφειοκρατικές τεχνολογίες. Ποιητικές τεχνολογίες ονομάζω τη χρήση λογικών και τεχνικών μέσων ώστε να υλοποιούμε τις πιο τρελές φαντασιώσεις μας. Με αυτόν τον ορισμό οι ποιητικές τεχνολογίες είναι τόσο παλιές όσο ο πολιτισμός. Ο Lewis Mumford είπε ότι οι πρώτες σύνθετες μηχανές αποτελούνταν από ανθρώπους. Οι Αιγύπτιοι Φαραώ ήταν ικανοί να χτίζουν πυραμίδες επειδή ήταν ειδικοί στις διαχειριστικές διαδικασίες. Ανέπτυξαν γραμμές παραγωγής, διαιρώντας πολύπλοκες διεργασίες σε απλές λειτουργίες και αναθέτοντας καθεμιά σε μία ομάδα από εργάτες. Η τεχνολογία τους ωστόσο δεν ήταν πιο πολύπλοκη από τον λοστό και τον μοχλό. Η διαχειριστική επόπτευση μετέτρεψε έναν όχλο από γεωργούς σε γρανάζια μιας τεράστιας μηχανής. Πολύ αργότερα, όταν είχαν ανακαλυφθεί τα γρανάζια, οι πολύπλοκες μηχανές εμπεριείχαν στον σχεδιασμό τους τις βασικές αρχές οργάνωσης του ανθρώπινου δυναμικού.

Παρ’ όλα αυτά, έχουμε δει αυτές τις μηχανές να χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση απίστευτων φαντασιώσεων: καθεδρικών ναών, διαστημοπλοίων, διηπειρωτικών σιδηρόδρομων. Σίγουρα αυτές οι ποιητικές τεχνολογίες έκρυβαν κάτι τρομερό μέσα τους. Η ποίηση μπορεί να εμπεριέχει καταχθόνιους σκοπούς ή τη χάρη της απελευθέρωσης. Αλλά η διαχειριστική τεχνική υπηρετούσε ανέκαθεν κάποιο φαντασιακό σκοπό. Υπό αυτήν την έννοια, όλα εκείνα τα τρελά σοβιετικά σχέδια, ακόμα και αν δεν πραγματοποιούνταν ποτέ, σημάδεψαν τη κορύφωση των ποιητικών τεχνολογιών. Αυτό που ζούμε τώρα είναι το αντίθετο. Δεν είναι ότι δεν ενθαρρύνεται ο οραματισμός, η δημιουργικότητα και οι τρελές φαντασιώσεις, αλλά ότι οι περισσότερες μένουν μετέωρες. Δεν υπάρχει καν η πρόφαση ότι μπορούν να υλοποιηθούν. Το μεγαλύτερο και πιο δυνατό έθνος της ιστορίας λέει τις τελευταίες δεκαετίες στους πολίτες του ότι δεν πρέπει πια να στοχάζονται φανταστικά συλλογικά εγχειρήματα, ακόμα και αν η μοίρα της Γης εξαρτάται από αυτά.

Ποιες είναι οι πολιτικές επιπτώσεις των παραπάνω; Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξανασκεφτούμε μερικές από τις βασικές παραδοχές για τη φύση του καπιταλισμού. Μία είναι ότι ο καπιταλισμός ταυτίζεται με την αγορά, άρα και τα δύο είναι εχθρικά στη γραφειοκρατία, η οποία θεωρείται ότι είναι δημιούργημα του κράτους. Η άλλη είναι ότι ο καπιταλισμός από τη φύση του προωθεί την τεχνολογία.
Φαίνεται ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς, μέσα στον ενθουσιασμό τους για τη βιομηχανική επανάσταση των ημερών τους, έκαναν λάθος σε αυτό. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς: είχαν δίκιο όταν επέμεναν ότι η εκμηχάνιση της παραγωγής θα κατέστρεφε τον καπιταλισμό, είχαν όμως άδικο όταν προέβλεπαν ότι ο ανταγωνισμός της αγοράς θα ωθούσε τους εργοστασιάρχες να μηχανοποιήσουν την παραγωγή τους ούτως ή άλλως. Αυτό δεν συνέβη επειδή ο ανταγωνισμός της αγοράς δεν είναι τόσο σημαντικός για τον καπιταλισμό όσο υπέθεταν. Αν μη τι άλλο, η τρέχουσα μορφή του καπιταλισμού, όπου ένα μεγάλο μέρος του ανταγωνισμού φαίνεται να έχει τη μορφή εσωτερικού μάρκετινγκ από ημιμονοπωλιακές επιχειρήσεις θα τους εξέπληττε.

Οι υποστηρικτές του καπιταλισμού διατυπώνουν τρεις γενικούς ιστορικούς ισχυρισμούς: Πρώτον, ότι έχει φέρει ραγδαία επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο. Δεύτερον, ότι όσο πλούτο και αν αποκτήσει μια μειονότητα, το αποτέλεσμα είναι η αύξηση της συνολικής ευημερίας. Τρίτον, ότι αυτό δημιουργεί έναν πιο ασφαλή και δημοκρατικό κόσμο για όλους. Είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός δεν κάνει πλέον τίποτα από τα παραπάνω. Στην πραγματικότητα, πολλοί από τους υποστηρικτές του εγκαταλείπουν την άποψη ότι είναι ένα καλό σύστημα και υποστηρίζουν ότι είναι το μόνο εφικτό ή τουλάχιστον το μόνο εφικτό για μια πολύπλοκη κοινωνία όπως η δική μας. Αλλά πώς κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι υπάρχουσες οικονομικές δομές είναι και οι μόνες που θα είναι για πάντα βιώσιμες σε οποιοδήποτε μελλοντική τεχνολογική κοινωνία; Απόψεις σχετικά με το αναπόφευκτο του καπιταλισμού πρέπει να βασίζονται σε κάποιο είδος τεχνολογικού ντετερμινισμού. Για αυτό τον λόγο,
εάν ο σκοπός του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι να δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο κανένας να μην πιστεύει ότι μπορεί να υπάρχει κάποιο άλλο λειτουργικό οικονομικό σύστημα, τότε πρέπει να καταστείλει όχι μόνο οποιαδήποτε άλλη ιδέα ενός ευτυχισμένου μέλλοντος, αλλά και οποιοδήποτε ριζικά διαφορετικό τεχνολογικό μέλλον. Παρ’όλα αυτά, εδώ υπάρχει μία αντίφαση. Οι υποστηρικτές του καπιταλισμού φαίνεται να μην μπορούν να μας πείσουν ότι οι τεχνολογικές αλλαγές έχουν πάψει, αφού αυτό θα σήμαινε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι προοδευτικός. Όχι, θέλουν να μας πείσουν ότι η τεχνολογική πρόοδος είναι συνεχόμενη, ότι όντως ζούμε σε μια εποχή θαυμαστή, αλλά τα θαύματα παίρνουν τη μορφή μέτριων βελτιώσεων (το τελευταίο iPhone!), φημών για επικείμενες εφευρέσεις (άκουσα ότι σύντομα θα βγάλουν ιπτάμενα αμάξια!), σύνθετων τρόπων να μπερδεύεται η πληροφορία με τη φαντασία, καθώς και ακόμα πιο πολύπλοκες φόρμες για τη συμπλήρωση αιτήσεων.

Δεν θέλω να υπονοήσω ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός (ή οποιοδήποτε άλλο σύστημα) μπορεί να είναι επιτυχημένος από αυτή την άποψη. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα της προσπάθειας να πείσεις τον κόσμο ότι προωθείς την τεχνολογική πρόοδο, ενώ στην πραγματικότητα την καθυστερείς. Οι ΗΠΑ, με τις παρακμάζουσες υποδομές, την παραίτηση μπροστά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και την εγκατάλειψη των επανδρωμένων διαστημικών αποστολών, την ίδια στιγμή που η Κίνα επιταχύνει τις δικές της, δεν τα πηγαίνει και τόσο καλά στον τομέα των δημοσίων σχέσεων. Δεύτερον, ο ρυθμός της αλλαγής δεν μπορεί να αναχαιτίζεται εσαεί. Επαναστατικές ανακαλύψεις θα συμβαίνουν πάντα. Οι άβολες ανακαλύψεις δεν μπορούν να κρύβονται για πάντα. Άλλα, λιγότερο γραφειοκρατικά μέρη του κόσμου ή τουλάχιστον με γραφειοκρατίες όχι τόσο εχθρικές στη δημιουργική σκέψη, σταδιακά αλλά σταθερά θα αποκτήσουν τους απαραίτητους πόρους για να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους. Το Ίντερνετ παρέχει όντως ευκαιρίες για συνεργασίες που μπορούν να σπάσουν τα φράγματα. Πότε θα έρθει η επανάσταση; Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ίσως η τρισδιάστατη εκτύπωση να κάνει αυτό που υποτίθεται ότι θα έκαναν τα εργοστάσια με ρομπότ. Ή ίσως να είναι κάτι άλλο. Αλλά σίγουρα θα συμβεί.

Για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε σίγουροι: ότι αυτό δεν θα συμβεί μέσα στο πλαίσιο του σύγχρονου εταιρικού καπιταλισμού ή οποιασδήποτε άλλης μορφής καπιταλισμού. Για να ξεκινήσουμε να εγκαθιστούμε θόλους στον Άρη, πόσο μάλλον για να αναπτύξουμε τα μέσα για να μάθουμε εάν υπάρχουν εξωγήινοι πολιτισμοί, πρέπει να συλλάβουμε ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα. Είναι άραγε υποχρεωτικό το σύστημα να πάρει τη μορφή μιας νέας μαζικής γραφειοκρατίας; Όχι, η αρχή μπορεί να γίνει μόνο με τη διάλυση των υφιστάμενων γραφειοκρατικών δομών. Αν θέλουμε να εφεύρουμε ρομπότ για να πλένουν τα ρούχα μας, τότε θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι αυτό που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό θα βασίζεται σε μια πολύ πιο ισότιμη κατανομή του πλούτου και της εξουσίας. Μόνο τότε η τεχνολογία θα μπορεί να καθορίζεται από τις ανθρώπινες ανάγκες. Αυτός είναι ο καλύτερος λόγος να απαλλαγούμε από το μακρύ χέρι των γιάπηδων και των διευθυνόντων συμβούλων, να απελευθερώσουμε τις φαντασιώσεις από τις οθόνες στις οποίες αυτοί οι άνθρωποι τις κρατούσαν φυλακισμένες και να αφήσουμε τη φαντασία μας να γίνει ξανά η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ιστορίας.


Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του δοκιμίου του D. Graeber, «Of flying cars and the declining rate of profit» (περ. The Baffler: http://goo.gl/RvbDN). Στο κείμενο έχει προστεθεί η εισαγωγή και ορισμένα στοιχεία σχετικά με την ελληνική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Στο κείμενο δεν γίνεται καμία αναφορά στην οικονομική κρίση, διότι είναι σημαντικό να παρουσιαστούν κάποια πράγματα πέρα από τον παραμορφωτικό πολλές φορές χαρακτήρα της. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ακόμα και σε οικονομικά περιβάλλοντα που δεν μαστίζονται από ύφεση και «κρίση», ο πραγματικός χαρακτήρας του καπιταλισμού είναι πολύ διαφορετικός από τον προοδευτικό και φιλέρευνο που θέλουν να μας παρουσιάσουν. – Κ.Μ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου