Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Χλόη Πετρίδου: Ζητείται νομιμότητα

Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου αντικατοπτρίζουν την ολική έλλειψη αυτοπεποίθησης των ηγετών της ΕΕ ότι μπορούν να περάσουν τις αντιδραστικές τους θέσεις διά της ενδεδειγμένης οδού, δηλαδή αναθεώρηση των Συνθηκών και εθνική επικύρωση. Έτσι κατέληξαν στη λύση της διακυβερνητικής συμφωνίας η οποία περιπλέκει ακόμα περισσότερο το νομικό τοπίο στην ΕΕ και προδιαγράφει νέες παραβιάσεις της ξεφτισμένης ευρωπαϊκής νομιμότητας. Με αφορμή τα αποτελέσματα της Συνόδου, επιχειρείται εδώ μια επιλεκτική αναδρομή στα περιστατικά καταπάτησης της νομιμότητας, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε ελληνικό επίπεδο, εν όψει της κρίσης.

Tα «πάθη» της αρχής της νομιμότητας
Πολλά ακούγονται τελευταία για την κατάλυση της δημοκρατίας με τη δικαιολογία της κρίσης, αλλά λιγότερα για τα «πάθη» της αρχής της νομιμότητας. Η τελευταία, ως συνιστώσα του κράτους δικαίου, στοχεύει στην πλαισίωση της πολιτικής εξουσίας και στην αποτροπή αυθαιρεσιών της με βάση το δίκαιο, το οποίο με τη σειρά του εκφράζει βέβαια συγκεκριμένους κοινωνικούς συσχετισμούς.

Στην Ελλάδα, τόσο η διαδικασία λήψης αποφάσεων όσο και η τήρηση συνταγματικών και νομοθετικών κανόνων έχουν υπαχθεί σε ένα σχεδόν διαρκές καθεστώς εξαίρεσης κατά τη διάρκεια της κρίσης, που επιβάλλεται χωρίς νομική αιτιολόγηση και δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτικό ή δικαστικό έλεγχο. Κατά τη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Παπανδρέου ο Ευ. Βενιζέλος δήλωνε: «Η διαδικασία πραγματικά έχει μια πρωτοτυπία, γιατί η ίδια η κρίση που ζούμε είναι πρωτοφανής». Η παραβίαση του Συντάγματος βαφτίζεται πρωτοτυπία, ενώ η απόπειρα δικαιολόγησής της γίνεται με όρους αστυνομικού ρεπορτάζ…

Σε επίπεδο ΕΕ, η (νεοφιλελεύθερη) Συνθήκη της Λισαβόνας παραβιάστηκε τόσο από τη διαδικασία «διάσωσης» της Ελλάδας όσο και από τη διαδικασία υιοθέτησης και το περιεχόμενο της νομοθεσίας για την οικονομική διακυβέρνηση, η οποία θέτει τους κρατικούς προϋπολογισμούς υπό την επιτήρηση της Κομισιόν. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος πρόσφατης έκδοσης Ευρωπαίων νομικών, υπεράνω κάθε υποψίας ευρωσκεπτικισμού: «Η έκλειψη της αρχής της νομιμότητας στην ΕΕ». Επειδή όμως η αστική δημοκρατία δεν τολμά (ακόμα) να ρίξει τα προσχήματα, τα νομικά ευφυολογήματα ανά την Ευρώπη μιλούν για «ελαστική» εφαρμογή του δικαίου, κατά το πρότυπο της «ελαστικής» εργασίας. Παράλληλα προωθείται η «αποτελεσματικότητα» ως νέα πηγή νομιμότητας. Οι τάσεις αυτές συνοδεύονται στο πολιτικό επίπεδο από αμφισβήτηση της λαϊκής κυριαρχίας. Η επίκληση της νομιμότητας όμως συνεχίζει να γίνεται με πάθος.

H «ελαστικοποίηση» της αρχής της νομιμότητας στην ΕΕ
Παρά τις διαβεβαιώσεις, η ΕΕ δρα με εντεινόμενα παράνομο τρόπο ενόψει κρίσης, με στόχο την επέκταση του πεδίου των αρμοδιοτήτων της και την επιβολή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της. Σε
πρόσφατη συνέντευξη για το νέο «πακέτο» οικονομικής διακυβέρνησης, ο Ζ. Μ. Μπαρόζο, απαντώντας σε ερώτηση για τη νομιμοποίηση της Κομισιόν να αποφαίνεται περί κρατικών προϋπολογισμών, απάντησε ότι αυτή απορρέει από την παραχώρηση κρατικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η προσχώρηση στην ΕΕ.

Αφήνοντας στη άκρη το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» της ΕΕ, ας εξετάσουμε αυτό τον συλλογισμό από την άποψη της νομιμότητας. Η ΕΕ είναι πράγματι δημιούργημα της παραχώρησης από τα κράτη μέρους της κυριαρχίας τους. Όπως ορίζει το άρθρο 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), οι αρμοδιότητές της έχουν αποδοθεί από τα κράτη μέλη. Η παραχώρηση αυτή αντισταθμίζεται, σε επίπεδο ΕΕ, από το γεγονός ότι η τελευταία δεν μπορεί να νομοθετεί παρά μόνο στο μέτρο και για τα θέματα για τα οποία έχει ρητή αρμοδιότητα. Έτσι, κάθε νομοθετικό κείμενο πρέπει να βασίζεται σε διάταξη της Συνθήκης που εξουσιοδοτεί την ΕΕ να ενεργήσει (νομική βάση).

Για να διευρυνθούν οι αρμοδιότητες της ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 48 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), χρειάζεται αναθεώρηση των Συνθηκών με διακυβερνητική συνδιάσκεψη και επικύρωση από κάθε κράτος σύμφωνα με τις συνταγματικές του διατάξεις. Παράλληλα προβλέπονται απλοποιημένες διαδικασίες αναθεώρησης, οι οποίες όμως δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ. Ωστόσο, οι αρμοδιότητες της ΕΕ επεκτείνονται διαρκώς χωρίς τις προβλεπόμενες διαδικασίες, σείοντας τη βασιμότητα της δήλωσης του Μπαρόζο. Παλιότερα, οι παράτυπες μέθοδοι επέκτασης ήταν κυρίως έμμεσες, ενώ τελευταία, ενόψει κρίσης, έχουν πάρει πιο άμεση μορφή.

Karl Rössing
Καταρχάς, η ενιαία αγορά βασίζεται στην ελευθερία κυκλοφορίας προϊόντων, κεφαλαίων, υπηρεσιών και προσώπων. Εθνικές πολιτικές, όπως φορολογική, κοινωνική κ.ά., αντιμετωπίζονται ως παρεμπίπτοντα εμπόδια στο στήσιμο της αγοράς (βλ. άρθρα 36 και 114 ΣΛΕΕ). Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ανέπτυξε μια «δημιουργική» νομολογία σχετικά με την κατάργηση τέτοιων εμποδίων. Έτσι, ενώ η ΕΕ δεν είχε αρμοδιότητα να νομοθετήσει επί ορισμένων εθνικών πολιτικών, στην ουσία αποφάσιζε για την ισχύ τους με βάση το αν «έβλαπταν» την ενιαία αγορά. Ως τέτοια εμπόδια έχουν θεωρηθεί η συνδικαλιστική δράση[1] ή το κλείσιμο οδικών αρτηριών από διαμαρτυρόμενους αγρότες.[2]

Περαιτέρω,[3] με δύο αποφάσεις-σταθμούς τη δεκαετία του ’60 το ΔΕΕ, βασισμένο στον μόνιμο περιορισμό της κρατικής κυριαρχίας υπέρ της ΕΟΚ, εφηύρε την ειδική της φύση και τη νομική κατασκευή του «άμεσου αποτελέσματος». Έτσι, ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενάντια στο κράτος τους δικαιώματα που απονέμονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο (τέτοια άμεση επίκληση δεν προβλέπεται καταρχήν σε περιπτώσεις διεθνών συνθηκών). Στην ουσία, οι εταιρείες θα αναλάμβαναν μέσω προσφυγών στα εθνικά δικαστήρια να συμμορφώσουν τα κράτη που ήταν απρόθυμα να ανοίξουν τις αγορές τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο αποφάσεις δικαίωναν στην πράξη ιδιώτες που προσέφυγαν, αντίστοιχα, κατά αυξημένων τελωνειακών δασμών και κατά της κρατικοποίησης της εταιρείας ηλεκτρισμού.

Άλλος έμμεσος τρόπος για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ είναι η σύναψη διεθνών συμφωνιών τις οποίες διαπραγματεύεται η Κομισιόν. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η εμπορική συμφωνία για την καταπολέμηση της παραποίησης/απομίμησης (ACTA), που στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της καταστολής στο Ίντερνετ και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων μεγάλων εταιρειών-κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η Κομισιόν διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία με τη στήριξη κάποιων κρατών που συνέπλεαν με τις αντιδραστικές θέσεις της, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση των υπόλοιπων χωρών ή του Ευρωκοινοβουλίου.[4] Η συμφωνία επεκτείνει τις αρμοδιότητές της ΕΕ, υπαγορεύοντας στα κράτη τα μέσα δικαστικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενης της ποινικής καταστολής, ενώ απειλεί θεμελιώδεις ελευθερίες που προστατεύονται από τα εθνικά συντάγματα αλλά και από τον Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ.[5]

Αλλά ας έρθουμε στα της «κρίσης», ξεκινώντας από τις περιπτώσεις εμφανούς παραβίασης της νομιμότητας. Πρώτον, αμφισβητείται κατά πόσο η ΕΕ μπορούσε να στήσει τον προσωρινό μηχανισμό στήριξης (European Financial Stability Fund, EFSF), του οποίου η νομική μορφή παραμένει πάντα ασαφής, χωρίς να παραβιάζει τις Συνθήκες της. Συγκεκριμένα, η περίφημη ρήτρα μη διάσωσης (άρθρο 125 ΣΛΕΕ) απαγορεύει την ανάληψη των χρεών ενός κράτους από την ΕΕ ή από τα κράτη μέλη της. Για να παρακαμφθεί η απαγόρευση, χρησιμοποιήθηκε μια διάταξη (άρθρο 122 (2) ΣΛΕΕ) που προβλέπει την παροχή ενίσχυσης σε περιπτώσεις έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών φαινομένων, όχι περιοδικών κρίσεων του καπιταλισμού. Έτσι, υποστηρίχθηκε πειστικά ότι ούτε το δημόσιο έλλειμμα ούτε η πιθανότητα χρεοκοπίας αποτελούν «έκτακτες περιστάσεις», άρα η απαγόρευση διάσωσης δεν αίρεται.[6] Για το στήσιμο του EFSF θα έπρεπε, επομένως, να προηγηθεί αναθεώρηση των Συνθηκών· αλλά η ανάγκη για «ελαστικότητα» του δικαίου δικαιολόγησε την απουσία της. Επιπλέον, η αρχή της αλληλεγγύης (άρθρο 3(3) και 4(3) ΣΕΕ και 122 (1) ΣΛΕΕ) προάχθηκε σε ανώτερο δικαιικό κανόνα προκειμένου να δικαιολογήσει τις εκτροπές. Μόνο που οι Συνθήκες μιλούν για «αλληλεγγύη μεταξύ των Κρατών Μελών», όχι των κρατών με τις τράπεζες, που είναι το πραγματικό περιεχόμενο του ΕFSF.

Τρανή απόδειξη ότι το EFSF στήθηκε κατά παράβαση των Συνθηκών είναι το γεγονός ότι ο διάδοχός του, ο (μόνιμος) μηχανισμός στήριξης (European Stability Mechanism, ESM), που θα μπει σε εφαρμογή το 2013, ή και νωρίτερα, υιοθετήθηκε κατόπιν τροποποίησης της ΣΛΕΕ, αν και με απλοποιημένη διαδικασία. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι απαιτούνταν κανονική αναθεώρηση, καθώς η χορήγηση οικονομικής βοήθειας, που υπάγεται σε αυστηρές προϋποθέσεις, διευρύνει τις αρμοδιότητες της ΕΕ, ενώ παραμένει το ερώτημα της σχέσης του (τροποποιημένου) άρθρου 136 ΣΛΕΕ με τη ρήτρα μη διάσωσης, η οποία εξακολουθεί να ισχύει.[7]

Karl Rössing
Αξίζει, δεύτερον, να σημειωθεί ότι, χωρίς πρόβλεψη στις Συνθήκες, μέσω των διακρατικών συμφωνιών για την ίδρυση των ΕFSF[8] και ESM[9] (που υπογράφονται μόνο από χώρες της Ευρωζώνης) αποδίδεται παράνομα αρμοδιότητα στο ΔΕΕ επί των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των μηχανισμών. Στη μία δε περίπτωση, η αρμοδιότητα αποδίδεται με αιτιολογική σκέψη χωρίς δεσμευτική ισχύ...

Τρίτον, όσον αφορά το (πρώτο) πακέτο οικονομικής διακυβέρνησης, εκφράστηκαν σοβαρές αμφιβολίες, και εντός του Ευρωκοινοβουλίου,[10] για το κατά πόσο η αντεστραμμένη ειδική πλειοψηφία για τη λήψη αποφάσεων ή οι αυτόματες κυρώσεις για ελλειμματικούς προϋπολογισμούς
συνάδουν με τη ΣΛΕΕ. Θα έπρεπε εδώ να προστεθούν οι ενστάσεις σχετικά με τη νομιμότητα των μονομερών συστάσεων προς τα κράτη σε θέματα όπως η αντιστοίχιση των μισθών με την ανταγωνιστικότητα ή η φορολογική πολιτική, που υπερβαίνουν το πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΕ. Πέρα από τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων, η νομιμότητα προσβάλλεται ακόμα πιο βάναυσα από το ότι βαρύτατα μέτρα υπαγορεύονται στα κράτη με πράξεις οι οποίες δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και άρα δεν προσβάλλονται, ενώ αντίθετα η μη συμμόρφωση προς αυτές μπορεί να επιφέρει ακόμα και πρόστιμα σε βάρος των κρατών!

Πριν από τη Σύνοδο του Δεκεμβρίου, τα σχέδια αναδιάρθρωσης της Ευρωζώνης προέβλεπαν απλές τροποποιήσεις της Συνθήκης προκειμένου να αποφευχθούν επιπλοκές από ανάμιξη δημοκρατικά εκλεγμένων κοινοβουλίων σε διαδικασίες αναθεώρησης. Έτσι, η ακόμη πιο αυστηρή επίβλεψη των κρατικών προϋπολογισμών θα εισαγόταν με «τεχνική προσαρμογή» ενός Πρωτοκόλλου. Τελικά το γλυκό δεν έδεσε, και προκρίθηκε μια νέα διακρατική συμφωνία μεταξύ 26 κρατών μελών. Η συμφωνία, που επιβάλλει το όριο του 0,5% για το πρωτογενές έλλειμμα, θα αποδίδει νέες αρμοδιότητες στο ΔΕΕ, και πάλι με διατάξεις εκτός οικοδομήματος ΕΕ, για την «επιτήρηση της μεταφοράς αυτού του κανόνα στο εθνικό επίπεδο», ενώ και η φύση των αρμοδιοτήτων είναι ασαφής (η επίβλεψη της εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου δεν ανήκει στο ΔΕΕ, αλλά στην Κομισιόν).

Αλλά μήπως οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν στη διάθεσή τους δικαστικά μέσα αποκατάστασης της νομιμότητας; Η ατελής δικαστική προστασία στην ΕΕ έχει συχνά γίνει αντικείμενο κριτικής, ακόμη και από παράγοντες του νομικού της οικοδομήματος.[11] Όπως ειπώθηκε, οι πολίτες μπορούν καταρχήν να επιτυγχάνουν την προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο, όταν θίγονται από τα κράτη. Η Κομισιόν έχει επιπλέον τη διακριτική ευχέρεια να φέρει το κράτος-παραβάτη ενώπιον του ΔΕΕ. Ωστόσο, η απόφαση για έναρξη της διαδικασίας παραβίασης περνά από το πολιτικό φίλτρο της Κομισιόν, και ο αριθμός τέτοιων διαδικασιών όλο και μειώνεται.[12] Από την άλλη, ένας πολίτης δεν μπορεί να προσβάλει την ευρωπαϊκή νομοθεσία για παραβίαση π.χ. συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του. Ατομική προσφυγή ενώπιον του ΔΕΕ (άρθρο 263(4)) μπορεί να ασκηθεί από «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο […] κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα». Το Δικαστήριο υιοθέτησε από τη δεκαετία του ‘60 μια περιοριστική ερμηνεία του τι σημαίνει «άμεσα και ατομικά»,[13] και η προσθήκη της τελευταίας φράσης από τη Συνθήκη της Λισαβόνας δεν αναμένεται να επηρεάσει αυτή τη νομολογία.[14] Η διάταξη αποβλέπει και χρησιμεύει βασικά στη δικαστική προστασία των εταιρειών έναντι αποφάσεων της Επιτροπής που τις επηρεάζουν, σε θέματα ελέγχου του ανταγωνισμού ή συναφή, όπως οι κρατικές επιχορηγήσεις. Δεν δίνει τη δυνατότητα να ελέγχεται η ευρωπαϊκή νομοθεσία από πολίτες σε περίπτωση προσβολής εθνικά προστατευόμενων δικαιωμάτων τους.[15]


Η χρήση της «ελαστικής» νομιμότητας στον πολιτικό λόγο: Η συζήτηση περί εξόδου ή αποβολής από την ΟΝΕ
Μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ένα κράτος μπορεί να αποχωρήσει από την ΕΕ (άρθρο 50 ΣΕΕ). Τέτοια πρόβλεψη δεν υπάρχει σχετικά με την ΟΝΕ. Πάνω στο θέμα αυτό, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε μια γνωμοδότηση το 2009,[16] όπου η ρήτρα εξόδου από την ΕΕ χαρακτηρίζεται «ένα από τα μεγαλύτερο σφάλματα» της Συνταγματικής Συνθήκης. Υποστηρίζεται επιπλέον ότι θα έπρεπε να είχε γίνει ειδική πρόβλεψη για την περίπτωση που μια χώρα-μέλος της Ευρωζώνης εγκατέλειπε την ΕΕ, ώστε να προηγηθούν διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των όρων εξόδου από την ΟΝΕ. Η γνωμοδότηση, που βρίθει πολιτικών αντί νομικών επιχειρημάτων, δεν στόχευε να καθησυχάσει φόβους ότι μια χώρα μπορεί να βρεθεί εκτός Ευρωζώνης παρά τη θέλησή της, αλλά απέπνεε ανησυχία για την τύχη της ΟΝΕ σε περίπτωση αποχώρησης από την ΕΕ. Ο αμετάκλητος καθορισμός των ισοτιμιών (που βρίσκεται πλέον μόνο σε ένα Πρωτόκολλο, όχι στη Συνθήκη) θεωρείται, χωρίς περαιτέρω (νομική) επιχειρηματολογία, συνώνυμος της αμετάκλητης συμμετοχής στην ΟΝΕ. Αναφέρεται επίσης ότι «η έννοια της κυριαρχίας, την οποία επικαλούνται οι θιασώτες ενός δικαιώματος για ελεύθερη αποχώρηση [από την ΟΝΕ] είναι ξεπερασμένη». Και ούτε καν συζητείται, για παράδειγμα, η περίπτωση εξόδου μιας χώρας από την Ευρωζώνη χωρίς παράλληλη έξοδο από την ΕΕ. Κι όμως, αντί της εισαγωγής πρόσθετων προϋποθέσεων, που κατά τη γνωμοδότηση αποτελεί νομικό μονόδρομο, τα κράτη θα μπορούσαν να κάνουν την πολιτική επιλογή να κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, και να επιτρέψουν π.χ. μονομερή έξοδο από την ΟΝΕ χωρίς αποχώρηση από την ΕΕ.[17]

Karl Rössing
Στο πολιτικό επίπεδο, οι αντικρουόμενες δηλώσεις επί του θέματος, με αφορμή την Ελλάδα, κάνουν εμφανή τη χρήση της «αυθεντικής» ερμηνείας του δικαίου ως μέσου προπαγάνδας. Στις 3 Νοεμβρίου, όταν φούντωναν τα σενάρια για αποχώρηση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, η Κομισιόν δήλωνε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη χωρίς να εγκαταλείψει την ΕΕ. Την ίδια μέρα, ο Γιούνκερ, επικεφαλής του Eurogroup, και λίγο αργότερα ο Επίτροπος Ρεν, δήλωναν ότι η Ευρωζώνη είναι «απολύτως προετοιμασμένη» για μια (απαγορευμένη;) έξοδο της Ελλάδας. Στα μέσα Νοεμβρίου, το συνέδριο των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών ψήφισε πρόταση για εθελοντική έξοδο από την Ευρωζώνη, αγνοώντας τα αντίθετα νομικά επιχειρήματα που είχε διατυπώσει η Κομισιόν λίγες μέρες νωρίτερα.[18]

Η «ελαστικοποίηση» της αρχής της νομιμότητας στην Ελλάδα και οι «γκρίζες ζώνες» (ή τίνος είναι το παιδί…)
Στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να εντοπίσει περιπτώσεις αντισυνταγματικών νομοθετικών διατάξεων που υιοθετήθηκαν με «φιλική ενθάρρυνση» από την ΕΕ (δηλαδή, συνήθως παραίνεση της Κομισιόν ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και επικρότηση του Eurogroup). Γνωστά παραδείγματα είναι π.χ. ο Νόμος 4024 /2011 για την εργασιακή εφεδρεία, ο 3894/2010 για τις στρατηγικές επενδύσεις ή ο 4021/2011 για τα μέτρα εξυγίανσης («χαράτσια»).

Πέρα από τη συζήτηση για τη νομική ισχύ της «ενθάρρυνσης» από την ΕΕ, στην Ελλάδα η πολιτική βούληση για ευθυγράμμιση με τις πολιτικές της ΕΕ και η απροθυμία υπεράσπισης της (συνταγματικής) νομιμότητας κρύφτηκε ενίοτε πίσω από εφευρέσεις για την υποτιθέμενη υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι του Συντάγματος. Όπως προαναφέρθηκε, η παραχώρηση κρατικής κυριαρχίας στην ΕΕ από τα κράτη γίνεται μέσω συνταγματικών ή αντίστοιχων διατάξεων και υπόκειται σε νομικά όρια, όπως η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιδίως ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας.[19] Στην Ελλάδα, «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» αποτελεί το άρθρο 28 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι διατάξεις των Συνθηκών «αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από
κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου».

Είναι ενδιαφέρον ότι η σχέση του εθνικού Συντάγματος με τις Συνθήκες έχει απασχολήσει το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Στην απόφασή του για τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπόκειται σε όρια και ότι τα γερμανικά όργανα δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού. Επιβεβαίωσε έτσι, όπως είχε κάνει με την απόφασή του για το Μάαστριχτ, την υποδεέστερη θέση της ευρωπαϊκής έννομης τάξης έναντι του γερμανικού Συντάγματος.

Στην Ελλάδα, πέρα από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 100(1)(ε), δεν υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο, αλλά «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα» (άρθρο 93(4)). Έτσι, στην περίπτωση του «χαρατσιού», ο δικαστής θα κρίνει τη νομιμότητα της πράξης επιβολής ελέγχοντας παρεμπιπτόντως την αντισυνταγματικότητα του νόμου στον οποίο βασίζεται.[20] Ο νόμος όμως εξακολουθεί να ισχύει. Βέβαια, αν ένα από τα ανώτατα δικαστήρια κηρύξει νόμο αντισυνταγματικό, στην πράξη μένει ανενεργός. Αλλά το ΣτΕ δεν έχει δείξει προς το παρόν βούληση υπεράσπισης της νομιμότητας έναντι των αυθαιρεσιών με «ενθάρρυνση» από την ΕΕ, απορρίπτοντας το καλοκαίρι την προσφυγή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά του Μνημονίου Ι με μια νομικά διάτρητη επιχειρηματολογία.

Κι ενώ ελληνική κυβέρνηση και ΕΕ διαγωνίζονται για το ποιος θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των λίγων σε βάρος των (ακόμα και συνταγματικά προστατευόμενων) δικαιωμάτων των πολλών, διαγωνίζονται παράλληλα και για το ποιος θα αποποιηθεί πειστικότερα την ευθύνη για τις παρανομίες
και τις συνέπειές τους. Έτσι, για παράδειγμα, στο θέμα της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων, ο υπερβάλλων ζήλος της κυβέρνησης στέκει περήφανος στο πλάι των ποντιοπιλατικών τεχνικών της ΕΕ. Ο Επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων δήλωνε πρόσφατα ότι η ΕΕ δεν ζήτησε την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, και ότι δεν φανταζόταν ότι η υπερίσχυση των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών θα σήμαινε κατάργηση των τελευταίων.[21] Γενικότερα, η Κομισιόν διακηρύσσει διαρκώς ότι δεν αγγίζει τους μισθούς, καθώς αυτό θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητές της. Κι όμως, η «αντιστοίχιση των μισθών με την ανταγωνιστικότητα», δηλαδή η μείωσή τους, είναι βασική πολιτική της έγνοια.[22]

Εν αναμονή της μέλλουσας διακυβερνητικής συμφωνίας για την οικονομική διακυβέρνηση, και μετά τις δηλώσεις Παπαδήμου για υιοθέτηση του κανόνα περί ισοσκελισμένων προϋπολογισμών με συνταγματική μεταβολή ή άλλο ισοδύναμο τρόπο (δηλαδή;), τα «πάθη» της νομιμότητας δεν φαίνεται να έχουν τέλος. Η παλιά αίγλη της ευρωπαϊκής νομιμότητας και του κράτους δικαίου εξευτελίζεται αδιάκοπα στον βωμό της διάσωσης του κεφαλαίου. Τα μέτρα που επιβάλλονται από την ΕΕ, με σύμμαχο τις κυβερνήσεις, δεν είναι μόνο αντιλαϊκά και αντιδημοκρατικά, αλλά και παράνομα. Ελλείψει άλλων διεξόδων, μόνη λύση μένει η ανατροπή τους.


* * *

Σημειώσεις

[1] Υπόθεση C-43 8/05, The International Transport Workers’ Federation and The Finnish Seamen’s Union v Viking Line ABP and OÜ Viking Line Eesti, 11.12.2007, και C-34 1/05 Laval un Partneri Ltd v Svenska Byggnadsarbetareförbundet, Svenska Byggnadsarbetareförbundets avd. 1, Byggettan, Svenska Elektrikerförbundet, 18.12.2007.^
[2] Υπόθεση C-265/95 Επιτροπή κατά Γαλλίας, 9.12.1997.^
[3] Υπόθεση 26/62 Van Gend en Loos v Administratie der Belastingen, 5.2.1963, και 6/64 Flaminio Costa v ENEL, 15.7.1964.^
[4] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008 [2008/2133 (INI)].^
[5] Βλ. http://goo.gl/KGA5s και επίσης http://goo.gl/x3kSl.^
[6] M. Kerber, «Union monétaire et solidarité financière: Commentaires sur la legalité des aides financières accordées à des Etats de la zone euro au bord de la faillite», Occasional Paper 1/2010, Europolis.^
[7] Βλ. και B. de Witte, «The European Treaty Amendment for the Creation of a Financial Stability Mechanism», European Policy Studies, Ιούνιος 2011.^
[8] http://goo.gl/tPUDj.^
[9] http://goo.gl/HnPW7.^
[10] http://goo.gl/TyG1B.^
[11] Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα F.G. Jacobs, 21.3.2002, Υπόθεση C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου.^
[12] M. Smith, «Enforcement, Monitoring, Verification, Outsourcing: The Decline of the Infringement Process», European Law Review 33 (2008), σ. 777.^
[13] Υπόθεση 107/63 Plaumann, 15.7.1963.^
[14] Βλ. και Υπόθεση T-18/10 Inuit Tapiriit Kanatami κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, 6.9.2011.^
[15] Υπόθεση C-112/00 Schmidberger, 12.06.2003.^
[16] Ph. Αthanasiou, «Withdrawal and expulsion from the EU and EMU – Some reflections», ECB Legal Working Paper Series, Δεκέμβριος 2009.^
[17] http://goo.gl/acQBP.^
[18] http://goo.gl/VqDyG.^
[19] http://goo.gl/1qRxi.^
[20] Προς το παρόν, οι προσωρινές διαταγές ορισμένων πρωτοδικείων σε υποθέσεις σχετικές με το χαράτσι δεν υπεισήλθαν σε ζητήματα αντισυνταγματικότητας.^
[21] http://www.chountis.gr/index.php?page=text&CategoryId=2&id=1456.^
[22] Βλ. ενδεικτικά http://gesd.free.fr/wagecomp11.pdf.^


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου