Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Κοντραπούντο: Το Κίνημα, το Κόμμα και μια σύγκρουση…

Η στήλη Κοντραπούντο φιλοξενεί διαφορετικές απόψεις για ένα επίμαχο ζήτημα ευρύτερου πολιτικού ενδιαφέροντος. Στο τεύχος αυτό επιλέξαμε ως θέμα τα γεγονότα της Πέμπτης 20 Οκτωβρίου 2011 (δεύτερης ημέρας της 48ωρης γενικής απεργίας) στην πλατεία Συντάγματος. Τα κείμενα που ακολουθούν γράφτηκαν το τριήμερο 22 -24 Οκτωβρίου 2011.

1. A*
Ρίξτε παρακάτω ένα βλέφαρο στη δυσοίωνη «ενότητα της αριστεράς» που φτιάχνεται από προχτές, εν μέσω μπουκαλιών, πετρών και παλουκιών. Για το ΚΚΕ δεν χρειάζεται να πω τίποτα, ανοίξτε απλώς την τηλεόραση. ΑΝΤΑΡΣΥΑΚΟΕΑυγή. Από τον χυλό διασώζεται το άμοιρο ΕΕΚ, για προφανείς ιστορικούς και λιγότερο προφανείς κινηματικούς λόγους (η πολλή παρέα με την Α/Κ, βλέπετε...). Λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, μαζί με μερικές μη δημοκρατικές, σταχυολογούνται στο http://classwar.espiv.net/?p=1833. Λοιπόν, να το πούμε Ιστορικό Συμβιβασμό όλο αυτό το μελέ ή όχι ακόμα;

ΥΓ. Οι κομμουνιστογενείς φίλοι θα έχουν, φαντάζομαι, τις αντιρρήσεις τους. Αν και κακώς τις έχουν, και το σωστό θα ήταν να τις κάνουν γαργάρα, ας μην καταπιεστούν αν τους πνίγει το δίκιο τους και θέλουν… σωποδήποτε να εκφραστούν.


2. K*
Ακολουθούν όσα σταχυολόγησα εγώ σήμερα, με κάποιες διευκρινίσεις (ομολογώ ότι έχω χάσει, ελπίζω προσωρινά, κάθε διάθεση για χιούμορ) :


  1. Δεν είμαι «κομμουνιστογενής». Προσπαθώ, με όλες τις τεράστιες αντιφάσεις μου, να είμαι κομμουνιστής. Αλλά αυτή η ιδιότητα, όπως και η ιδιότητα του μέλους του ΚΚΕ (την οποία δεν κατέχω), είναι για μένα ιδιαίτερα τιμητικές και δεν θεωρώ τον εαυτό μου ούτε κατ’ ελάχιστο αντάξιό τους. 
  2. Δεν κάνω γαργάρα τίποτε (ειδικά όταν είμαι θυμωμένος).
  3. Είμαι απολύτως διχαστικός και δεν επιθυμώ καμία ενότητα, καμίας αριστεράς, εντός ή εκτός εισαγωγικών.
  4. Την Τετάρτη, το προδοτικό ΠΑΜΕ αποχώρησε από τη Βουλή, αφήνοντας ελεύθερους αριστεριστές και «παιδιά» να κάνουν το κέφι τους. Απ’ όσο ξέρω, η Βουλή δεν κάηκε, το αστικό κράτος δεν διαλύθηκε, ο ελευθεριακός κομμουνισμός (για τα «παιδιά») ή η έκδοση ευρωομολόγων (για τους «συντρόφους» του ΣΥΡΙΖΑ) δεν επιτεύχθηκαν. Η διαδήλωση πάντως διαλύθηκε στο άψε-σβήσε και οι μάζες των εκατοντάδων χιλιάδων έφυγαν από το Σύνταγμα χωρίς να συνταχθούν με τα «παιδιά», που εξέφραζαν αυθεντικά εκείνη τη στιγμή την «επαναστατική διάθεση των μαζών».
  5. α) Όταν το ΠΑΜΕ κάνει προσυγκεντρώσεις στην Ομόνοια, «απέχει» από το «κίνημα». Όταν πάει στο Σύνταγμα, είναι «ιδιοκτησία» του.
    β) Όταν το ΠΑΜΕ περιφρουρεί, είναι ΚΝΑΤ. Όταν οι μπάχαλοι διαλύουν διαδηλώσεις (βλ. Μάιο, Ιούνιο κ.λπ.) από τις οποίες το ΠΑΜΕ έχει «αποχωρήσει» για να μην υποκύψει στα ανοιχτά προβοκαρίσματα εναντίον του, που κάποιοι επιδιώκουν, ο αριστερισμός φωνάζει σύσσωμος: «Γιατί δεν έμεινε να περιφρουρήσει τη διαδήλωση;».
    γ) Όταν οι «Αγανακτισμένοι» κατασκηνώνουν στην πλατεία και δεν επιτρέπουν στο ΚΚΕ να στήσει ούτε ένα πανό, δεν πρόκειται για ιδιοκτησία του Συντάγματος αλλά για νόμιμη απόκρουση του «καπελώματος» από τα σταλινικά «κομματόσκυλα του ΚΚΕ».
    δ) Όταν το ΠΑΜΕ δέχεται προκλήσεις με συνθήματα, μπουκάλια κ.λπ., και αποχωρεί για να μη γίνει σύρραξη, τότε «το βάζει στα πόδια» και «προδίδει» το κίνημα. Όταν τα συνθήματα, μπουκάλια κ.λπ. γίνονται μολότοφ και μάρμαρα στα γυναικόπαιδα, τότε το ΠΑΜΕ μετατρέπεται σε ΚΝΑΤ.
    ε) Μισούμε το ΠΑΜΕ-ΚΚΕ, αυτό το προδοτικό μόρφωμα, και είμαστε φυσικά έτοιμοι να του την πέσουμε ανά πάσα στιγμή με κάθε τρόπο, αλλά το ΚΚΕ-ΠΑΜΕ δεν πρέπει να στήνει «διαχωριστικές γραμμές» και «στρατιωτικές περιφρουρήσεις» απέναντι στα υπόλοιπα στοιχεία και «μπλοκ του κινήματος». Την περιφρούρηση δεν την επιβάλλει, δυστυχώς, η δηλωμένη επιθυμία κάποιων να «βαρέσουν τους κνίτες όπου τους βρουν», αλλά η περιφρούρηση είναι αυτή που προκαλεί σε κάποιους την επιθυμία «να βαρέσουν τους κνίτες όπου τους βρουν». Πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευ’ το.
    στ) Όταν ο αστικός κόσμος παρακαλάει να βρει ευκαιρία να χρεώσει στο ΚΚΕ έναν «εμπρησμό του Ράιχσταγκ» και το ΚΚΕ αυτοπροστατεύεται, τότε χρεώνεται από τον «χώρο» (ή επαινείται προβοκατόρικα από τα κανάλια) ότι «προστατεύει τη Βουλή».
    ζ) Η ΓΣΕΕ είναι βέβαια «πουλημένη», αλλά το ΠΑΜΕ δεν πρέπει να υπάρχει διότι διαλύει την ενότητα του εργατικού κινήματος.
    η) Όταν το ΠΑΜΕ έχει στις διαδηλώσεις του χιλιάδες γέρους, γυναίκες, παιδιά, φοιτητές, απλούς εργαζομένους κ.λπ., τότε «κάνει περιπάτους» με «τα μέλη του κόμματος». Όταν περιφρουρεί αυτόν τον κόσμο (για τον οποίο έχει κάποια ευθύνη, σε αντίθεση με κάποιους που δεν αισθάνονται ευθύνη για κανέναν και τίποτε) και διατηρεί τη μαζικότητα μιας διαδήλωσης, απέναντι σε 500-1.000-1.500 «ορκισμένους επαναστάτες» και τα αναμενόμενα χημικά των ΜΑΤ, τότε στέκεται ενάντια στο «μαζικό» κίνημα.
    θ) Οι διαδηλώσεις θα πρέπει να είναι πολύ μαζικές και να κατεβαίνει πολύς και απλός κόσμος. Τα «μπάχαλα» δεν απομακρύνουν τον πολύ και απλό κόσμο από τις διαδηλώσεις, δεν προκαλούν αυτοστιγμεί τη διάλυση του πλήθους, δεν γενικεύουν το φόβο, δεν έχουν κάποιες φορές αθώα θύματα (βλ. Marfin), αλλά ίσα-ίσα εκφράζουν την «επαναστατική ετοιμότητα» του «μαζικού κινήματος», που την καταπνίγει το ΚΚΕ. Άσε δε που τα μπάχαλα οδηγούν κατευθείαν στην άμεση δημοκρατία.
    ι) Όταν το ΚΚΕ εξετάζει την ιστορία του και αποτιμά αρνητικά τη «Βάρκιζα», τότε είναι ζαχαριαδικό-σταλινικό, βρυκολακιασμένο κ.λπ. Όταν δεν εκτιμά ότι με «ντου» γίνεται η «επανάστα», τότε είναι το κόμμα της «Βάρκιζας».
    ια) Το ΚΚΕ δεν είναι ταξικό κόμμα, δεν ξέρει τι σκέφτονται οι άνθρωποι στις λαϊκές γειτονιές και στα εργοστάσια, και δεν έχει σύνδεση με τα (επαναστατικά) αισθήματα και τις επιθυμίες του κόσμου και των μαζών. Το ΕΕΚ, η Α/Κ και τα εντευκτήρια των πανεπιστημιακών του ΣΥΡΙΖΑ φυσικά έχουν.
    ιβ) Τέλος, για να μην τα πολυλογούμε: όταν το ΚΚΕ- ΠΑΜΕ έχει νεκρούς, τότε τα «ΚΝΑΤ» «αιματοκυλούν αγωνιστές».

Βαρέθηκα, σιχάθηκα, μπούχτισα.


3. A*
Να ξεκαθαρίσω ότι αυτό που με απασχολεί είναι το ενδεχόμενο μιας νέας κατασκευής της αστικής συναίνεσης και ο ρόλος του ΚΚΕ σε αυτή. Η «ενότητα της αριστεράς» που επικαλέστηκα (ειρωνικά
και προβοκατόρικα) σημαίνει απλώς ότι διάφοροι αριστεροί παίζει να είδαν φως και να έσπευσαν να ψαρέψουν στη βάση του ΚΚΕ, ξορκίζοντας, κι αυτοί με τη σειρά τους, τους «δολοφόνους προβοκάτορες» (μια αισχρή παραποίηση της πραγματικότητας που τη συντηρεί μανιωδώς το Κόμμα). Δεν εννοώ ότι θα δούμε κανένα «βρώμικο ‘89» all over again: ούτε ο πρωτότυπος Ιστορικός Συμβιβασμός είχε συγκυβέρνηση στο μενού· αλλιώς κατασκεύασε τη συναίνεση.


Για να μη μασάω τα λόγια μου, ιδού τι πιστεύω. Το ΚΚΕ ανέλαβε ρόλο φρουρού της Τάξης στον δρόμο, για το 48ωρο της γενικής απεργίας τουλάχιστον, επιδιώκοντας: α) να επιβεβαιώσει τον ρόλο του ως πρωτοπορίας και μόνου γνήσιου εκφραστή του «εργατικού-λαϊκού κινήματος» (για αυτό την πέφτει και με τόση λύσσα στο «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ»: το ΚΚΕ θέλει να φτιάξει το δικό του «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ»), και β) να συσπειρώσει και να διευρύνει τη βάση του εξασφαλίζοντας προνομιακή μεταχείριση από το καθεστώς ως «αξιωματική αντιμνημονιακή αντιπολίτευση»: αυτό σημαίνει και μεγαλύτερη προβολή από τα ΜΜΕ και ανοχή σε απεργίες και κινητοποιήσεις (βλέπω ουσιαστικά εδώ ένα δούναι και λαβείν παρόμοιο με αυτό μεταξύ κράτους και ΠΟΕ-ΟΤΑ: το διαπραγματευτικό ατού της ΠΟΕ-ΟΤΑ είναι η επιρροή της στο βαθύ ΠΑΣΟΚ, το αντίστοιχο ατού του ΚΚΕ είναι η προβοκατορολογία του και η δυναμική του στον δρόμο).

Προσωπικά δεν δίνω δεκάρα για τις φαντασιώσεις του ευρύτερου «κινήματος», τις μικροαστικές πίπες περί εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα, κ.ο.κ. Το ευρύτερο «κίνημα», από τη μικροαστική αριστερά ως την ομοιοπαθή της αναρχία, είναι τόσο πίσω πολιτικά και οργανωτικά ώστε το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αντιδρά με εξαρτημένα αντανακλαστικά στις πρωτοβουλίες του συστήματος: η αριστερά (μέχρι και ο Φωτόπουλος, να πούμε...) ψαρεύει, όπως είπα, στη βάση του ΚΚΕ και η αναρχία ξαναβρίσκει τα αγαπημένα της ΚΝΑΤ ως στόχο των μολότοφ και των μαρμάρων…

Ε, όλα αυτά τα ξέρει το ΚΚΕ, μαιτρ του οπορτουνισμού γαρ, και δεν διστάζει λεπτό να τα εκμεταλλευτεί. Έκανε ωστόσο κρίσιμα λάθη την Πέμπτη, με πρώτο και σοβαρότερο την καπηλεία του νεκρού (θα το βρει μπροστά του σύντομα). Έχει επίσης να αντιμετωπίσει τον όλο εργαλειακό χαρακτήρα του συναινετικού εγχειρήματος: αυτά που γράφεις, Κ*, περί «προβοκάτσιας» κατά του ΚΚΕ από το σύστημα είναι όλα εύλογα, και μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, όταν θα πάψει πια να φαίνεται χρήσιμη η λυκοφιλία ΚΚΕ-καθεστώτος. Φυσικά το ξέρει αυτό το ΚΚΕ, φυσικά το ξέρει και το καθεστώς. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να προκαθορίσω τη στάση του Κόμματος στο εγγύς μέλλον, ούτε τη στάση του συστήματος απέναντι στο Κόμμα: τα πράγματα είναι ρευστά, η δε κυρίαρχη τακτική του αστικού μπλοκ εδώ κι ενάμιση χρόνο είναι το «βλέποντας και κάνοντας». Αυτή νομίζω ότι θ’ ακολουθήσει και το ΚΚΕ, ως οργανικός παράγοντας του συστήματος.

Ας διευκρινίσω, τέλος, ότι δεν έχω τίποτα να καταλογίσω στην τίμια ταξική βάση του ΠΑΜΕ, που από μόνη της θα έπρεπε να καθιστά αυτομάτως απαγορευτική οποιαδήποτε σκέψη πεσίματος σε ένα τέτοιο μπλοκ, παρ’ όλα τα ΚΝΑΤ των περιφρουρήσεων. Αλλά ποιος έχασε το μυαλό του για να το βρουν οι ζάβλακες...


4. Μ*
Κατόπιν σύσκεψης του πολίτ μπιρό του εγκεφάλου μου, και αφού μου έφυγαν όλοι οι συναισθηματισμοί, άφησα τις τριτοδιεθνιστικές μάχαιρες και έβαλα τα ταξικά γυαλιά μου. Ομολογώ ότι είναι αρκετά θολά ακόμα.


Τα σημεία του Κ*, με εξαίρεση το πρώτο, με καλύπτουν σε μια πρώτη φάση, ωστόσο αυτά που επισημαίνει ο Α* έχουν κάποια βάση. Λέω κι εγώ τώρα:

α) Το ΚΚΕ είναι πρωτίστως ένα πολιτικό κόμμα που λειτουργεί από το 1974 μέχρι σήμερα με κοινοβουλευτικούς όρους, στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος. Διαθέτει μια γραφειοκρατία η οποία, πέρα από την ιδεολογία που υποθέτουμε ότι ενστερνίζεται, οφείλει και να εξασφαλίσει τους όρους αναπαραγωγής της (πολιτικούς και οικονομικούς). Η χυδαία δεκαετία του ‘90 δεν έδωσε πολλές διεξόδους.

β) Η «συνεργασία» ΚΚΕ-αστυνομίας (ή αστικού μπλοκ κατ’ επέκταση) είναι μια πραγματικότητα από τότε που ξεκίνησε το αντιτρομοκρατικό δόγμα. Η συνεργασία περιορίζεται στο δεν σας πειράζουμε-δεν μας πειράζετε, και όχι στην ανάληψη αστυνομικών καθηκόντων από την περιφρούρηση του ΚΚΕ, κάτι που βγαίνει εκ του αποτελέσματος, όχι εκ προθέσεως, και πηγάζει και από τη νοικοκυρίστικη λογική («πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα») που διέπει το σύνολο του χώρου του ΚΚΕ (ηγεσία-βάση-φίλοι).

γ) Το ΚΚΕ από το 1999 προσπαθεί να ισχυροποιηθεί μέσα από την οικοδόμηση μετώπων με άτομα ή προσωπικότητες, ώστε να αποφύγει την ανάγκη κάθε μετωπικής συνεργασίας με συλλογικότητες. Μπορεί αυτό να του στοίχισε εκλογικά, αλλά προτίμησε να αποφύγει διαχειριστικές θέσεις (σε δήμους ή συνδικάτα) και να μπετονάρει έναν σκληρό πυρήνα που θα αναπτύσσεται αργά και σταθερά. Αυτή η γραμμή επικράτησε θριαμβευτικά στις τελευταίες δημοτικές εκλογές και έγινε αισθητή με την ανάδειξη παλαιών και την ίδρυση νέων μετώπων σε άλλους χώρους. Μέσα σε αυτή την προσπάθεια εξέθρεψε μια λογική Μπους («όσοι δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας»). Αναγκαστικά, δεξαμενή του είναι κυρίως ένα μικροαστικό (περισσότερο ως τοποθέτηση και λιγότερο ως θέση) κομμάτι της κοινωνίας που δεν επιθυμεί ουσιαστική επαναστατική αλλαγή και καλύπτεται από την ασάφεια της «λαϊκής εξουσίας», καθώς δεν χρειάζεται να διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό την καθημερινή πρακτική του.


δ) Η διαλεκτική μεταξύ μιας βάσης η οποία αρνείται το... σύστημα (λέω σύστημα γιατί ουσιαστικά δεν στοχεύει καθαρά ούτε ενάντια στην αστική δημοκρατία ούτε ενάντια στις σχέσεις παραγωγής), χωρίς να μπαίνει στη διαδικασία φυσικά να αρνηθεί τον εαυτό της (γιατί δεν μπορεί να τον δει), και μιας ηγεσίας που θέτει ως προτεραιότητα την αναπαραγωγή της, καλυπτόμενη βέβαια πίσω από τη λενινιστική προτεραιότητα του κόμματος έναντι του κινήματος, έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνουμε την εικόνα ότι το ΚΚΕ περιφρουρεί το αστικό οικοδόμημα, σε τελική ανάλυση· αυτό, ωστόσο, δεν γίνεται εσκεμμένα. Εκτός αν μπούμε όλοι σε λογική συνωμοσιολογίας, την οποία εγώ αρνούμαι να ενστερνιστώ, κυρίως επειδή δεν μας αφήνει καμιά διέξοδο πέρα απ’ το να κάτσουμε όλοι σπίτια μας και ν’ αφήσουμε τα σκοτεινά κέντρα και τις συμφωνίες κυρίων να κάνουν τη δουλειά τους.

ε) Θεωρώ κακεντρέχεια την εκτίμηση ότι οι υπόλοιποι αριστεροί πήραν τη θέση που πήραν για να εξασφαλίσουν ψηφαλάκια. Το ΚΚΕ, πέρα από την εκνευριστική του εικόνα με τους δεκάδες χιλιάδες στις γραμμές του και την περιφρούρησή του (την οποία πολλοί θα ήθελαν να είχαν), έκανε ένα βήμα προσέγγισης στους υπόλοιπους, με τον δικό του αυτιστικό τρόπο, μετά από αίτημα μέρους της βάσης του. (Δεν θεωρώ ότι ήθελε να κάνει επίδειξη δύναμης στους υπόλοιπους διαδηλωτές. Μια σοβαρή περιφρούρηση δεν αφήνει κανέναν να κάνει βόλτες στο μπλοκ της. Αυτή η ελευθερία, του «κατεβαίνω στη συγκέντρωση όποτε μου γουστάρει και πάω βόλτες πάνω κάτω να δω κάνα γνωστό», έχει καταντήσει αηδία... Από την άλλη, μια σοβαρή περιφρούρηση αφήνει διεξόδους στους εκτός για να μην ποδοπατηθούν σε περίπτωση επίθεσης της αστυνομίας. Αλλά επειδή οι ΚΚΕ έχουν ξεχάσει
πώς είναι οι συγκρούσεις, και ζουν στον αστερισμό της απομόνωσής τους, δεν το σκέφτηκαν καν!) Οι διάφοροι «αυθόρμητοι» φυσικά δεν έχουν κανένα εργαλείο ερμηνείας των πραγμάτων και θέλησαν να κάνουν του κεφαλιού τους, δρώντας ως πρωτοπορία όχι μόνο σε επίπεδο λόγου αλλά και σε επίπεδο πράξης, όπως πάντα. Επειδή βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους μοναδικούς οργανωμένους που θα μπορούσαν να τους αποκρούσουν, τόσο λόγω μπετοναρισμένης γραμμής όσο και λόγω αντανακλαστικών αυτοπροστασίας, λυσσάξανε και μετά τις φάγανε. Και δικαίως τις φάγανε, γιατί κάποιος τους απάντησε με το ίδιο και χειρότερο νόμισμα.

Δεν παίρνω θέση υπέρ της μπαχαλοπορείας ή υπέρ της προκομμένης πορείας. Ούτε θεωρώ ότι οι επιθέσεις της αστυνομίας βρίσκουν πάτημα στα μπάχαλα, αλλιώς θα μπορούσαμε να καθόμαστε όλοι ήσυχα μπροστά στη Βουλή και θα πετυχαίναμε τον στόχο μας. Ούτε ότι φταίει η περιφρούρηση του ΠΑΜΕ που δεν έγινε η είσοδος στα χειμερινά ανάκτορα για να αποτρέψουμε την ψήφιση του νομοσχεδίου. Υπάρχει η στιγμή και το όλο. Η τοποθέτηση και η θέση. Θεωρώ ότι η στιγμή δικαίωσε ένα πλανημένο όλο και η τοποθέτηση άλωσε κάθε έννοια θέσης. Και ότι το αστικό μπλοκ στήνει γλέντι μπροστά στην κοντοθωριά της εργατικής τάξης, ελλείψει σοβαρού πολιτικού υποκειμένου. Δεν ξέρω αν βγάζω νόημα...

Επίσης θα ήθελα να επισημάνω τον υπερβολικό βαθμό φλωριάς που πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας. Υπήρξε νεκρός. Εγώ δεν έχω καταλάβει υπό ποιες συνθήκες συνέβη αυτό. Εικάζω ότι έγινε ως εξής: ένταση, αρρυθμία και ανακοπή. Οι «άλλοι» έσπευσαν να κατηγορήσουν το ΚΚΕ ότι εκμεταλλεύτηκε τον νεκρό του παρουσιάζοντάς τον ως θύμα προβοκάτσιας και όχι του κράτους που ρίχνει χημικά. Όλοι τελικά συμβάλλουν στην άποψη ότι οι πορείες πρέπει και μπορούν να είναι ειρηνικές. Ε, όχι! Όλοι τροφοδοτούν τη σημασία της ατομικής αυτοσυντήρησης έναντι του συλλογικού αγώνα, που –τι να κάνουμε– δεν περιορίζεται σε βόλτα. Δεν μπορεί να είναι βόλτα. Τόσο εξαιτίας της αστικής καταστολής όσο και εξαιτίας των ενδοταξικών αντιθέσεων.

Τελικά: δεν έχω πρόβλημα με την περιφρούρηση του ΠΑΜΕ, έχω πρόβλημα με την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ. Τελικά: δεν έχω πρόβλημα με τη σύγκρουση, έχω πρόβλημα με τους νεοφιλελεύθερους όρους υπό τους οποίους λαμβάνει χώρα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μπορώ να συζητήσω με έναν οργανωμένο πολιτικό χώρο, αλλά δεν μπορώ να συζητήσω με το χυμαδιό, που δεν έχει καμιά γραμμή, που ενώνεται υπό τη σημαία του αντι-κκεδισμού. Που λειτουργεί με επιλεκτική ιστορική μνήμη και θυμάται τη Βάρκιζα αλλά ποτέ το ΕΑΜ. Που γουστάρει από τη μια τον Άρη Βελουχιώτη, αλλά χρεώνει σε ένα μεταφυσικό κακό κόμμα την ΟΠΛΑ ή τις σφαγές τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών, λες και δεν υπήρξε μέτοχος σε αυτό και ο άγιος Άρης. Που μπορεί να αποποιηθεί κάθε ευθύνη χρησιμοποιώντας την κουκούλα του αυθόρμητου χυλού ατομικοτήτων, που δεν έχουν να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν και πουθενά.

5. Κ*
Καταρχάς, Μ*, αυτό που μπορείς να κάνεις, είναι να γράφεις τέτοια κείμενα, που αν μη τι άλλο πυροδοτούν ενδιαφέρουσες κουβέντες. Από πλευράς μου, χαίρομαι που το πράγμα (και από το κείμενο του Α* και από το κείμενο της Μ* βγαίνει αυτό) πηγαίνει συνεχώς προς τα εκεί όπου βρίσκεται η ουσιαστική διαφωνία.

Ludwig Meidner, Revolution (1913).
Πρόκειται για μια διαφωνία κατεξοχήν πολιτική και σε μεγάλο βαθμό φιλοσοφική-θεωρητική. Η διαφωνία, θεωρώ, έγκειται στο πρόβλημα που ταλαιπωρεί την αριστερά, και την αριστερά της, από τη γέννησή τους: το πρόβλημα του Κόμματος, και πιο συγκεκριμένα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η ουσία της προβληματικής κινείται γύρω από κλασικά θέματα συζήτησης/αντιπαράθεσης: λενινιστικό Κόμμα έναντι Κινήματος, πολιτική στα όρια (συνεχώς εντός και εκτός) των γραμμών του συστήματος έναντι αδιάπτωτου αντικαπιταλισμού. Με λίγα λόγια, σε όλη τούτη την αντιπαράθεση (την πάντα γόνιμη, πάντα επίκαιρη), καθένας παίρνει μια θέση που εξαρτάται, νομίζω, κατά βάθος από το κατά πόσο πείθεται από τη σκέψη και τα γραπτά του Λένιν (όχι ως δόγμα, αλλά ως τεράστια τομή στην πολιτική σκέψη). Τελικά εκτιμώ ότι η λενινιστική σκέψη και πράξη παραμένει ο κεντρικός
τόπος προς τον οποίο κανείς συγκλίνει ή από τον οποίο αποκλίνει ώστε να πάρει μια θέση από τη μια ή από την άλλη πλευρά του ποταμού. Θα μπορούσαμε κάλλιστα, αντί να κάνουμε την κουβέντα που κάνουμε τώρα, να συζητάμε π.χ. εξίσου για το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με το Τι να κάνουμε; ή με τον Αριστερισμό. Οι γραμμές θα διαφαίνονταν το ίδιο καθαρά (αιώνια επανάληψη του ίδιου, μήπως, νιτσεϊκέ Α*;).

Η Μ* και ο Α* έχουν βάλει ένα σωρό ζητήματα. Ένα από αυτά είναι μια φοβερή δυσπιστία απέναντι στον αντικαπιταλισμό ή τον «αντισυστημισμό» του κόμματος. Έχω την εντύπωση ότι αυτού του είδους η πολεμική (την οποία θυμάμαι τον εαυτό μου να αναπαράγει ανέξοδα τότε που ήμουν στον αριστερισμό) είναι μια πολεμική που ίσως θα ταίριαζε στο ΚΚΕ της δεκαετίας του ‘80, στο ΚΚΕ του «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» ή της ενθουσιώδους υποδοχής της «Περεστρόικας» και του ενιαίου Συνασπισμού. Τα πράγματα από τότε έχουν αλλάξει εντελώς. Ποιος δεν το βλέπει; Και έχουν αλλάξει από τον περιβόητο «σταλινικό» Περισσό, που πλέον δέχεται βολές (από τον ανανεωτικό χώρο) επειδή κριτικάρει (σε ιστορικό επίπεδο, αλλά ουσιαστικά δείχνοντας την πολιτική που θα ακολουθήσει στο μέλλον) τη Βάρκιζα όσο και το ιερό τοτέμ της ενιαίας αριστεράς, την ΕΔΑ (και κατεξοχήν όλο το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, χωρίς πάντα οι κριτικές του να είναι, κατά τη γνώμη μου, εύστοχες προς αυτή την κατεύθυνση, τουλάχιστον ως προς τα αίτια εμφάνισής του). Επίσης, θεωρώ αυτού του είδους την κριτική εκ μέρους της Μ* και του Α* άτοπη, στον βαθμό που οποιοδήποτε έντυπο του Κόμματος και οποιαδήποτε κομματική απόφαση κι αν διαβάσει κανείς, θα δει μια ευθεία, συστηματική, σκληρή κριτική ακριβώς στις σχέσεις παραγωγής, στην αστική «δημοκρατία» κ.λπ., έως σημείου «δογματικής εμμονής». Αμφισβητεί κανείς ότι σήμερα το ΚΚΕ πολιτεύεται με τρόπο ιδιαίτερα ξεχωριστό για ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κόμμα; Υπάρχει ΚΚ στην Ευρώπη που να θέτει σήμερα ως καθημερινό ζήτημα πολιτικής ζύμωσης και προπαγάνδας την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την ανακλητότητα των αντιπροσώπων του λαού στο πολιτικό σύστημα στο οποίο προσβλέπει (αυτό είναι λαϊκή εξουσία-λαϊκή οικονομία: τα ντοκουμέντα –για του λόγου το αληθές– υπάρχουν παντού); Που να τα λέει στην τηλεόραση (!!!), στα συνδικάτα, στις διαδηλώσεις; Που να «σεχταρίζει» (όπως κατηγορείται) προτάσσοντας μια τέτοιου είδους πολιτική πρόταση; Θεωρείτε ότι είναι απλό και εύκολο ένα μαζικό κόμμα να τραβάει μπροστά μια τέτοια, σχεδόν «τρελή» γραμμή (είκοσι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, σε μια Ευρώπη όπου δεν υπάρχει ούτε ένα πολιτικό του αντίστοιχο, εξαιρουμένου ίσως του πορτογαλικού ΚΚ) και να μη γίνεται «ΚΚΕ-μλ» σε ποσοστό λαϊκής αποδοχής;

Φίλοι, η προσπάθεια δεν υπήρξε μικρή (σκεφτείτε πως αυτή η γραμμή άρχισε να τίθεται ήδη από τις αρχές του ‘90, την εποχή της πτώσης του Τείχους, την εποχή της «ευημερίας»), το πολιτικό ρίσκο είναι τεράστιο (η περιβόητη γραφειοκρατία του Περισσού δεν θα προτιμούσε, μήπως, έναν υπουργικό θώκο από το να τη «βρίζουν» καθημερινά για τις «εκτός τόπου και χρόνου» «σοσιαλιστικές» της «κορώνες»;). Απορώ πώς δεν τα βλέπετε και πώς δεν τα αναγνωρίζετε όλα αυτά. Μπορώ να καταλάβω να μη θέλει ή να μην αντέχει κανείς να διαβάζει Ριζοσπάστη (ναι, συμφωνώ με την γκρίνια περί «ξύλινων», κακογραμμένων άρθρων – όχι όλων, όχι πάντα) ή ΚΟΜΕΠ, αλλά νομίζω ότι τουλάχιστον είναι άτοπο να αντιμετωπίζουμε το σημερινό ΚΚΕ, με τα χιλιάδες λάθη και προβλήματά του, ως ένα κόμμα που αλληθωρίζει προς τη σοσιαλδημοκρατία.Γιατί περί αυτού πρόκειται τελικά.

Carlo Carrà, Il Funerale dell’anarchico Galli (1911).
Και μια λίγο παράδοξη επισήμανση, για να είμαι καθαρός: θα ήμουν υπέρ του Κόμματος (διαφωνώντας ίσως) ακόμη κι αν έκανε ή κάνει στο μέλλον μια «οπορτουνιστική», με τα σημερινά δεδομένα, στροφή. Πιθανότατα θα ήμουν με το ΚΚ (όπως βλέπω τα πράγματα σήμερα σχετικά το πώς τοποθετούμαι απέναντι στο φαινόμενο «Κόμμα») και στη χαζή δεκαετία του ‘80 και στην περίοδο της ΕΔΑ και στην περίοδο του ζαχαριαδισμού. Όχι από δογματισμό ούτε από τυφλή προσήλωση στον Θεό-Κόμμα ούτε βέβαια από καιροσκοπισμό του τύπου «όπου φυσάει η γραφειοκρατία». Από ακλόνητη πίστη, όμως, ότι ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, κατά μία λοξή, ίσως, αντίληψη που με διακρίνει, επιβάλλεται να είναι ιστορικό, με την έννοια ότι επιτρέπεται και επιβάλλεται να κάνει λάθη, να υποκύπτει σε πιέσεις, να χάνει τον δρόμο του στο χάος της πολιτικής ρευστότητας, να τον ξαναβρίσκει, να θριαμβεύει, να συμμαχεί, να σεχταρίζει και ό,τι άλλο θέλετε. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν υπάρχει αδιαμεσολάβητο κίνημα ούτε αδιαμεσολάβητη πάλη των τάξεων. Και επομένως, στον βαθμό που θεωρώ την πολιτική μορφή-Κόμμα αναγκαία, χρήσιμη και, πολύ περισσότερο, επικαθοριστική της ιστορίας και επικαθοριζόμενη από αυτήν, προτιμώ μια τέτοιου είδους συναρπαστική (πότε θλιβερή, πότε χαρούμενη) οργανική ιστορικότητα από τον ευκολότατο δρόμο μιας στάσης που από μακριά κρίνει πάντοτε και τα πάντα, με μέτρο έναν αδιαφοροποίητο ριζικό «αντισυστημισμό».


Ναι, εδώ θα μπορούσα να διακρίνω μια ένσταση: μοιάζει, με αυτά που είπα ως τώρα, να υποστηρίζω ένα Κόμμα που είναι κάθε φορά οτιδήποτε, ένα άθυρμα των καιρών και της Ιστορίας. Μέγα λάθος: είμαι με το Κομμουνιστικό Κόμμα, με τη μορφή-Κομμουνιστικό Κόμμα, αν θέλετε, ακριβώς εξαιτίας της καταστατικής αρχής του να είναι και να παραμένει Κομμουνιστικό. Αυτή η καταστατική αρχή (που ως καταστατική αρχή ταιριάζει ακριβώς στην πολιτική μορφή-Κόμμα) είναι ο τόπος εντός του οποίου ξεδιπλώνεται η ιστορική ρευστότητα στην οποία υποκύπτει και το Κόμμα ως ένα διαρκές ερμηνευτικό εγχείρημα του εαυτού του και ως ένα πάντα περίπλοκο πρακτικό ενέργημα στον πολιτικό στίβο μιας διαφορετικής κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, διαμορφούμενης συγκυρίας έναντι της οποίας είναι αναγκασμένο να αναμετράται και να τοποθετείται.

Εντάξει, ξεσκίστηκα στη φιλοσοφικούρα τώρα...

6. Μ*
Κ*, θέλω να κάνω μια επισήμανση: νωρίτερα είπα «βάση» ακριβώς επειδή η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η ανακλητότητα των αντιπροσώπων (αν και πάλι βρίσκω τους όρους ασαφείς στο γενικότερο κόντεξτ της «λαϊκής εξουσίας») αναφέρονται στα έντυπα του κόμματος. Τα έντυπα δεν είναι προϊόν της βάσης, αλλά της ηγεσίας. Δεν πιστεύω ότι η βάση του ΚΚΕ αντιλαμβάνεται τι θα πουν αυτοί οι όροι στην επαναστατική τους διάσταση και τι απαιτείται για την επίτευξή τους. Και το πρόβλημα ξεκινά από τη συμμετοχή των κομμουνιστών στο αστικό πολιτικό σύστημα και από ό,τι αυτό συνεπάγεται (χωρίς να τους το χρεώνω ως σφάλμα· απλώς η συμμετοχή είχε τις συνέπειές της: οι αστοί βγήκαν κερδισμένοι). Εν προκειμένω, η συγκεκριμένη γραμμή που χάραξε το ΚΚΕ είχε ως παράπλευρη απώλεια την κριτική ικανότητα και συνείδηση των μελών του. Ούτε κι εγώ πιστεύω στο αδιαμεσολάβητο κίνημα ή στην αδιαμεσολάβητη πάλη των τάξεων, αλλά ο τρόπος διαμεσολάβησης είναι κρίσιμος για την επιτυχημένη ή αποτυχημένη έκβασή της. Και το Κόμμα δεν είναι κάτι υπερβατικό: άλλο το Κόμμα των Μαρξ-Ένγκελς, άλλο του Λένιν, άλλο του Στάλιν κ.λπ. Τες πα... Στο φιλοσοφικό κομμάτι δεν σε πιάνω – ίσως είμαι λίγο ουγκ.

7. Α*
Επανέρχομαι για ν’ αναδιατυπώσω άλλη μια φορά το σημείο που εμένα με απασχολεί, σήμερα που μιλάμε, περισσότερο απ’ όλα. Και το σημείο αυτό δεν είναι ούτε οι σχέσεις αριστεράς-ΚΚΕ (νομίζω ότι φάνηκε σε πόση εκτίμηση έχω την αριστερά πλην ΚΚΕ – και αν όχι, περιορίζομαι να επιμείνω στον μαϊμουδίσιο οπορτουνισμό της), ούτε οι σχέσεις ΚΚΕ-ρεφορμισμού (Κ*, δεν πρόκειται περί αυτού: το ΚΚΕ σαφώς και δεν είναι ρεφορμιστικό, ισχύει απόλυτα ότι είναι sui generis σήμερα), ούτε καν οι σχέσεις ΚΚΕ-κυβέρνησης/κράτους (όπως πολύ πρόχειρα το έθεσα σε προηγούμενες αποψάρες μου).

Renato Guttuso, I funerali di Togliatti (1972).
Το σημείο λοιπόν που με «καίει» είναι ο ρόλος που καλείται να αναλάβει, και εν πολλοίς αναλαμβάνει κατά τη γνώμη μου, το ΚΚΕ στην εγχώρια αστική συναίνεση, που αναδιαρθρώνεται κι αυτή, όπως όλα τα πράγματα, τούτες τις μέρες. Η Μ* με πρόλαβε στο ιστορικό μέρος του ζητήματος: συμφωνώ ότι το «κακό» ξεκινάει με τη συμμετοχή του Κόμματος στο αστικό πολιτικό σύστημα. Παρ’ όλα τα πλεονεκτήματα, μέχρι σημείου παγκόσμιας πρωτοτυπίας, που απαρίθμησε ο Κ*, η κεντρική αυτή επιλογή συνιστά μια γνήσια αντίφαση ουσίας, που λέει και ο Κάρολος: είναι σύμφυτη με το σύστημα (εν προκειμένω, το αστικό πολιτικό –και όχι μόνο– σύστημα), και μάλιστα το κινεί, το κάνει αυτοκινούμενο, για την ακρίβεια. Όλες οι μεταμορφώσεις, οι μετεξελίξεις, οι ιστορικές παραλλαγές στις οποίες αναφέρεται ο Κ* πρέπει από αυτή την άποψη να θεωρηθούν συστημικές, και όχι ενδείξεις μιας αφελούς «ιστορικότητας» (του Κόμματος). Και όλες οι καθημερινές, επιφανειακές αντιφάσεις που αντιμετωπίζει το Κόμμα (από τις εθνικιστικές του παρεκκλίσεις μέχρι την εξόχως ενδιαφέρουσα και σχιζοφρενική θεωρία και πρακτική του σε εργασιακά ζητήματα, τους απολυμένους
του που δεν είναι απολυμένοι, τις επιχειρήσεις του που δεν είναι επιχειρήσεις, τα αφεντικά του που δεν είναι αφεντικά κ.ο.κ.) πρέπει ομοίως να θεωρηθούν επιφαινόμενα της ίδιας ουσιώδους αντίφασης που το χαρακτηρίζει. Μη συνεχίσω άλλο σε αυτό το μοτίβο, γιατί θα καταλήξω να περιγράφω όχι το ΚΚΕ, αλλά το Κεφάλαιο το ίδιο (ή μήπως δεν διαφέρουν δομικά και τόσο;...), πράγμα που το έχουν ήδη κάνει άλλοι, αρμοδιότεροι από μένα.

Το λοιπόν, πώς εκφράζεται τη σήμερον αυτή η «αντίφαση ουσίας» του ΚΚΕ; Τα ΜΜΕ το λένε φόρα παρτίδα, όσο θέλουμε προβοκατόρικα μεν, με τη σιγουριά ωστόσο της συστημικής οπτικής (ομολογώ ότι ούτε εγώ νιώθω ωραία γράφοντας όλη την ώρα «συστημικό» και «σύστημα», αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια): «το ΚΚΕ έσωσε/σώζει/θα σώσει ακόμα μια φορά την αστική δημοκρατία». «Η τελευταία εφεδρεία της αστικής δημοκρατίας πριν τα τανκς», όπως το έχουν θέσει αντίστροφα «τα παιδιά» (τα οποία, παρεμπιπτόντως, συγχύζονται τόσο με αυτή την έκφραση όσο τα μέλη του ΠΑΜΕ με την έκφραση «ΚΝΑΤ»). Θέλει, άραγε, να κάνει τίποτα τέτοιο το ΚΚΕ; Μπορεί, μήπως, να το κάνει; Το βέβαιο είναι ότι το αστικό πολιτικό σύστημα (αφήνω κατά μέρος το οικονομικό: παραείναι «ουσιωδώς αντιφατικό» για να το θίξω) και θέλει από το ΚΚΕ να το κάνει και πιστεύει ότι μπορεί να το κάνει. Κατά βάση, αυτό τρίβει, με εξοργιστική (πράγματι) χαιρεκακία, στα μούτρα του ΚΚΕ: έλα τώρα που δεν θες – αφού μπορείς!


Το ίδιο το ΚΚΕ, όμως; «Θέλει»; Εγώ πιστεύω ότι «θέλει», με την έννοια ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Το χρειάζεται το γαμημένο το αστικό πολιτικό σύστημα, είναι όρος της ύπαρξης και της επιβίωσής του, πώς να το κάνουμε; Το θέλει, λοιπόν, το αστικό πολιτικό σύστημα, αλλά όσο γίνεται πιο απογυμνωμένο, πιο «καθαρό», πιο κενό. Το θέλει απονομιμοποιημένο, απαξιωμένο, αποδεκατισμένο, αδύναμο, όλα τα α-στερητικό. Αυτό δεν είναι πολιτική πια, είναι έρωτας... Όταν λοιπόν η μικροαστική μας Ψωροκώσταινα, μαζί με την ποστ-ποστ-μόντερν πιτσιρικαρία της και το «λούμπεν» μεταναστευτικό δυναμικό της, βολοδέρνει στους δρόμους και τα σπάει, βάζει μπουρλότα, πλιατσικολογεί, μουτζώνει τη Βουλή, καταλαμβάνει πλατείες, φαντασιώνεται οδοφράγματα, το ρίχνει στον πετροπόλεμο, κάνει τέλος πάντων όλα αυτά τα ξεκούδουνα που κάνει κατά καιρούς «το κίνημα», όταν δηλαδή «οι θεσμοί» γίνονται ανέκδοτο, τότε ακριβώς είναι που το ΚΚΕ ερωτεύεται απ’ την αρχή ξανά όλη τη διαλυμένη αστική νομιμότητα και την υπερασπίζεται πάση θυσία (γιατί «χίπηδες εμείς δεν είμαστε»). Μην του πείτε όμως του Κόμματος, όταν περνάει αυτή τη φάση του, ότι είναι φόλα μονογαμικό, πιο αντιδραστικό κι απ’ τον μπάρμπα μου τον Λάκη, γιατί τότε τα παίρνει κρανίο – και ξαμολιέται να φάει τους «χίπηδες» ζωντανούς – ή, έστω, να τους αλλάξει μυαλά.

Αααχ, έτσι είναι οι μεγάλοι έρωτες... αλλά παρεκτράπηκα. Ας περάσω, κλείνοντας (ή σχεδόν), στο χειρότερο απ’ όλα, στο ότι δηλαδή αυτή η φύση/στάση του ΚΚΕ μοιάζει να είναι και προς τιμήν του. Και μοιάζει να είναι προς τιμήν του, γιατί το αντίπαλο δέος (ο Αλλάχ να το κάνει τέτοιο) μοιάζει να είναι με τη σειρά του το καγκουρομπάχαλο το ίδιο. Πρέπει όμως να θυμόμαστε τη συστημική «αντίφαση ουσίας» που όλα τ’ αλέθει: αν το ΚΚΕ μπορεί ως κοινοβουλευτικό κόμμα να φαντάζει (και να είναι, σε ό,τι το αφορά) επαναστατικό, πρέπει να μπορεί και η μπαχαλοκαγκουριά να φαντάζει (και να είναι, σε ό,τι την αφορά) εξίσου επαναστατική! Μη γελάτε, δεν τρελάθηκα (ακόμα). Περιττεύουν οι αποδείξεις για το πόσο επαναστατική μπορεί να φαντάζει η μπαχαλοκαγκουριά: το βλέπουμε καθημερινά στα Εξάρχεια, εσχάτως δε και στο Σύνταγμα... Λιγότερο φανερό είναι το πόσο επαναστατική μπορεί να είναι η μπαχαλοκαγκουριά. Δεν ισχύουν όμως εδώ τα ίδια κριτήρια ουσίας με αυτά που ισχύουν για το Κόμμα: αν το Κόμμα είναι επαναστατικό όταν περιφρουρεί τη Βουλή (ή, έστω, τις συγκεντρώσεις του) και κάνει πετυχημένες απεργίες (γιατί αυτά το αφορούν), η μπαχαλοκαγκουριά είναι επαναστατική όταν π.χ. «δεν πληρώνει», όταν λουφάρει στη δουλειά, όταν τις παίζει με μπάτσους, όταν κανονίζει να τραμπουκίσει κάνα αφεντικό, κάνα βουλευτή, κάνα δημοσιογράφο – γενικά, όταν περνάει καλά. Μα, θα μου πείτε, είναι αυτά τα πράγματα ταξική πάλη; Ε, λίγο, είναι, ναι. Η ιταλική Αυτονομία βασίστηκε ανέκαθεν σε τέτοιες «βρωμιές» για να φτιάξει τον μπαχαλουά μαρξισμό της – μέχρι και στην τεχνοφρικιάρικη εκδοχή τους τις είδε αυτές τις «βρωμιές», χωρίς, μάλιστα, να λέει μαλακίες (συνήθως). Αλίμονο, αγαπητοί Κ*, Μ*, υπάρχει και αδιαμεσολάβητη ταξική πάλη – και ίσως εκτιμήσετε ότι δεν επικαλέστηκα καθόλου ως εδώ τις υψηλές, «κουλτουριάρικες» μορφές της, όπως τον αντισεξισμό, τον αντιφασισμό, τον αντιρατσισμό, την οικολογία κ.ο.κ., παρόλο που (στο επίπεδο που με ενδιαφέρει) δεν τα θεωρώ κάτι τέτοια φλου ανθρωπισμό, αλλά αυτό ακριβώς που προείπα: αδιαμεσολάβητη ταξική πάλη.

Κι έτσι θα κάμουμε επανάσταση, σύντροφε; – θα ρωτήσετε. Πάλι ξύπνησε ο Φρειδερίκος μέσα σου και μας τα γκρεμίζεις νυχτιάτικα (ή πρωινιάτικα); Παραδέχομαι με συντριβή ότι έτσι δεν θα κάμουμε επανάσταση: ακόμα θα μας λείπει απελπιστικά η οργάνωση. Μόνο που αυτή η οργάνωση παρακάμπτει τελείως το Κόμμα, νέου ή παλιού τύπου, για να μη μιλήσω καν για φανταστικά πλάσματα όπως «ο χώρος». «Να οργανώσουμε την απαισιοδοξία», «να λειτουργήσουμε σε σημαντικά σημεία της σφαίρας των εικόνων», ζήταγε ο Μπένγιαμιν. Και αυτό, ξανα-μανά αλίμονο, (μπορεί να) είναι ακόμα κι ένα κάλεσμα διαταξικό – πράγμα που δεν είναι προς περιφρόνηση στην ωραία, διαταξική, αταξική, υπερταξική, ακραιφνώς ταξική, και όλα αυτά μαζί, Ψωροκώσταινά μας.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου