Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Μπάμπης Μπαλτάς: Για ένα σχολείο της κοινότητας (Το παράδειγμα του 35ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας)


Τα ζητήματα των σχέσεων της αρχιτεκτονικής με την παιδαγωγική έχουν την ιστορικότητά τους, καθώς ανανεώνονται και τοποθετούνται εκ νέου κάθε φορά από τα δρώντα υποκείμενα. Η μετάβαση από το σχολείο στην κοινότητα αφορά αρχιτεκτονικούς σχεδιασμούς του χώρου και συνδέεται με τη λεγόμενη αποσχολειοποίηση [1]. Καθώς η σχολική κοινότητα τίθεται ως υπό διεύρυνση, δεν συνδέεται μόνο με ένα κτίριο, αλλά δίνει έμφαση στις δυνατότητες κίνησης και σε μια διαδικασία ώσμωσης με τα κοινωνικά κινήματα. Η προβληματική μας εδώ αφορά, ακριβώς, το πέρασμα στο κοινοτικό σχολείο.

Αν θεωρήσουμε ότι, στην παιδαγωγική του μεταμοντέρνου σχεδιασμού του χώρου αλλά και του χρόνου της μετανεωτερικότητας, το σχολείο είναι αποκεντρωμένο, τότε η σχολική κοινότητα γίνεται μια «νήσος» από κτίρια που διευρύνουν τα όρια του σχολείου, έχει θέση παράλληλης κοινωνίας και διέπεται από την πολιτοφροσύνη, εκείνη την πολιτική αντίληψη για τους θεσμούς που τους θέλει να διαφοροποιούνται από το κράτος και το κεφάλαιο. Στόχοι των δικτύων που παράγονται είναι το κοινωνικό κεφάλαιο, η αναγνώριση των ταυτοτήτων και των ετεροτήτων, η κατασκευή της (έμφυλης) υποκειμενικότητας, η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην υποκειμενικότητα και μια σειρά από αντικαπιταλιστικές πρακτικές που συσχετίζουν εκ νέου τον ριζοσπαστικό υλισμό του χώρου με τις διανοητικές συνθήκες παραγωγής του λόγου. Η κρίση, τόσο η ελληνική όσο και η κρίση της νεωτερικότητας και του παγκόσμιου καπιταλισμού, που οδηγεί στο κλείσιμο σχολείων, τη σχολική αποτυχία και τον αναλφαβητισμό, οριοθετεί αποφασιστικά τις έννοιες της προβληματικής μας.


Η κοινότητα ως έδαφος, με όλους τους λανθάνοντες όρους και τις αντινομίες μεταξύ κοινότητας και κοινωνίας, είναι μια έννοια που παράγει υλικότητες, χώρο, ηθική, πρακτικές νοηματοδότησης, αλληλεγγύη, αντι-θεσμούς, ταυτότητες και σύνορα υπό διαπραγμάτευση, ενώ μπορεί να αποκτά και θεραπευτικό περιεχόμενο,[2] όταν η χρήση της αποβλέπει στη δημιουργία σχέσεων που αίρουν τις σύγχρονες μορφές αποξένωσης. Η διαμάχη κοινοτισμού και φιλελευθερισμού στην πολιτική φιλοσοφία έφερε στην επιφάνεια τα αδιέξοδα του φιλελευθερισμού, χωρίς ωστόσο να κάνει τον κοινοτισμό αυτόματα υπερασπίσιμο. Η σύγχρονη κριτική συζήτηση για μια κοινότητα χωρίς ταυτότητα και αναγνώριση από το κράτος, μια κοινότητα ενάντια στο κράτος (κατά Agamben),[3] μας φέρνει πιο κοντά στο επίκεντρό μας.

Η συγκεκριμενοποίηση αυτής της προβληματικής στη γειτονιά των Εξαρχείων μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι μια μορφή οριοθέτησης ενός πριν και ενός μετά την εξέγερση αναφορικά με τα τεκταινόμενα στη γειτονιά. Οι επιπτώσεις της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 στα κτίρια διοίκησης, πολιτισμού και εκπαίδευσης, καθώς και στις πολιτικές αντιλήψεις του χώρου, ορίζουν εκ νέου το περιεχόμενο τόσο των θεσμικών κτιρίων όσο και των συλλογικών πρακτικών. Με την εκτροπή της λειτουργίας τους λόγω της εξέγερσης, με τις κινηματικές αποφάσεις που πάρθηκαν τότε, τα δρώντα υποκείμενα μπόρεσαν να εγκαθιδρύσουν νέες λειτουργίες και μια διαφορετική διαχείριση του χώρου, και να αναπτύξουν δεσμούς επικοινωνίας και συνεργασίας. Έτσι ο χώρος γίνεται πλέον οικειοποιήσιμος και αλλάζουν τα πρωτόκολλα χρήσης: μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ξεπέρασμα του θετικιστικού και τεχνοκρατικού λειτουργισμού. Αυτό που χαρακτηρίζει την περίοδο μετά τον Δεκέμβρη του 2008 είναι οι μορφές εδαφικής επανοικειοποίησης κτιστών και άκτιστων χώρων, με αντιιεραρχικές δομές στη λήψη αποφάσεων και τη συνάντηση πολλών και διαφορετικών υποκειμενικοτήτων που αποβλέπουν στην κοινωνική απελευθέρωση.

Μια περίπτωση εκτροπής των σημασιών και των πρωτοκόλλων χρήσης μετά την εξέγερση του 2008 είναι και το 35ο Δημοτικό Σχολείο των Εξαρχείων, όπου τέθηκε μεθοδικά ως πρόταγμα το άνοιγμα του σχολείου στη κοινότητα μέσα από διαδρομές αποσχολειοποίησης. Από αρχιτεκτονικής άποψης, πρόκειται για ένα κτίριο του Νικολάου Μητσάκη, ένα μεσοπολεμικό κτίριο-σύμβολο του μοντερνισμού και μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης με όλα τα χαρακτηριστικά της γενιάς του ’30.[4] Οι παιδαγωγικές προσεγγίσεις της αρχιτεκτονικής του κτιρίου μέχρι σήμερα αφορούσαν μόνο το κτίριο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (φως, διάλογος δομημένων και ημιυπαίθριων χώρων, κατάργηση της αυθεντίας της έδρας του δασκάλου μέσα από τα μεγάλα παράθυρα, αύλειοι χώροι στον 1ο όροφο, νησιώτικη αισθητική σε μία από τις δύο εισόδους του σχολείου, η οποία συνδυάζει το μοντέρνο με το τοπικό, λειτουργικότητα και αειφορία). Εδώ θα μας απασχολήσουν οι νέες αντιλήψεις για τον μετασχηματισμό του χώρου και τις δυνατότητες οικειοποίησής του.

Ο μετασχηματισμός της παιδαγωγικής πράξης σε νέους μεταμοντέρνους αρχιτεκτονικούς σχεδιασμούς αφορά την επέκταση των ορίων της σχολικής κοινότητας και την υιοθέτηση συμπληρωματικών χώρων έξω από το σχολείο.[5] Αυτή η μετάβαση από το σχολείο στην κοινότητα μπορεί να κατασκευαστεί ως μια μετάβαση από την παιδική ηλικία στην υποκειμενικότητα και μια εγγραφή στη δημόσια σφαίρα [6] που συσχετίζει τη δράση με τη γραφή, τον αλφαβητισμό με τα συναισθήματα και τη δημοσιογραφία με τα κείμενα διαμαρτυρίας, με την τέχνη και την πρόληψη. Ο χρόνος και η δυτική εκδοχή του ως «καθημερινότητας», με όλα τα συναισθήματα που προϋποθέτει, είναι η συμπληρωματική εκδοχή του χώρου, καθώς η κυβερνητικής τάξης διάσπαση του χώρου και του χρόνου δομείται συγχρόνως με κινήσεις επανεδαφικοποίησης και με την παραγωγή ενός νομαδικού υποκειμένου (Deleuze-Guattari).

Γράφει ο Lefebvre: «δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων αν δεν λάβουμε υπόψη αυτά τα τρία στοιχεία: την καθημερινότητα, το αστικό, δηλαδή την οργάνωση της πόλης, και τελικά την παραγωγή του χώρου γενικά, που άλλωστε περικλείει αυτές τις δύο αλληλοσυμπληρωματικές πλευρές, την καθημερινότητα και το αστικό. Αν δεν μετασχηματίσουμε τον χώρο, αν διατηρήσουμε τη χωρική μορφολογία του καπιταλισμού, είμαστε καταδικασμένοι να διατηρήσουμε ή να αποκαταστήσουμε τις παραγωγικές σχέσεις».[7] Για τον Lefebvre, οι χώροι είναι εκρηκτικοί, και αυτό αφορά και τα σχολεία: «αν θελήσουμε να σκεφτούμε συγκεκριμένα έναν μετασχηματισμό της κοινωνίας, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όχι σημειακές πραγματικότητες και ενέργειες, αλλά σφαιρικά σύνολα. Πρέπει να ξέρουμε τι θα κάνουμε μ’ αυτούς τους χώρους που έχουν εκραγεί. Μήπως θα συνεχιστεί η έκρηξη προς μια νέα σύλληψη του χώρου, προς μια νέα σύμβαση των εμπειριών του χώρου, του αρχιτεκτονικού επιπέδου, του πολεοδομικού επιπέδου και του σφαιρικού επιπέδου;»[8]
Είναι προφανές ότι αδιέξοδα που αφορούν την εκπαιδευτική διαδικασία, όταν μεταφράζονται σε καταλήψεις, απουσίες ή ανυπακοή στις μεταβιβαστικές σχέσεις που προκύπτουν από τη σχέση του μαθητή με τον δάσκαλο, αφορούν την έννοια του χώρου. Όπως γράφει ο Σταύρος Σταυρίδης, «μπορούμε να θεωρήσουμε τις ετεροτοπίες όχι τόπους της ετερότητας αλλά περάσματα προς την ετερότητα».[9] Και τέτοιες είναι, μεταξύ άλλων, αυτές που αναδύθηκαν μετά τον Δεκέμβρη του 2008, όπως το Πάρκο Ναυαρίνου, το Πάρκο Κύπρου και Πατησίων ή οι εφήμερες καταλήψεις δημόσιων κτιρίων. Το ριζοσπαστικό αίτημα είναι να μετατραπεί ο χώρος από ανταλλακτική αξία σε αξία χρήσης, με την τελευταία να εννοείται ως η ίδια η ζωή και ο χρόνος της πόλης.[10] Έτσι, εξεγέρσεις, κοινωνικά κινήματα, νέες υποκειμενικότητες, θεσμικά κτίρια και μετασχηματισμοί των ροών θέτουν νέα ζητήματα διεύρυνσης της σχολικής κοινότητας έξω από τα όρια του σχολείου.


Τα ζητήματα του χώρου προεκτείνονται σε ζητήματα που αφορούν την κοινότητα, αλλά συσχετίζονται και με τα δικαιώματα, ιδιαίτερα αυτά της παιδικής ηλικίας. Αν μέχρι σήμερα κινούμαστε εντός ενός διαλόγου που χωρίζει τα δικαιώματα σε αυτά της προστασίας και εκείνα της ελευθερίας, το δικαίωμα του χώρου[11] είναι μια επέκταση των τελευταίων, χωρίς όμως να μνημονεύεται ρητά. Η οικειοποίηση του χώρου από την παιδική ηλικία είναι αίτημα της Κριτικής Παιδαγωγικής. Η εφαρμογή της στην ελληνική κοινωνία θα σήμαινε, για την προβληματική που εκτίθεται εδώ, μια συσχέτιση του χώρου με τη γενιά του ’30 και της παιδαγωγικής με τον ελληνικό μοντερνισμό του μεσοπολέμου, καθώς το 35ο Δημοτικό Σχολείο είναι ένα από τα πολλά που χτίστηκαν τη δεκαετία του ’30 με αρχιτεκτονικές αξιώσεις για μια διαφορετική παιδαγωγική. Το μοντέρνο στη συλλογική συνείδηση της κριτικής αλλά και της δημοσιογραφίας είναι «συχνά συνώνυμο με τη μίμηση των ξένων συρμών, την εγκατάλειψη των ελληνικών συμφραζόμενων, την άμορφη και ασυνάρτητη ανάπτυξη και τον ερμητισμό ή την απουσία έλλογου νοήματος».[12] Οι στίχοι του Νίκου Καββαδία για τον αρχιτεκτονικό χαρακτηρισμό της πλώρης, των «σπιτιών» των γυναικών και των σχολείων δείχνουν μια έλλειψη κίνησης, άνεσης και χαράς. Τα σχολεία της γενιάς του ’30, παρά τη διεθνή προβολή τους, έχουν την αναφορά τους σε αυτή την έλλειψη, «στην τάξη ως ιδεολογική και εκπαιδευτική οντότητα»,[13] και συνδυάζουν με αντιφατικό τρόπο τη Νέα Αγωγή με τις δασκαλοκεντρικές μεθόδους διδασκαλίας.

Να πώς αντιμετώπιζε τις προκλήσεις του έργου του ο ίδιος ο αρχιτέκτονας Ν. Μητσάκης:  
Απ’ αρχής του έργου μου απέβλεπα εις την σύνθεσιν. Η εν διαρκή συναρτήσει και αλληλοπαθήσει τωνδιαφόρων στοιχείων δομικών (υλικά, τρόποι κατασκευής), τοπικών συνθηκών (κλίμα, μορφή εδάφους, ρυμοτομία, προσανατολισμός), όρων (πρόγραμμα), αναγκών, επιστημονικών κατακτήσεων, αισθητικών απαιτήσεων (διευθέτησις, διάταξις, ισορροπία μαζών, αναλογία, αρμονία), προσπάθεια δημιουργίας μιας αδιαίρετου ενότητας, εύρισκα ότι μ’ πλησίαζε διαρκώς όχι μόνον προς τελειότερα πλαστικήν έκφρασιν αλλά και από της πλευράς της εξυπηρετήσεως των αναγκών προς την καλύτερον δυνατή λύσιν […]. Μου εκίνησαν ευθύς εξ αρχής μια ενδόμυχον αντίδρασιν προς την μιμικήν και ανεξέλεγκτον επανάληψιν των –καλών ή κακών– αρχιτεκτονικών μορφών της Δύσεως. Τα μνημεία του τόπου, τα Αρχαία, τα Βυζαντινά, τα Λαϊκά και ακόμη τα παραδείγματα μερικών ειλικρινών αναζητήσεων Ελλήνων και Ξένων που πρόσεξαν την Ελλάδα, μ’ έφεραν να δώσω απ’ αρχής εις τας κτιριολογικάς μου λύσεις μορφάς της παραδόσεως […] έφτασα να πραγματοποιήσω ορισμένα έργα, όπως το Διδακτήριο της οδού Κωλέττη, του Κολωνού, το Διδασκαλείον Μυτιλήνης, εις τα οποία τρόποι κατασκευής και διάφοροι συνθέσεις αυτών, λειτουργία και νέοι τύποι διαιρέσεως (ανοιχτοί εξώσται κυκλοφορίας αντί εσωτερικών διαδρόμων κ.λπ.), ειδικαί συνθήκαι, ανάγκαι, ψυχικαί, πνευματικαί και αισθητικαί απαιτήσεις κάνουν να πηγάζει μια μορφή πραγματικά ζωντανή που αντιμετωπίζει εις την ουσίαν του το πρόβλημα της νέας Αρχιτεκτονικής μας.[14]


Ωστόσο, οι προγραμματικές αρχές αυτών των κτιρίων συνδέονταν με την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών, μέχρι σημείου να χαρακτηριστούν κτίρια αριστερής αρχιτεκτονικής.[15] Από το ένα κτίριο στα πολλά: ιδού το θέμα μας. Η μετάβαση στην κοινότητα θέτει στο προσκήνιο την παιδαγωγική διάσταση των κοινωνικών κινημάτων και των δημόσιων χώρων, σχετίζει τους θεσμούς με την ένταση των σχέσεων κεφαλαίου και κράτους, δημιουργώντας νησίδες, προσωρινές ζώνες, ροές, δίκτυα, νομαδικά υποκείμενα, οριζοντιότητες και υλικές μετασχηματιστικές πρακτικές για μια νέα σχέση του χρόνου με τους χώρους. Το ζητούμενο για το 35ο Δημοτικό Σχολείο είναι η έξοδος στην κοινότητα, η δυναμική των ομάδων, η ισότητα, οι τόποι της εν δυνάμει ισότητας, η αντιπαλότητα δημόσιου και ιδιωτικού, η δυνατότητα για εξατομίκευση και υποκειμενοποίηση, καθώς και η συγκρότηση παράλληλων κοινωνιών (ή κοινοτήτων) που θα αναπαράγουν καταφατικά στο εσωτερικό τους τρόπους ζωής, όντας συνάμα σε εγρήγορση για να διαφυλάξουν τα όριά τους. Μέρος της αντιπαλότητας είναι η αντιστροφή των υπαρκτών έμφυλων δίπολων (κατοικία/δημόσιος χώρος, βλέπειν/βλέπεσθαι, κατανάλωση/ πολιτική) τα οποία παράγουν εκ νέου, δεν αναπαράγουν απλώς ούτε τίθενται πριν από τη δόμηση του χώρου και τις χωρικές πρακτικές. Οι περιβαλλοντικές προεκτάσεις του θέματος αφορούν τον ριζοσπαστικό υλισμό της παιδαγωγικής της υποκειμενικότητας.[16]
Για το σχολείο, αυτό θα σήμαινε ένα νέο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό έξω από τα σύνορα του ενός κτιρίου. Η πρακτική αυτή δοκιμάστηκε την περίοδο 2009-2011 και δημιούργησε μια φανταστική ετεροτοπία: το σχολείο της οδού Κωλέττη στο μέλλον δεν θα είναι ένα κτίριο, αλλά μια «νήσος» από αποκεντρωμένα κτίρια, με βοηθητικά κτίρια ολόγυρα, με ήπιες διαδρομές, αειφόρο λειτουργία και ένα βιωματικό εργαστήρι κοινωνικών και φυσικών επιστημών – μια κοινότητα δηλαδή. Το ένα κτίριο μπορεί να είναι το Πολυτεχνείο, το άλλο το Κέντρο Πρόληψης, η Μπλε Πολυκατοικία, το σπίτι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, το Θέατρο Εξαρχείων ή το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Η «νήσος» θα έχει επίσης άκτιστους χώρους: την πλατεία Εξαρχείων, το Πάρκο Ναυαρίνου και το Πεδίο του Άρεως. Και πώς μπορούμε να φανταστούμε αυτή την αρχιτεκτονική «νήσο» στο χωρίς ακτή πέλαγος της νεωτερικότητας, όπως θα έλεγε και ο Adorno; Σ’ αυτή τη «νήσο» θα μεγαλώνουν παιδιά με ποδήλατα σαν σε παράλληλη κοινωνία, με την οικονομία της αγοράς ως αντίπαλο. Τα παιδιά θα ποδηλατούν στην πεζοδρομημένη διαδρομή ως το Πεδίο του Άρεως, όπου θα μελετούν τα πουλιά μαθαίνοντας για την ελευθερία. Στο δίλημμα μεταξύ ελευθερίας ή ευτυχίας, η επιλογή της κοινότητας είναι η ευτυχία.

Ερχόμαστε όμως αντιμέτωποι με τις πολιτισμικές κατασκευές του «βρώμικου» και του καθαρού, αντανακλάσεις της επιζητούμενης τάξης και συγχρόνως μορφές ενός πολέμου για την αλλαγή της πόλης. Αυτό που βλέπουμε μέσα από την ενεργητική ματιά μας σε προειλημμένες κατηγορίες και σχήματα είναι άνθρωποι, κατασκευές, ελλείψεις του πραγματικού και «άσκοπες» για εμάς εμπειρίες κοινωνικότητας και συνεύρεσης των ανθρώπων, που παίρνουν τη μορφή του «βρώμικου» για το οποίο επιζητούμε την εξαφάνισή του. Ακόμα και σ’ αυτή τη νήσο με τα κτίρια, τα παιδιά στις διαδρομές τους θα ήταν εκτεθειμένα στο «βρώμικο», στην παρουσία ανθρώπων εξαρτημένων, που συγκεντρώνουν πάνω τους την αυτοκαταστροφή, την αρρώστια, την έλλειψη φροντίδας του εαυτού. Ακούμε τον Bauman:
Η επιδίωξη της καθαρότητας στη νεωτερικότητα εκφραζόταν καθημερινά με τιμωρητικές ενέργειες ενάντια σε επικίνδυνες ομάδες ανθρώπων. Η επιδίωξη της καθαρότητας στη μετανεωτερικότητα εκφράζεται καθημερινά με τιμωρητικές ενέργειες ενάντια σε κατοίκους κακόφημων δρόμων και αστικών δρόμων με απαγορευμένη κυκλοφορία, καθώς και ενάντια σε πλάνητες και χασομέρηδες. Και στις δυο περιπτώσεις, η «ακαθαρσία» που πάνω της εστιάζεται η τιμωρητική ενέργεια είναι η ακρότητα εκείνης της μορφής που υπό κανονικές συνθήκες προβάλλεται ως καθαρή, το τέντωμα δηλαδή στα άκρα αυτού που θα έπρεπε να παραμείνει σε κάποια όρια αλλά που δεν τα κατάφερε. Με άλλα λόγια, είναι το απόρριμμα, η μετάλλαξη ενός προϊόντος, η οποία το κάνει να κρίνεται ακατάλληλο κατά τον έλεγχο.[17]
Εδώ εδράζεται η διαρκής παρουσία της αστυνομίας, αυτής της σύγχρονης συνέχειας της πολιτικής με άλλα μέσα, κατά Rancière. Η σχολική κοινότητα μ’ αυτή την έννοια είναι μέρος της αναπαράστασης και συγχρόνως εργάζεται για νέες μορφές αναπαραστατικότητας, για μια εικονοκλασία των τωρινών εικόνων: το αίτημα της λύτρωσης είναι η παρουσία του παρελθόντος στο παρόν.

Το μεταπολιτευτικό αίτημα για ένα αρχιτεκτονικά και παιδαγωγικά ανοιχτό σχολείο διατυπώθηκε στο 1ο συνέδριο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (26-29.5.1983), με τις εισηγήσεις της Ιωάννας Παναγιωτοπούλου, της Κυριακής Τσουκαλά, της Ειρήνης Τάτση και του Γιώργου Πατσιλινάκου. Δικές τους ήταν οι πιο ριζοσπαστικές απόψεις που κατατέθηκαν για ένα διαφορετικό σχολείο, το οποίο όμως παραμένει ουτοπία.[18] Οι προσπάθειες επαναλήφθηκαν το 2004, με διευθυντή του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων τον Μανόλη Μπαλτά, αλλά δεν τελεσφόρησαν. Το αίτημα για ένα σχολείο χωρίς κάγκελα, ανοιχτό όλη την ημέρα, δημόσιο με όρους ισότητας και ελευθερίας, που θα υλοποιεί παιδαγωγικούς σκοπούς εκτός του ενός και μοναδικού κτιρίου και θα εγγράφει διαδρομές οι οποίες θα παράγουν ενεργή κριτική τόσο στον φιλελεύθερο θεσμό της οικογένειας όσο και στην παθολογική δομή του σχολείου, παραμένει μια μνήμη προς λύτρωση. Για το μέλλον, μια ριζοσπαστική αρχιτεκτονική, στη σχέση της με την παιδαγωγική, θα κληθεί να αντικαταστήσει τις αφηγήσεις των παιδιών για το σχολείο ως φυλακή με αντιλήψεις για ένα κοινοτικό σχολείο, ένα σχολείο με μετατοπισμένα όρια. Έτσι περίπου εικονίζεται η (ανα)παραγωγή ενός πολιτικού μέλλοντος της εργατικής (αντ)εξουσίας, που θα συνοδεύεται από ριζικούς μετασχηματισμούς του υπάρχοντος σχολείου-φυλακής: μια πρόταση που απαντά στην κρίση κρίνοντας και κρινόμενη.






1. Η αποσχολειοποίηση (deschooling) είναι διαφορετική έννοια από την κατ’ οίκον εκπαίδευση (homeschooling), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συγχέονται. Η υπεράσπιση της αποσχολειοποίησης είναι υπεράσπιση ενός αποκλειστικά δημόσιου σχολείου, ενώ η κατ’ οίκον εκπαίδευση είναι αστικοφιλελεύθερης έμπνευσης και προϋποθέτει την οικογένεια και την υπεράσπισή της. Αντίθετα, η αποσχολειοποίηση στέκεται κριτικά απέναντι στο σχολείο, την οικογένεια και τις σύγχρονες παθολογίες τους. Στόχος της είναι η εύρεση του κοινοτικού σχολείου, ενώ οι αρχιτεκτονικές μορφές της έχουν την αναφορά τους στον αρχιτέκτονα Giancarlo De Carlo. Βλ. Κυριακή Τσουκαλά, Τάσεις στη σχολική Αρχιτεκτονική. Από την παιδοκεντρική λειτουργικότητα στη μεταμοντέρνα προσέγγιση, Επίκεντρο, Αθήνα 2010, σ. 142. Για μια αναρχική αντίληψη της κατ’ οίκον εκπαίδευσης, η οποία αριθμεί σήμερα δύο εκατομμύρια μαθητές στις Η.Π.Α. και μισό εκατομμύριο στη Γαλλία, βλ. Πατ Μοντγκόμερυ, «Εκπαίδευση στο σπίτι: Ένα πολυπρόσωπο φαινόμενο», μτφρ. Α. Κακογιαννάκη, περ. Στο Νησί της Αλφαβήτου, τχ. 4, καλοκαίρι 1998, σ. 21-30.

2. Παράδειγμα, οι θεραπευτικές κοινότητες για τους χρήστες ουσιών· βλ. Ε. Ανδριάκαινα, Παίζοντας με τα όρια: Θεραπευτικές κοινότητες και χρήστες ναρκωτικών, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005, σ. 138-155.


3. Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, μτφρ. Θ. Ζαρταλούδης, Ίνδικτος, Αθήνα 2007. Για μια κριτική στον Agamben, βλ. Richard J. F. Day, Το τέλος της ηγεμονίας. Αναρχικές τάσεις στα Νεότατα Κοινωνικά Κινήματα, μτφρ. Π. Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2008, σ. 229-235.


4. Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, «Η αρχιτεκτονική του μεσοπολέμου μέσα από τις σελίδες των Τεχνικών Χρονικών», στο Επιστημονικό Συμπόσιο της Σχολής Μωραΐτη Ο περιοδικός Τύπος στον μεσοπόλεμο, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 26-27.3.1999, Αθήνα 2001, σ. 163-180.

5. Κυριακή Τσουκαλά, Τάσεις στη σχολική Αρχιτεκτονική, ό. π., σ. 154-161.


6. Χαράλαμπος Μπαλτάς, «Εγγραμματισμός, πολιτειότητα και δημόσια σφαίρα: Το παράδειγμα του σχολικού εντύπου Οι φιλίες των παιδιών (2008-2011)», περ. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 165, Ιούνιος-Αύγουστος 2011, σ. 27-55. Η παιδαγωγική του Célestin Freinet είναι αυτή που ταιριάζει στην προβληματική μας, αν και ο Freinet, όπως φαίνεται στην ταινία του Ζαν-Πωλ Σανουά Σκασιαρχείο (1949), δυσκολεύτηκε πολύ να δημιουργήσει γέφυρες μεταξύ σχολείου και κοινότητας. Βλ. Σελεστέν Φρενέ, Το σχολείο του λαού, μτφρ. Κ. Δεναξά-Βενιεράτου, πρόλογος Ελίζ Φρενέ, Οδυσσέας, Αθήνα 1977.


7. Ανρί Λεφέβρ, Μηδενισμός και αμφισβήτηση, μτφρ. Λ. Τρουλινού, Ύψιλον, Αθήνα 1990, σ. 114.


8. Ό. π., σ. 115.

9. Σταύρος Σταυρίδης, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 223 και 225-232.

10. Henry Lefebvre, Δικαίωμα στην πόλη: Χώρος και πολιτική, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης και Κ. Λωράν, Παπαζήσης, Αθήνα 1977, σ. 43.

11. David Harvey, «Το δικαίωμα στην πόλη», περ. Κομπρεσέρ, τχ. 1, Ιανουάριος 2011, σ. 8-22.


12. Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο: Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του ’30, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 187.

13. Κυριακή Τσουκαλά, Τάσεις στη σχολική Αρχιτεκτονική, ό. π., σ. 61.

14. Νικόλαος Μητσάκης, «Υπόμνημα Σπουδών και Έργων, κεφ. Α΄: Εισαγωγή μετά αναλύσεως ορισμένων έργων» (1935-36), στο Χρήστος Πανουσάκη, Νικόλαος Μητσάκης: 1899-1941, Μουσείο Μπενάκη, Κέντρο Τεκμηρίωσης Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1999, σ. 3-5.


15. Δημήτρης Φιλιππίδης, «Το πρόσωπο και το είδωλο. Η αριστερή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», περ. Διαλεκτική, τχ. 4, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1990, σ. 20.


16. Για μια εφαρμογή αυτών των αντιλήψεων στο 36ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Λόφος του Στρέφη-Εξάρχεια), βλ. Ίριδα Τσεβρένη, Μεγαλώνοντας στην Αθήνα. Ένα πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης για τη συμμετοχή των παιδιών στη διαμόρφωση του περιβάλλοντός τους, Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Λάτση, Αθήνα 2008, σ. 9-18.
 

17. Zygmunt Bauman, Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, μτφρ. Γ.-Ι. Μπαμπασάκης, Ψυχογιός, Αθήνα 2002, σ. 43.

18. Βλ. Ι. Παναγιωτοπούλου, «Το σύγχρονο διδακτήριο. Νέες τάσεις στη διαμόρφωση του Δημοτικού Σχολείου», στο 1ο
Πανελλήνιο Εκπαιδευτικό Συνέδριο (Δ.Ο.Ε): Δημοκρατική Παιδεία,
Αθήνα 1985, σ. 172-184.




περ. λεύγα, τ.8 (Σεπτ 2012), 55-60

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Όλγα Τουλούμη: Μια απάντηση

[Με αφορμή το κείμενο του Ν. Τσιβίκη, «Βυζάκια μέσα: Παράλιες σκέψεις πάνω στη μερική απόκρυψη του ανθρωπίνου σώματος» στο προηγούμενο τεύχος της Λεύγας (Καλοκαίρι 2012), λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη απάντηση.]


Το να σταθείς στον κόσμο ως γυναίκα είναι εξίσου ανυπόφορα δύσκολο και επίπονο, και ως επί το πλείστον μοναχικό. Ανυπόφορα μοναχικό, ιδίως όταν προσπαθείς να εξηγήσεις τα αυτονόητα σε ένα συλλογικό «εμείς» στο οποίο, υποθετικά μιλώντας, βρίσκεις μια κοινή πολιτική βάση. Ας πούμε όμως αυτά που δύσκολα λέγονται ή τουλάχιστον ας ανοίξουμε αυτή τη ρημάδα τη συζήτηση που η αριστερά έχει βάλει στην άκρη (ναι, τολμώ να κάνω αυτή τη γενίκευση).

Στο προηγούμενο τεύχος ο σύντροφος Νίκος Τσιβίκης αποφάσισε να ανοίξει πόλεμο στη θεσμική οπτική πάνω στο γυναικείο σώμα, και δη στην ίδια την πράξη της θεσμοποίησής του. Και ενώ ο σύντροφος Τσιβίκης έβαζε σε δράση το θεωρητικό οπλοστάσιο του Φουκώ για να μας μιλήσει για την επιστράτευση της ιατρικής επιστήμης στην ενοχοποίηση του πραγματικού στήθους των πραγματικών γυναικών, ο/η υπεύθυνος/η (πάλι δεύτερο αυτό το ρημάδι το φύλο) επί των γραφικών θεώρησε δόκιμο να μας εικονοποιήσει αυτήν την «πραγματική γυναίκα» με μια φωτογραφία μοντέλας, με έναν τεράστιο σταυρό ανάμεσα στα νεανικά της στήθια, η οποία και ατενίζει κάπου αλλού, γιατί φυσικά χρειάζεται αρχίδια για να κοιτάξεις την κάμερα. Κυριολεκτώ.

Η στιγμή που η «πραγματική γυναίκα» της φωτογραφίας συναντάει την «πραγματική γυναίκα» του κειμένου είναι μια στιγμή αποκαλυπτική. Είναι μια στιγμή που ο λόγος του προοδευτικού αριστερού βρίσκει σε απόλυτη σύμπτωση την οπτική του νεοφιλελεύθερου συντηρητικού. Και είναι πρόβλημα για μια αριστερά που θεωρεί τον εαυτό της προοδευτική δύναμη στην κοινωνία, να είναι η γυναίκα που φαντασιώνεται ο νεοφιλελεύθερος συντηρητικός η «πραγματική γυναίκα». Νέα, ξανθιά, αδύνατη, με δυο βυζάκια χάρμα οφθαλμών, ενάντια στους νόμους της βαρύτητας και χωρίς δείγμα τριχούλας γύρω από τη θηλή, να κοιτάν απευθείας την κάμερα, γιατί ναι, αυτά τα βυζάκια μπορούν να κοιτάξουν, η ίδια η γυναίκα όχι.

Ζήτημα λοιπόν είναι να προβληματικοποιήσουμε επιτέλους την εικόνα αυτής της «πραγματικής γυναίκας» απέναντι στην οποία στηνόμαστε καθημερινά όλες εμείς οι υπόλοιπες που ελπίζουμε κάποια στιγμή να γίνουμε γυναίκες και να γλυτώσουμε από την άλλη, την «πραγματική», που μας έχει φορεθεί από το κεφάλαιο, τις επιστήμες (ανθρωπογνωστικές και μη), τις οικογένειές μας και τους συντρόφους μας, ερωτικούς και πολιτικούς. Ζήτημα είναι να προβληματικοποιήσουμε την πράξη αυτής της επιλογής που θέλει την πραγματική γυναίκα νέα, ωραία και ηδυπαθή.

Φυσικά η συγκεκριμένη φωτογραφία αποτελεί μόνο το επιφαινόμενο μιας αδυναμίας της αριστεράς να ανοίξει τη συζήτηση πάνω στη δευτερότητα του φύλου και στη δευτερότητα του ζητήματος αυτής της δευτερότητας. Γιατί η μοντελοποίηση της αισθητικής, για την οποία μας μίλησε ο σύντροφος Τσιβίκης, δεν γίνεται μόνο στις σελίδες των περιοδικών, αλλά και στις ιστοσελίδες των «αριστερών», και ακόμα χειρότερα κάτι καλοκαιρινές Παρασκευές και Σάββατα βράδια, που τ’ άγιο τσιπουράκι κάνει τη δουλειά του, το γυναίκειο ζήτημα ονομάζεται πολιτική ορθότητα και δευτερεύον, και καταλήγει εύκολα και απλά στην παραμεθόριο της πολιτικής μας πράξης. Και φυσικά εξαιτίας της έλλειψης αυτής της συζήτησης αλλά και πρακτικής από τις στιβαρές αγκάλες της αριστεράς, ο σύντροφος Τσιβίκης φτάνει στο συμπέρασμα ότι είναι βήμα προς τα πίσω να προστατεύουν οι γυναίκες τα στήθια τους από τις υπεριώδεις ακτίνες.

Δεν είναι βήμα προς τα πίσω, σύντροφε Τσιβίκη και κάθε σύντροφε Τσιβίκη, να χρηματοδοτείται ιατρική έρευνα πάνω στο γυναικείο σώμα. Είναι στην πραγματικότητα πρόοδος, γιατί μέχρι πρότινος το γυναικείο σώμα θεωρούνταν αναλώσιμη ύλη από τον καπιταλισμό. Αν ψάξουμε λίγο την ιστορία του κυρίου Παπανικολάου και του περίφημου τεστ παπ, ή του αντισυλληπτικού χαπιού, θα καταλάβουμε ότι χρειάστηκαν άπειρες μάχες από γενιές γυναικών, υπέροχων και γενναίων γυναικών και ανδρών, για να μπορούμε σήμερα να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως γυναίκες, όσο μπορούμε φυσικά σε αυτήν την κοινωνία. Βήμα προς τα πίσω είναι αυτή η έρευνα να ονομάζεται συντηρητικοποίηση και κοινωνικός έλεγχος, γιατί, μα τον Μαρξ, δεν ξέρω κανέναν μαλάκα που να πέθανε επειδή τραβούσε μαλακία 24 ώρες το 24ώρο, αλλά ξέρω άπειρες γυναίκες που πέθαναν από καρκίνο του μαστού, που αφαίρεσαν τις μήτρες τους, που παίζουν το σώμα τους κορώνα γράμματα για να αρέσουν σε κάτι βλέμματα αδηφάγα, «αριστερά» και μη, που ψάχνουν για «βυζάκια». Μπορώ να το πω πιο απλά; Κινδυνεύω να κατηγορηθώ για λαϊκισμό πια!

Ας μιλήσουμε λοιπόν για το γυναικείο ζήτημα, για τη συγχρονισμένη κολύμβηση του μαζέματος των πιάτων στο τέλος ενός τραπεζιού, για την οικιακή εργασία, για την απουσία γυναικείου δημόσιου λόγου σε συμπόσια, συνέδρια, τηλεοπτικά πάνελ, επιτροπές, συντονιστικά για τα ίσα δικαιώματα των γυναικών στον εργασιακό χώρο, για την γυναίκα ως ενεργό υποκείμενο στην παραγωγή της ιστορίας.

Το γυναικείο ζήτημα είναι για την αριστερά πρόβλημα ακριβώς επειδή αποτελεί ζήτημα διαταξικό, και ως τέτοιο δύσκολο και άβολο στην πραγμάτευσή του, καταδικασμένο να μετατίθεται η συζήτησή του επ’ αόριστον, για κάποια άλλη στιγμή, με κάποια άλλη αφορμή, ή ακόμα ακόμα και για «μετά την επανάσταση», όπως απάντησε μισοαστεία μισοσοβαρά άλλος «μεγάλος» σύντροφος όταν κατηγορήθηκε για σεξισμό. Αλλά το γυναικείο ζήτημα δίνει στην αριστερά μια ευκαιρία να καλλιεργήσει στη βάση της αναμονές για κοινωνικές δομές που διαφεύγουν από την ιστορική πεπατημένη. Όχι για μετά την επανάσταση, αλλά για τώρα, για αυτό το κατακαημένο παρόν μας.

Και σε αυτόν τον αγώνα, χρειαζόμαστε και οι δύο: και οι γυναίκες και οι άντρες. Και χρειάζεται και μια βαθειά συνειδητοποίηση της προβληματικής του φύλου σε όλη την έκταση του, μια ρηξικέλευθη κριτική σε οποιαδήποτε αβίαστη προβολή του τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, λες και αυτό δεν είναι μια κατασκευή, όπως επίσης και μια πλατειά εφαρμογή αυτής της συνειδητοποίησης στην καθημερινότητά μας. Γιατί, όπως είπε μια άλλη και αυτή τη φορά πραγματικά μεγάλη του γυναικείου κινήματος, που φυσικά έχει όνομα και δύσκολη ιστορία απέναντι στην οποία κατά καιρούς την έχει στήσει η ντόπια διανόηση, με στόμφο και σιγουριά για την πολιτική ορθότητα των απόψεών της, γυναίκα δεν γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι.

Είμαστε έτοιμες και έτοιμοι;

Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 61-62.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Όλγα Καρυώτη: Και σαν σκιές επιστρέφουμε…


Ο Πεπίτο Κονκάρνε είχε να φάει τέσσερις μέρες. Δεν είχε ούτε λεφτά ούτε όρεξη. Είχε όμως μια κυνηγετική καραμπίνα και μπόλικη… μελαγχολία. Ναι, ο Πεπίτο Κονκάρνε πάσχει από μελαγχολία. Μέχρι να αρπάξει την καραμπίνα του και να την ανάψει στο πρώην αφεντικό του, τον Δον Αντριάνο, ο οποίος του χρωστούσε 32.000 ευρώ αποζημίωση –που θα του εξασφάλιζαν αρκετά γεύματα και όρεξη– και σε έναν εργάτη που ρίσκαρε το τομάρι του για να προστατέψει το εν λόγω αφεντικό, δεν ήξερα ότι η μελαγχολία είναι πάθηση, ασθένεια, «πώς-το-λένε» διαταραχή…


Εγώ θα έλεγα ότι η μελαγχολία είναι ένα γλυκόπικρο συναίσθημα που με λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον, ενίοτε και δημιουργικό... Ή πολύ κρασί, χωρίς τα άλλα δύο. Ή ένα ντάκιρι, ή πολλά, χωρίς φράουλες κι αηδίες. Αλλά, όπως έχουν πει οι επιστήμονες, η εποχιακή συναισθηματική διαταραχή SAD (Seasonal Αffective Disorder) είναι μια πραγματικότητα. Η έλλειψη ήλιου ενδέχεται να προκαλέσει αυτή την επάρατη νόσο, τη μελαγχολία! Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι ο ασθενής χρειάζεται φωτοθεραπεία σε δόσεις 2.500-10.000 Lux για περίπου 30 λεπτά την ημέρα, κυρίως κατά τις πρωινές ώρες. Μάλλον ούτε ο Πεπίτο το γνώριζε όταν απολύθηκε στις 31 Αυγούστου 2011 και αντί να κάτσει κάτω από ευεργετικούς λαμπτήρες ενόψει φθινοπώρου αρκέστηκε σε συμβατικά χάπια. Ε λοιπόν ούτε έφαγε ούτε πήρε χάπια για τέσσερις μέρες και η μελαγχολία φούντωσε! Βέβαια, κάποιοι ισχυρίζονται ότι και η ανεργία που μαστίζει μια χώρα σε κρίση και ακόμα περισσότερο μια περιοχή όπου το ένα εργοστάσιο κλείνει μετά το άλλο επιδείνωσε την κατάσταση, θόλωσε το μυαλό του, απελπίστηκε. Και αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Δον Αντριάνο. Μια για πάντα. Τώρα που το σκέφτομαι όμως… λείπει ποτέ ο ήλιος από το Μεξικό;

Η αστυνομία κινητοποιήθηκε άμεσα. Κατέφθασαν και δυνάμεις των ΕΚΑΜ. Ο Πεπίτο εντέλει ξεκίνησε να συνομιλεί με τους διαπραγματευτές της αστυνομίας και οι δύο τραυματίες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Απαίτησε την καταβολή των δεδουλευμένων και την επαναπρόσληψή του. Αργά το βράδυ ζήτησε τα χάπια του, λίγο μετά τα μεσάνυχτα πείστηκε να παραδοθεί και απελευθέρωσε τους δύο εργάτες που κρατούσε ομήρους.

Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Κομοτηνής, Παντελής Μαγαλιός, καταδίκασε το περιστατικό αλλά τόνισε ότι «θα πρέπει να δούμε ποιος όπλισε το χέρι αυτού του ανθρώπου, τι τον έκανε να φτάσει εδώ. Η ανεργία, η οποία έχει διογκωθεί, και το κόψιμο των μισθών είναι προβλήματα που θα τα βρούμε μπροστά μας». Υπήρξαν και άλλες εκδοχές που φώτισαν τα ταξικά χαρακτηριστικά της επίθεσης και την στρεβλή αναπαράστασή της από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης όπου η βία της απόλυσης παρουσιάζεται ως χάδι μπροστά στη βία που εξαπολύει ο απολυμένος, αλλά εμείς ξέρουμε ότι είναι ο άνεμος που ντετερμινιστικά μετατρέπεται σε θύελλα. Ή μήπως όχι; Κατά τη Μαριάννα Τζιαντζή (http://goo.gl/PcIZv): «Τα εγκλήματα ερωτικού “πάθους και τιμής” παραχωρούν τη θέση τους στις αυτοκτονίες και στα εγκλήματα για τη χαμένη τιμή της εργασίας, για τη χαμένη τιμή και αξιοπρέπεια του ανθρώπου. […] Οι τίτλοι τέλους έπεσαν. Το συμβάν “ομηρία στην Κομοτηνή” έληξε με δύο ελαφρούς τραυματισμούς. Ένας άνθρωπος που ήδη ένιωθε τελειωμένος, αποκτηνωμένος, νεκροζώντανος, έγινε δυο φορές τελειωμένος, όμως εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι και απολυμένοι ακροβατούν στο τεντωμένο σχοινί της αυτοκαταστροφής».

Τα γεγονότα βρίσκουν διέξοδο σε «λυτρωτικές» γενικεύσεις που επιχειρούν να σπείρουν φόβο. Είτε από τα πάνω προς τα κάτω είτε από τα κάτω προς τα πάνω. Ενώ όμως κάθε γενίκευση μοιάζει να έχει τουλάχιστον δύο αφετηρίες, ο φόβος τελικά καταλήγει προς μία κατεύθυνση. Προς τα κάτω. Κοινός τόπος, αριστερά και δεξιά, η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Πολλοί είναι αυτοί ωστόσο που τη βλέπουν να ξεκινά από τη διάρρηξη των σπιτιών «μας».

Αυτό διαπίστωσε και ο Εουσένιο Βαρκαρόλα. Κάθε βράδυ που έπεφτε να κοιμηθεί, απίθωνε δίπλα του την κυνηγετική του καραμπίνα. Η οικογένεια του Εουσένιο με σκληρή δουλειά κατάφερε να αποκτήσει δύο εστιατόρια κι ο Εουσένιο ως υποδειγματικός νέος και γιος συνδυάζει σπουδές και δουλειά. Μα οι συνεχείς απόπειρες διάρρηξης του σπιτιού του και των γύρω σπιτιών στην πολύπαθη πόλη του δεν τον άφηναν ήσυχο. Και το κακό έγινε! Αλλοδαποί μπήκαν τελικά στο σπίτι του και απείλησαν με μαχαίρι τη μητέρα. Τους εκφόβισε με την καραμπίνα κι έγιναν καπνός. Για κακή τους τύχη λέγεται ότι τους εντόπισαν αργότερα άλλοι κάτοικοι καθώς επιχειρούσαν να διαρρήξουν κάποιο άλλο σπίτι. Ο Εουσένιο τους καταδίωξε. Και ο Εμβέρ έπεσε νεκρός. Η αστυνομία ήταν κάπου εκεί έξω. Όπως και η αλήθεια. Ο Εουσένιο, πάντα ορθός, παραδόθηκε μόνος του στους μπάτσους. Συντοπίτες του Εουσένιο, μαζί και μέλη της παρακρατικής οργάνωσης Αμανεσέρ Ντοράντο, μαζεύτηκαν έξω από το αστυνομικό τμήμα όπου κρατούνταν ο αυτοβούλως παραδομένος Εουσένιο να ζητωκραυγάσουν το ηρωικό του κατόρθωμα, την παραδειγματική υπεράσπιση της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και της ζωής. Αλλά υπάρχει τέτοια οργάνωση στο Μεξικό;

Η πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα της χώρας, Πριμέρ Νούμερο, αμολάει κάθε φορά τα δύο λαγωνικά της στον τόπο του εγκλήματος. Και κάθε φορά δημιουργούν ακόμα έναν. Ο Ντιέγκο Μπατίστα και η Άρια Αλεμάν, πιστά σκυλιά του διαπλεκόμενου Δον Αναστάζιο, αφήνουν την πένα τους να γλιστρήσει αρμονικά στο πεντάγραμμο της φασιστικής εκκωφαντικής συμφωνίας «Κρίση», που κατέληξε στο θερινό Allegro «Ξένιος Ζευς». Πρωταγωνιστές στην αναμετάδοση της ημιτελούς αυτοδικίας του μελαγχολικού Πεπίτο –με αποκλειστική συνέντευξη κατά τη διάρκεια του θρίλερ– και της αυτοδικίας του γενναίου Εουσένιο. Αναρωτιούνται στην περίπτωση του Εουσένιο… ποιος ο θύτης και ποιο το θύμα (http://goo.gl/UsK8U); Ο αναγνώστης τους θα έλεγα εγώ. Ο πολίτης, λένε, έχει το αναφαίρετο δικαίωμα στην προστασία της ατομικής του περιουσίας, της οικογένειάς του και της ζωής του – αρκεί να το κάνει κατά μόνας και όχι ενάντια σε κάποιον που έχει μεγαλύτερη περιουσία, επιφανέστερη οικογένεια και δημόσια ζωή, λέω εγώ. «Όταν οι αρχές δεν μπορούν, κάποιος πρέπει να κάνει τη “βρώμικη” δουλειά», λένε. «Κυρίως όταν το όπλο ενός άγνωστου εισβολέα σε σημαδεύει απειλητικά στο σκοτάδι του δικού σου σπιτιού», λένε. Αλλά όχι όταν σε σημαδεύει απειλητικά εν ώρα εργασίας πρωί πρωί, λέω εγώ, γιατί αυτό δεν είναι πλήρωση του κενού των αναποτελεσματικών αρχών αλλά αποτέλεσμα μελαγχολίας.

Το σεβαστό στον λαό παρολίγον θεσμικό κόμμα, που κατάφερε με τη χοντροκομμένη μαεστρία που χαρακτηρίζει τον ισχύοντα εκλογικό νόμο να διατηρήσει τον μανδύα του κινηματικού, ενίσταται απέναντι στην κακή οργάνωση των οργάνων της τάξης για το κακό της αυτοδικίας στην περίπτωση του Εουσένιο: «Η δολοφονία αλλοδαπού στην Παιανία καταδεικνύει με τον πλέον δραματικό τρόπο την απόσυρση του κράτους από την προστασία των πολιτών. Είναι ένα ακόμη σύμπτωμα μιας κοινωνίας που βυθίζεται στην παρακμή. Η αυτονόητη καταδίκη εγκληματικών πράξεων, όπως και φαινομένων αυτοδικίας δεν αρκεί. Για να εξαλειφθούν τέτοια φαινόμενα απαιτείται η άμεση αντιστροφή της καθοδικής πορείας της χώρας. Η έξαρση της βίας και της εγκληματικότητας είναι ευθέως συνδεδεμένη με τη φτώχεια και την εξαθλίωση, αλλά και με την απόσυρση της αστυνομίας από το έργο της, που δεν είναι άλλο από την προστασία της ασφάλειας των πολιτών. Το γενικευμένο αίσθημα ανασφάλειας και φόβου που πλήττει όλους ανεξαιρέτως τους συμπολίτες μας δεν οφείλεται μόνο στην έξαρση της εγκληματικότητας, αλλά και στη διάλυση της υγείας, της παιδείας, του κοινωνικού κράτους και ως τέτοιο πρέπει να καταπολεμηθεί με ριζική αλλαγή της ασκούμενης πολιτικής». Για να αποσυρθεί το κράτος και η αστυνομία από την προστασία των πολιτών, για να βυθιστεί η κοινωνία στην παρακμή, για να πάρει η χώρα καθοδική πορεία σημαίνει ότι κάποτε το κράτος και η αστυνομία προστάτευαν τον πολίτη, η κοινωνία άκμαζε και η πορεία της χώρας ήταν ανοδική.

Πιστός στον Δον Αντριάνο, καθότι στη δούλεψή του δεκαετίες τώρα, από τον κοινό τόπο καταγωγής τους το Αίγιο, στα «Αχαϊκά Πλαστικά», ο Πεπίτο τον είχε ακολουθήσει όταν άνοιξε κι άλλο εργοστάσιο κατασκευής σκουπιδοκάδων, αυτή τη φορά στην Κομοτηνή, αφού είχε φροντίσει ο μεγάλος Δον να απλώσει τα παραποτάμια του σε αρκετούς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για να μοσχοπουλάει σκουπιδοτενεκέδες, σκουπιδιάρες και άλλα σκουπίδια και φούμαρα με κάθε δυνατή άνωθεν βοήθεια. Εξαγωγές, καινοτομίες και άλλες δύο μονάδες στην Ιταλία και τη Γηραιά Αλβιώνα. Ο Πεπίτο ήταν προϊστάμενος στο εργοστάσιο για 10 χρόνια σχεδόν… Σύμφωνα με μαρτυρίες της κόρης του, τον πρώτο καιρό κοιμόταν μέσα στο εργοστάσιο για να μην χάνει χρόνο. Ενδιάμεσα, ο Δον Αντριάνο είχε αντλήσει μπόλικες επιδοτήσεις από τον κρατικό κορβανά, ιδρύοντας μια αεροπορική εταιρεία με σκοπό τη μάσα και την παρουσίαση ανταγωνισμού στην αγορά αερογραμμών της χώρας. Μέχρι να φτιαχτεί το ωραιότατο ιδιωτικό μονοπώλιο του Δον Μπαζίλ. Εκεί η αποστολή του τελείωσε και η αεροπορική εταιρεία έκλεισε. Ο Πεπίτο φυσικά δεν ήταν ο μόνος απο
λυμένος ούτε ο μόνος απλήρωτος. Εργάτες χωρίς κατάλληλη ασφάλεια και ασφάλιση, απολυμένοι χωρίς αποζημιώσεις και εναπομείναντες απλήρωτοι για δύο με τρεις μήνες εδώ και κάποια χρόνια ήταν ο κανόνας (http://goo.gl/IsFU7). Και για να μην ξε-χνιόμαστε ο Πεπίτο το είχε πει στην τούρλα του εγκλήματος που διέπραττε. Τα κέρδη πήγαιναν σε οφσόρ. Το επιχειρησιακό συνδικάτο εργοδοτικό και ο κρατικός έλεγχος μηδενικός. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι πρότινος ξετυλίγεται μια ιστορία που σε καμία περίπτωση δεν έχει να επιδείξει προστασία του πολίτη, ακμάζουσα κοινωνία, ανοδική πορεία της χώρας, κοινωνικό κράτος και τα ρέστα. Έχει όμως να επιδείξει προστασία του αστού. Μα… υπάρχει στο Μεξικό Κομοτηνή;

Ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας, πρόκληση σωματικής βλάβης η οποία χαρακτηρίζεται επικίνδυνη απόπειρα εκβίασης, αρπαγή, οπλοφορία, οπλοχρησία και άσκοπους πυροβολισμούς, άσκησε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ροδόπης εναντίον του Πεπίτο. Σύμφωνα όμως με τη δικηγόρο του Πεπίτο, ο ίδιος δήλωσε ότι σέβεται και εκτιμά τον εργοδότη και κουμπάρο του, ότι δηλώνει μετανιωμένος για τις πράξεις του και πως η κατάσταση εκτραχύνθηκε από… λάθος χειρισμούς. Η δικηγόρος πρόσθεσε ότι ο πελάτης της έχει να λαμβάνει αποζημίωση από την εταιρεία, βρίσκεται σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση και πάσχει από μελαγχολία (http://goo.gl/oZxJN). Ο Πεπίτο Κονκάρνε πλέον αγνοείται… Φήμες λένε ότι βρίσκεται σε κάποιο ιδρωμένο κι ανήλιαγο κελί, προσεύχεται στον άγιο Πέπε και αυτομαστιγώνεται κάθε μέρα 6 με 8 το απόγευμα.

Ο Εουσένιο όμως τη σκαπούλαρε ηρωικά. Με ευρεία κοινωνική υποστήριξη στο πλευρό του και με μια απολογία (http://goo.gl/mw8RT) η οποία ουδεμία σχέση είχε με όσα παρουσίασαν σχετικά με το συμβάν οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ, αφέθηκε ελεύθερος. Άλλο να τραυματίζεις κοτζάμ Δον Αντριάνο κι άλλο να στέλνεις στον οξαποδώ έναν Εμβέρ Χότζα, ξεχασμένο εγγονό του πάλαι ποτέ δικτάτορα του προλεταριάτου της λαϊκής δημοκρατίας της Αλβανίας. Κάποιοι λένε ότι ήταν καιρό άνεργος με δυο παιδιά και γυναίκα καρκινοπαθή. Κάποιοι άλλοι ότι ήταν επαγγελματίας διαρρήκτης. Κάποιοι απλώς τον κατατάσσουν στα λούμπεν στοιχεία που δεν μας ενδιαφέρει πώς προέκυψαν και γιατί, τα έχουμε διαγράψει και αν κάνουν ποτέ κάτι αυτό σίγουρα δεν θα είναι για καλό. Τελικά, αυτό που έμεινε και είχε για όλους σημασία ήταν η αλλοδαπή του προέλευση.

Όσο ο Εουσένιο ίδρωνε και ξεΐδρωνε δίπλα από την κυνηγετική του καραμπίνα, η Καρμέλα Λοσόχος έψαχνε πανικόβλητη μια δουλειά για το καλοκαίρι σε κάποιο νησί για να βγάλει τα νοίκια του φθινοπώρου. Και βρήκε στην Πάρο. Σε ένα από αυτά τα τρέντι γιαουρτάδικα που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Και νόστιμα και υγιεινά. Μάζεψε τα μπαγκάζια της και έφυγε για το «Νησί». Μεροκάματο 35 ευρώ. Τα μισά ένσημα. Συνάδελφοι 10. Άντρες. Ξαδέρφια του αφεντικού. Στα νησιά όλοι οι ντόπιοι συγγενεύουν με κάποιο τρόπο. Όσο περνούσε ο καιρός οι ώρες εργασίας αυξάνονταν με τα τουριστικά ρεύματα. Όχι όμως και το μεροκάματο. Όσο πιο εντατική γινόταν η δουλειά, το αφεντικό γαμοσταύριζε για πιο γρήγορα, οι συνάδελφοι έβλεπαν όλο και περισσότερα μουνιά να ζητάνε παγωτό γιαούρτι ή δεν ξέρω τι άλλα ασπρουλιάρικα σκατά πουλάνε σε τέτοια μέρη, και οι πελάτες μανούριαζαν για την αναντιστοιχία μεταξύ του μεγέθους του μπαλακίου και της τιμής του μπαλακίου. Κανένα ρεπό. Μόνο στην ακραία περίπτωση που θα έσκαγε μύτη το ΙΚΑ για έλεγχο. Το νοίκι πάντως θα ήταν εξασφαλισμένο. Το αν η Καρμέλα θα επιστρέψει αρτιμελής από την Πάρο, μένει να το δούμε. Κάπου τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου, ο ρεπόρτερ Ντιέγκο θέλησε να δροσίσει το στομάχι του μετά τη δύσκολη αποστολή του στην Πάρο αρχικά για την αποκάλυψη του προσώπου του τρομερού Πακιστανού δράκου βιαστή και κατόπιν για την κάλυψη της συλλογής στοιχείων για τους αντιεξουσιαστές ληστές τραπέζης και δολοφόνους Παριανού ταξιτζή. Θα μείνουμε όμως στον δράκο που ξεσήκωσε θύελ-λα ενάντια στους λαθρομετανάστες και ήρθε ως φαράσι στη σκούπα του Υπουργού. Έχω την αίσθηση ότι πλέον το χρώμα αρκεί για να εντοπίσει κανείς τους λαθραίους από τους νόμιμους. Μα πώς δούλευε ο λαθραίος τρία χρόνια κηπουρός σε ξενοδοχείο στην Πάρο; Μα υπάρχει Πάρος στο Μεξικό;

Ξαφνικά, έγινε από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης η τρομερή διαπίστωση ότι πολλά αφεντικά προσλαμβάνουν τέρατα λαθρομετανάστες επειδή είναι πιο φτηνά. Και εμείς οι Έλληνες μένουμε άνεργοι! Το βέβαιο είναι ότι αν κάνουμε τους κατάλληλους υπολογισμούς (http://goo.gl/C3BMU), 45 αλλοδαποί αλώνουν καθημερινά το φιλόξενο λίκνο της Δημοκρατίας, την Αθήνα μας. Σε τέτοιο βαθμό που οι περισσότεροι νομοταγείς πολίτες της έχουν τόσο έντονες στομαχικές διαταραχές που ξερνάν… σβάστικες! Το δεύτερο βέβαιο είναι ότι χιλιάδες προστάτες του πολίτη ξεχύνονται μηχανοκίνητοι ή πεζή στις ασφάλτους της πρωτεύουσας για να εξαρθρώσουν αυτή την αιμοσταγή λαθραία σπείρα που κλέβει και δολοφονεί… θέσεις εργασίας (κάτι ψευτοανατομικές καρέκλες που προσφέρουν απλόχερα σε τιμή ευκαιρίας τύποι σαν τον Δον Αντριάνο για όποιον έχει ακόμα γονείς με σύνταξη που θα συνεισφέρουν στο financing των καινοτόμων επιχειρήσεών τους, τόσο καινοτόμων όσο και το εργοστάσιο του Σόχο που πρωτολειτούργησε το 1761 στο Στάφορντσάιρ της Αγγλίας).

Εγώ ήμουν διακοπές στην Ύδρα. Απλώς διάβαζα εφημερίδες και έπινα ντάκιρι. Αμέτρητα ντάκιρι. Με φράουλα, όχι όπως αυτά που έπινα στην Κούβα. Το ντάκιρι με φράουλα είναι εντελώς αδερφίστικο, αλλά βαριέμαι να λογοφέρνω με καμένους τίγκα στα στεροειδή μπάρμαν του νησιωτικού Μεξικού. Αυτοί μόνο με φράουλα το ξέρουν. Εκεί που καθόμουν ψιλοζαλισμένος με πήραν σβάρνα τα ΜΑΤ που έτρεχαν να απεγκλωβίσουν τους πράκτορες του ΣΔΟΕ από το αστυνομικό τμήμα της Ύδρας. Γιος ταβερνιάρισσας είχε συλληφθεί με τη διαδικασία του αυτοφώρου, επειδή η μάνα του δεν έκοβε αποδείξεις και οργισμένοι συντοπίτες της είχαν περικλείσει το τμήμα με τους πράκτορες μέσα. Έπεσα από την καρέκλα μου, χτύπησα το κεφάλι μου και έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα συνειδητοποίησα ότι δεν είχε χυθεί σταγόνα από το ντάκιρι με φράουλα. Αλλά εγώ έπεσα. Αυτό έμεινε εκεί. Αγέρωχο και λαχταριστό ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Αλλά και τα ΜΑΤ ήταν ακόμα εκεί. Η Ύδρα όμως είχε φύγει. Ήμουν σε κάποιον περίεργο χώρο που θύμιζε κλειστή αγορά. Έστριψα το κεφάλι μου να δω τι γίνεται και το βλέμμα μου έπεσε σε ένα σφυροδρέπανο ζωγραφισμένο στον τοίχο. Από κάτω έγραφε: «η αντίσταση κάνει γυμνισμό». Υπογραφή: Π.Γ.. Δεν με ένοιαξε. Ούτως ή άλλως, το Μεξικό δεν έχει κανένα νησί που να το λένε Ύδρα. Αναρωτιόμουν όμως τι κάνει ένας πολεμικός ανταποκριτής με ένα ντάκιρι φράουλα στο χέρι φαρδύς πλατύς στα πλακάκια της αγοράς Κυψέλης; Ούτε αγορά Κυψέλης υπάρχει στο Μεξικό. Και αυτό το «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου» σχήμα λόγου ήταν, ξηγημένοι;

Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 67-71.