Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Ελένη Κυραμαργιού, Στέφανος Βαμιεδάκης: Ασπρόπυργος και Βόλος, τότε και τώρα

Σάββατο απόγευμα, 10 Δεκέμβρη 2011, έξω από την πύλη της Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Ασπρόπυργο. Από μακριά ακουγόταν η κόρνα· όσο το λεωφορείο πλησίαζε, ο ήχος της γινόταν πιο δυνατός και παρατεταμένος. Το λεωφορείο σταμάτησε και οι επιβάτες κατέβηκαν φωνάζοντας συνθήματα: ήταν εργάτες κι εργάτριες κλωστοϋφαντουργείων από τη Νάουσα – μια από τις εκατοντάδες στιγμές έμπρακτης συμπαράστασης στην πολυήμερη απεργία των τετρακοσίων εργατών της Χαλυβουργίας. Από τις 31 Οκτώβρη, τη μέρα που οι εργάτες απέρριψαν με γενική συνέλευση την πρόταση της εργοδοσίας για μερική απασχόληση και μείωση μισθών, η πύλη της Χαλυβουργίας Ελλάδος έγινε σημείο συνάντησης των πιο ετερόκλητων μορφών αλληλεγγύης, που φαίνεται να μοιράζονται μια βασική συμφωνία: ότι η απεργία αυτή αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη των κοινωνικών αντιστάσεων στην εποχή της κρίσης. Όντως: η απεργία στη Χαλυβουργία Ελλάδος δείχνει την ένταση των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, των μετασχηματισμών που επιφέρει η ύφεση και των νέων ερωτημάτων που τίθενται στο εργατικό κίνημα. Η πρώτη μεγάλη απεργία διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα υπογραμμίζει την αργή μετάβαση από την εποχή των μεγάλων συλλαλητηρίων, των πανεργατικών απεργιών δίχως συνέχεια, στο σύνθετο και δύσκολο πεδίο της αντιπαράθεσης οργανωμένης εργασίας κι εργοδοσίας εντός των επιχειρήσεων και των βιομηχανικών μονάδων – εκεί όπου δεν αρκούν τα μεγάλα λόγια και οι θεαματικές μορφές δράσης, αλλά απαιτείται σχέδιο, υπομονή κι ευελιξία.

Από αυτή την άποψη, η απεργία στη Χαλυβουργία Ελλάδος παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, ως κρας-τεστ για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας γενικά. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζει τις σημαντικές παρακαταθήκες και την αναγκαιότητα μορφών λαϊκής αλληλεγγύης. Η αντοχή των απεργών προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη απεργιακού ταμείου στο οποίο έχουν συνεισφέρει εκατοντάδες συλλογικοί φορείς, συνδικάτα και πρωτοβουλίες. Η πολυμορφία του κινήματος αυτού είναι ορατή: από τις συναυλίες συμπαράστασης ως τα αυτοσχέδια πάρτι οικονομικής ενίσχυσης στις γειτονιές της Αθήνας, από τις οργανωμένες παρεμβάσεις των συνδικάτων του ΠΑΜΕ. ως τις μοτοπορείες συνδικάτων βάσης και λαϊκών συνελεύσεων, από τους εκατοντάδες ανθρώπους που σταματούν με το αυτοκίνητο και συνεισφέρουν ως τους ιδιοκτήτες πάγκων της λαϊκής που προσφέρουν τρόφιμα στο απεργιακό συσσίτιο. Από την άλλη, η απουσία της ΓΣΕΕ περιγράφει την ολοκληρωτική αποξένωση του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού από τις διεργασίες του εργατικού κινήματος. Η μία σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε η ΓΣΕΕ, τον Δεκέμβρη, είναι κατάφωρη απόδειξη του κυνισμού και της απόστασής της από την πραγματικότητα: στις δέκα τυπικές αράδες του δελτίου Τύπου για την 24 ωρη απεργία συμπαράστασης στο Θριάσιο Πεδίο, ο συντάκτης της «γραμματείας Τύπου και δημοσίων σχέσεων» κατάφερε να μην αναφέρει καν τη Χαλυβουργία και τον πολυήμερο αγώνα των τετρακοσίων εργατών. Αναρωτιέται κανείς: όλα αυτά τα χρόνια, πόσα χρήματα κατέληξαν στα ταμεία της ΓΣΕΕ από τις υποχρεωτικές εισφορές των εργατών της Χαλυβουργίας Ελλάδος;

Η κραυγαλέα στάση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ δεν έχει τίποτα κοινό με τις αντιφάσεις στο εσωτερικό του κόσμου της μισθωτής εργασίας, οι οποίες ήρθαν στο προσκήνιο με την απεργία στη Χαλυβουργία. Είναι γνωστό ότι η δεύτερη μονάδα της εταιρείας στον Βόλο συνέχισε να λειτουργεί, υπονομεύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ των απεργών του Ασπρόπυργου. Το σωματείο –και οι εργάτες– του Βόλου δέχτηκαν την πρόταση της εργοδοσίας για ελαστικές σχέσεις εργασίας, ενώ στην κλιμάκωση του αγώνα η μονάδα κάλυψε τις απώλειες από το κλείσιμο του Ασπρόπυργου. Από την πλευρά της εργοδοσίας, ήταν μια προβλέψιμη κίνηση: οι εταιρείες που διαχειρίζονται τη μεταφορά του σκραπ στις μονάδες της Χαλυβουργίας Ελλάδος πήραν εξαρχής εντολή να κατευθύνουν όλο το φορτίο στο Βόλο. Έτσι η εργοδοσία απέκτησε ένα καθοριστικό πλεονέκτημα – την απρόσκοπτη παραγωγή και την εξαγορά χρόνου ενόψει της κόπωσης των απεργών, που εισέπρατταν από διάφορους καλοθελητές το μήνυμα: «κάθε μέρα που συνεχίζετε είναι ένα βήμα πιο κοντά στο οριστικό κλείσιμο της μονάδας».

Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν δύο κρίσιμα ζητήματα. Πρώτον, τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους η ένταση στις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας παράγει συμβιβασμούς και δεν υπακούει σε ευθύγραμμες κλιμακώσεις. Η περίπτωση του Βόλου φωτίζει τη διαβρωτική επίδραση του φόβου της απόλυσης σε καιρούς κρίσης, αλλά και τους εσωτερικούς κατακερματισμούς της εργατικής τάξης. Χρειάζεται εδώ λεπτομερής εξέταση των παραμέτρων της συμφωνίας: της εισήγησης του σωματείου (το οποίο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο Εργατικό Κέντρο Βόλου), της αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης κατόπιν ψηφοφορίας των εργατών, των αμοιβών που εξασφάλισαν οι τελευταίοι τις μέρες της απεργίας, όταν αυξήθηκε η παραγωγή στη μονάδα τους. Πολλά από αυτά τα στοιχεία παραμένουν κρυφά, πίσω από ένα πλέγμα όπου συνυπάρχουν η εξαγορά, η ενσωμάτωση και ο εκβιασμός. Είναι φανερό ωστόσο ότι στην απόφαση των εργατών του Βόλου πρυτάνευσε το άμεσο υλικό συμφέρον. Για πολλούς, η μείωση των ωρών εργασίας δεν φάνταζε καταστροφική, αφού διατηρούν στη γύρω περιοχή μικρές αγροτικές εκτάσεις που εξασφαλίζουν ένα σταθερό συμπληρωματικό εισόδημα. Αντί να εμπλακούν σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση, όπου επικρέμαται ο φόβος της απόλυσης ή της αναστολής λειτουργίας της μονάδας, επέλεξαν το «μικρότερο κακό» των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων. Αυτό δεν αναιρεί τις εργοδοτικές πρακτικές που εξασφαλίζουν με κάθε τρόπο την αναγκαία συναίνεση, αλλά δείχνει ότι είναι ατελείς οι αναγνώσεις εκείνες που αποδίδουν την ενσωμάτωση του εργατικού δυναμικού αποκλειστικά στη δράση του εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Έτσι προκύπτει το δεύτερο και κυριότερο ερώτημα: ποια μπορεί να είναι η αποτελεσματικότητα των απεργιακών αγώνων σε εποχή ύφεσης, όταν η παραγωγή μειώνεται και η εργοδοσία καταφέρνει να κερδίζει χρόνο και χώρο σε βάρος του διεκδικητικού κινήματος; Το ερώτημα είναι συναφές με το «και τώρα τι;» μετά τις πανεργατικές απεργίες, αλλά μεγαλύτερης έντασης, καθώς εδώ πρόκειται για
την τύχη των ίδιων των απεργών, την αυτοπεποίθηση του εργατικού κινήματος και την ανάγκη γι’ απαντήσεις που ξεπερνούν τις έτοιμες συνταγές του παρελθόντος. Οι απεργιακοί αγώνες της παρακμής της ελληνικής βιομηχανίας, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οδήγησαν στον γαλαξία των
«προβληματικών» και στα εκ προοιμίου ναρκοθετημένα εγχειρήματα της πασοκικής «κοινωνικοποίησης». Σήμερα, τέτοιες προοπτικές είναι ανύπαρκτες – η ύφεση προσφέρει στο κεφάλαιο τους αποτελεσματικότερους μηχανισμούς ελέγχου της εργατικής δυσαρέσκειας: τον φόβο για το αύριο και την επίγνωση ότι χιλιάδες κάνουν ουρά για μια θέση εργασίας. Το εργατικό κίνημα καλείται να απαντήσει σε αυτούς τους μηχανισμούς όχι με ρητορικά σχήματα περί «ενότητας» (των οποίων τα όρια φάνηκαν ήδη στην περίπτωση του Βόλου), αλλά με συγκεκριμένες επεξεργασίες της κατάστασης της παραγωγής, των δυνατοτήτων της και της πιθανότητας να γίνει πράξη το σύνθημα: «εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά».


Μια ιστορία από το παρελθόν
Η εξιστόρηση των απεργιακών αγώνων στις χαλυβουργικές μονάδες το 1978-1979 μαρτυρεί την κεντρικότητα των συλλογικών συμβάσεων στη συγκρότηση του εργατικού κινήματος: τότε τα συνδικάτα διεκδίκησαν επιθετικά την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης, ενώ τώρα η υπεράσπισή της φαντάζει αμυντικό αίτημα απέναντι στην επέλαση των ατομικών συμφωνητικών και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Στις 30 Νοέμβρη 1978, οι 400 εργάτες της Ελληνικής Χαλυβουργίας (τότε) στον Ασπρόπυργο ξεκίνησαν έναν απεργιακό αγώνα που κράτησε σχεδόν 6 μήνες, με αιτήματα 50 δραχμές αύξηση στο μεροκάματο, μια μπουκάλα γάλα καθημερινά, οκτάωρη και πενθήμερη εργασία. Στην ουσία προσπάθησαν να θωρακίσουν την κλαδική σύμβαση εργασίας που είχε υπογραφεί λίγους μήνες νωρίτερα (τον Ιούλιο) από την ομοσπονδία του κλάδου (Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Μετάλλου, ΠΟΕΜ). Το τοπικό κλαδικό σωματείο, η Ένωση Χαλυβουργών Ελευσίνας-Μεγαρίδος (αντιπροσώπευε τα τέσσερα εργοστάσια της περιοχής), πίεσε για τήρηση των συμφωνιών, μισθολογικές αυξήσεις και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Την περίοδο που ακολούθησε (Δεκ. 1978 - Απρ. 1979), οι χαλυβουργοί έδωσαν έναν επίμονο και σκληρό αγώνα: σχεδόν κάθε εβδομάδα προχωρούσαν σε δύο 24 ωρες απεργίες, και τον Απρίλιο έκαναν και μια 48ωρη. Υπολογίζεται ότι οι απεργίες τους ξεπέρασαν συνολικά τις 45 ημέρες, ενώ πραγματοποίησαν δεκάδες συγκεντρώσεις στο ΕΚ Ελευσίνας και πορείες.

Ο βιομήχανος Σαλαπάτας, τότε ιδιοκτήτης της Ελληνικής Χαλυβουργίας, επιχείρησε να κάμψει τον αγώνα των απεργών χρησιμοποιώντας όλο το διαθέσιμο νομικό οπλοστάσιο. Αρχικά προχώρησε σε μήνυση κατά της 11μελούς διοίκησης του σωματείου για παράβαση διατάξεων των Ν. 323 9/55 και 33 0/76, σύμφωνα με τις οποίες όσο ίσχυε η συλλογική σύμβαση δεν επιτρέπονταν διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις. Η δικάσιμος ορίστηκε για τις 13.12, αλλά η εκδίκαση ολοκληρώθηκε στις αρχές του επόμενου έτους με την αθώωση των 11 μελών του σωματείου. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι τη μέρα που εκδικαζόταν η μήνυση της εργοδοσίας της Ελληνικής Χαλυβουργίας συνέβη ένα θανατηφόρο ατύχημα στη Χαλυβουργική. Την περίοδο πριν από την απόφαση είχαν ενταθεί οι πιέσεις κατά της δίωξης, κυρίως από δυνάμεις που ανήκαν στο ΚΚΕ: στις 14.12, αντιπροσωπεία του ΕΚ Ελευσίνας μετέβη στη Βουλή για το θέμα, ενώ ψήφισμα συμπαράστασης εξέδωσαν σαράντα περίπου Σωματεία Μετάλλου. Στις 16.12, βουλευτές του ΚΚΕ κατέθεσαν επερώτηση, ενώ η ΕΣΑΚ-Σ, η συνδικαλιστική παράταξη του ΚΚΕ, κατηγόρησε την ΠΟΕΜ για τη συμβιβαστική της στάση.

Μετά την αθωωτική απόφαση για τους συνδικαλιστές, το σωματείο κάλεσε το υπουργείο Εργασίας να παρέμβει, ενώ ο βιομήχανος προχώρησε σε λοκ-άουτ (18-27.1), κάνοντας χρήση του Ν. 33 0/76. Ακολούθησε νέα επερώτηση βουλευτών του ΚΚΕ, με το σωματείο να καταθέτει και μήνυση για παράνομο λοκ-άουτ. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια διαπραγμάτευσης των δύο πλευρών στην Επιθεώρηση Εργασίας (14.2.1979), η εργοδοσία απέλυσε τον υπεύθυνο της απεργιακής επιτροπής. Η τακτική του εκφοβισμού κορυφώθηκε αμέσως μετά: στις 11.4.79, στάλθηκε εξώδικο στη διοίκηση του σωματείου με απειλές απόλυσης των 400 εργαζομένων, ενώ απολύθηκαν 10 συνδικαλιστές, 2 μέλη του ΔΣ και 8 μέλη της απεργιακής επιτροπής. Συνολικά, μέχρι τον Ιούνιο του 1979, απολύθηκαν 27 απεργοί χωρίς αποζημίωση, ενώ η εργοδοσία άσκησε επίσης δίωξη κατά του προέδρου και του γενικού γραμματέα της Ένωσης Χαλυβουργών για παράβαση των περιβόητων νόμων 33 0/76 και 323 9/55 . Η αθώωση των δύο συνδικαλιστών συνοδεύτηκε από την επίτευξη μιας πρώτης συμφωνίας που, αν και δεν ικανοποίησε πλήρως τα αιτήματα των απεργών, επέτρεψε την ανασυγκρότησή τους. Η εμπειρία από τις κινητοποιήσεις των απεργών, η δημιουργία εργοστασιακών επιτροπών και συνδικάτων σε ποικίλες μονάδες της περιοχής, η δυναμική της ιδέας μιας συνεργασίας των «προοδευτικών δυνάμεων» (την ίδια περίοδο, η ΕΣΑΚ-Σ, σε συνεργασία με την ΠΑΣΚΕ, απέκτησε τον έλεγχο της ΠΟΕΜ) θεμελίωσαν μια μακρά παράδοση στις μονάδες του Ασπρόπυργου – εκεί όπου σήμερα μια απεργία θέτει νέα ερωτήματα για τη μορφή, τη συγκρότηση
και τη δομή του εργατικού κινήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου