Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Βιβή Αντωνογιάννη - Γιάννης Βογιατζής: Η αυτοκτονία ως μία εκ των αντιμνημονιακών τεχνών


Η αυτοκτονία ήταν ανέκαθεν σαγηνευτική. Είτε ως αξιοπερίεργο συμβάν είτε ως «κοινωνικό φαινόμενο» ασκεί απροσδόκητη γοητεία. Το μαρτυρούν όλες οι λογοτεχνικές αυτοκτονίες της ιστορίας: αυτοκτονίες μυθιστορηματικών χαρακτήρων, αυτοκτονίες λογοτεχνών. Σε οριακές εποχές, η αυτοκτονία γίνεται πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και ο αυτόχειρας διακύβευμα για το οποίο ερίζουν πολιτικές δυνάμεις. Πάνω απ’ τον (αμήχανο) τάφο του κονταροχτυπιούνται αντίπαλες πολιτικές ιδεολογίες. Ή έτσι φαίνεται. 

Στην «κρίσιμη» εποχή μας, η σαγήνη της αυτοκτονίας έχει επιστρέψει εμφατικά, θυμίζοντας εποχές από το (όχι και τόσο μακρινό) παρελθόν μας.

εφ. Εμπρός, 8.10.1930


Αυτοκτονίες: «η ασθένεια της εποχής»
Έχουν όντως αυξηθεί οι αυτοκτονίες στις μέρες μας; Αν πιστέψουμε τις δημοσιογραφικές και διαδικτυακές πηγές, το φαινόμενο γνωρίζει «πρωτοφανή» έξαρση. Πέρα από τις αυτοκτονίες που έκαναν αίσθηση και έγιναν πρώτο θέμα στις ειδήσεις (Χριστούλας, Μετοικίδης, γιατρός στη Λαμία), οι εφημερίδες είναι καθημερινά γεμάτες με ειδήσεις για νέες αυτοκτονίες, τα ενημερωτικά site έχουν καθιερώσει σχεδόν μόνιμες στήλες για τους αυτόχειρες, ενώ συνεχώς ξεπηδούν νέα μπλογκ και ιστοσελίδες (με εύγλωττα ονόματα, όπως http://autoktoniaellada.blogspot.gr) που καταγράφουν και ταξινομούν τις αυτοκτονίες στη χώρα. Από τον χορό δεν θα μπορούσαν να λείπουν, ασφαλώς, και διάφορες ΜΚΟ, οι οποίες, επιδεικνύοντας την κοινωνική ευαισθησία τους, σπεύδουν να βάλουν και αυτές το λιθαράκι τους στον αγώνα κατά της αυτοκτονίας. Η Κλίμακα, π.χ. –ένας «Μη Κυβερνητικός Οργανισμός, με δραστηριότητες που στοχεύουν τόσο στην διάθεση υπηρεσιών ψυχικής υγείας όσο και στην υλοποίηση προγραμμάτων κοινωνικής ενσωμάτωσης ευάλωτων ομάδων πληθυσμού»– δημιούργησε το δικό της μπλογκ (http://suicidehelp-klimaka.blogspot.gr) προκειμένου να συνδράμει υποψήφιους αυτόχειρες, αλλά και να βοηθήσει στην καθημερινή καταμέτρηση των αυτοκτονιών. Καθημερινά, ανησυχητικά ρεπορτάζ και δυσοίωνες αναλύσεις κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την «τεράστια αύξηση» του αριθμού των αυτοκτονιών (π.χ. το ΕΚΑΒ ανακοίνωσε ότι, μόνο τον Ιούνιο, σημειώθηκαν 350 απόπειρες αυτοκτονίας, εκ των οποίων, 50 «κατέληξαν»»· η είδηση έκανε αμέσως τον γύρο του ίντερνετ και των Social Media, συνοδευόμενη, συνήθως, από τη δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Σ. Κεδίκογλου, ότι «κινδυνεύουμε να γίνουμε χώρα αυτοκτονιών», βλ. news24.gr: http://goo.gl/B7IgL), ακόμα και η Ελληνική Αστυνομία εξέδωσε ανακοίνωση για να ενημερώσει για τις 110 απόπειρες αυτοκτονίας που κατόρθωσε να αποτρέψει μόνο μέσα στο α΄ εξάμηνο του 2012 (βλ. ΕΛ.ΑΣ., http://goo.gl/yXEoq).[1] Αναλύσεις του φαινομένου, το οποίο, κατά πώς φαίνεται, έχει λάβει «διαστάσεις χιονοστιβάδας», βρήκαν θέση και στον mainstream Τύπο (Ιωάννα Σουφλέρη, «Γιατί τόσες αυτοκτονίες;», εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 8.7.2012: http://goo.gl/TnAhu), αλλά και σε επιστημονικά, πολιτικά ή «εναλλακτικά» έντυπα (π.χ. Α. Γαλανόπουλος, «Φταίει η φτώχεια για τις αυτοκτονίες;», περ. Unfollow: http://goo.gl/AXozZ).[2]



Αν λοιπόν τα πάρουμε όλα αυτά τοις μετρητοίς, ο αριθμός των αυτοκτονιών στη «μνημονιακή Ελλάδα» έχει εκτιναχθεί σε «δυσθεώρητα ύψη», ως αποτέλεσμα φυσικά της (ψυχολογικής) δυσφορίας και της (οικονομικής) απόγνωσης των Ελλήνων πολιτών. Για πρώτη φορά στην ιστορία, τόσοι πολλοί συνάνθρωποί μας αποφασίζουν να δώσουν τέλος στη ζωή τους, εξαιτίας της απελπισίας τους. Για πρώτη;
εφ. Ριζοσπάστης, 6.10.1933


Ρίχνοντας μια ματιά στο παρελθόν, διαπιστώνουμε ότι οι ελληνικές εφημερίδες, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και, εντονότερα, καθ’όλη τη δεκαετία του 1930, έδειχναν μια αντίστοιχη εμμονή με τις αυτοκτονίες, οι οποίες ασκούσαν ανάλογη γοητεία. Στον Τύπο όλου του πολιτικού φάσματος, οι αναφορές σε αυτοκτονίες είναι σχεδόν καθημερινές, με πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ, αφιερώματα, συνεντεύξεις με «ειδικούς» (συνήθως νευρολόγους), κύρια άρθρα, ειδησεογραφική κάλυψη κάθε περιστατικού κ.λπ. Οι αυτοκτονίες ονομάζονται «ασθένεια της εποχής» και «επιδημία», ενώ η προσπάθεια να βρεθούν ή να αναλυθούν τα αίτιά τους εξαρτάται από την περίπτωση, αλλά και από την πολιτική ταύτιση και γραμμή κάθε εφημερίδας. Η έξαρση των αυτοκτονιών φέρνει μαζί της και τη δημόσια σαγήνη. Σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Εμπρός, στο φύλλο της 8.10.1930 (με τίτλο «Είνε επιδημία αι αθρόαι αυτοκτονίαι;» και υπότιτλο «η ασθένεια της εποχής»), αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ο γιατρός μας εβεβαίωσε πως η νοσοκόμος αυτή έχει έναν ακατανόητον έρωτα με τους αυτοκτονούντας. Όταν πέση στα χέρια της μία εφημερίς κυττάζει πρώτα γεμάτη αγωνία τη στήλη των... αυτοκτονιών».

Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι είναι φυσιολογικό σε ιστορικά αντίστοιχες περιόδους οικονομικής κρίσης και ύφεσης να αυξάνονται οι αυτοκτονίες, καθώς και ότι η παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα και στα media δεν είναι παρά αντανάκλαση αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας. Κρίση τότε, κρίση σήμερα και, ως εκ τούτου, η φτώχεια και η απελπισία είναι κοινοί παρανομαστές των δύο εποχών, οδηγώντας σε «αναβίωση» του φαινομένου και εκ νέου έξαρση των αυτοκτονιών. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Από την κλασική μελέτη του Ε. Ντυρκέμ για την αυτοκτονία (1897) γνωρίζουμε ότι ο αριθμός των αυτοκτονιών αυξάνεται σταθερά από χρόνο σε χρόνο. Προφανώς, αυτό οφείλεται εν μέρει στους τρόπους και τις μεθόδους καταγραφής των αυτοκτονιών (βελτίωση αρχείων και τεχνολογιών αρχειοθέτησης, άμβλυνση του ταμπού της αυτοκτονίας, το οποίο εξακολουθεί –για θρησκευτικούς ασφαλώς λόγους– να είναι ισχυρό στην Ελλάδα κ.λπ.), αλλά συνιστά και ένα αντικειμενικό δεδομένο. Το επιβεβαιώνουν άλλωστε όσα στοιχεία έχουμε στη διάθεσή μας: στις εκθέσεις της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας φαίνεται ότι, από το 1920 έως το 1938, οι αυτοκτονίες αυξάνονταν σταθερά (και σχεδόν κατά το ίδιο ποσοστό) από χρόνο σε χρόνο (βλ. τις «Στατιστικές των αιτιών των θανάτων» που δημοσιεύονται στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της ΕΛ.ΣΤΑΤ.: http://goo.gl/F9gAH). Από το 1928 έως το 1938, το ποσοστό των αυτοκτονιών επί του συνόλου του πληθυσμού παρουσιάζει μικρές αυξομειώσεις, ενώ το 1930 –τη χρονιά δηλαδή που το Εμπρός διαπιστώνει μεγάλη έξαρση των αυτοκτονιών–, οι αυτοκτονίες ήταν οι ίδιες την προηγούμενη και την επόμενη χρονιά. Στοιχεία για τα τελευταία χρόνιαφαίνεται να μην είναι διαθέσιμα, παρ’ όλα αυτά,σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι αυτοκτονίες στην Ελλάδα αυξάνονταν σταθερά, αλλά όχι θεαματικά, από το 1960 έως το 2009 (βλ. World Health Organization: http://goo.gl/Rb2AZ).

Παραμένει, ασφαλώς, ανοικτό το ερώτημα αν τα τελευταία τρία χρόνια οι αυτοκτονίες έχουν αυξηθεί τόσο θεαματικά όσο παρουσιάζονται, ωστόσο ένα σχόλιο του Ντυρκέμ στη μελέτη του παρουσιάζει ενδιαφέρον και θα μας χρησιμεύσει παρακάτω:

Άρα, εάν οι βιομηχανικές ή οι οικονομικές κρίσεις αυξάνουν τις αυτοκτονίες, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι προκαλούν πενία, αφού οι κρίσεις ευημερίας έχουν το ίδιο αποτέλεσμα· οφείλεται στο γεγονός ότι είναι κρίσεις, δηλαδή διαταραχές της συλλογικής τάξης. Κάθε ρωγμή της ισορροπίας, ακόμα και αν επιτυγχάνει, μεγαλύτερη άνεση και μια ανύψωση της γενικής ζωτικότητας, σπρώχνει στον θεληματικό θάνατο. (E. Durkheim, Κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας, μτφρ. Μ. Μαρκάκης, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χ., σ. 275)


Η διαπίστωση ότι οι αυτοκτονίες (ή απλώς η καταγραφή τους;) πολλαπλασιάζονται διαρκώς από χρόνο σε χρόνο έχει οδηγήσει (στα χνάρια του Ντυρκέμ) στο να αποδίδεται συνήθως το εν λόγω φαινόμενο, αφενός, στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης (η οποία προκαλεί τάχα νευρώσεις και άλλες ψυχικές διαταραχές) και, αφετέρου, στη μαζικοποίηση της κοινωνίας (μοναξιά, ανωνυμία κ.λπ.). Με ένα λόγο, στην παρακμή του πολιτισμού.Η ηθικολογία είναι κοινός τόπος στην ψυχολογικοποίηση ή/και την πολιτικοποίηση της αυτοκτονίας.

«Δεν μαθαίνουμε ούτε τις μισές αυτοκτονίες»
Στον βαθμό που ο δημόσιος λόγος επανέρχεται με τέτοια ένταση στο ζήτημα των αυτοκτονιών είναι εντέλει αδιάφορο αν όντως οι αυτοκτονίες έχουν απογειωθεί ή όχι τα τελευταία χρόνια. Είναι πλέον κοινή αντίληψη ότι οι αυτοκτονίες όχι μόνο έχουν αυξηθεί, αλλά και ότι είναι σίγουρα περισσότερες από όσες «μας λένε» (π.χ. www.antinews.gr: http://goo.gl/wiK5P). Η αυτοκτονία έχει ξαναγίνει (όπως και το ’30) το κεντρικό σύμβολο που υποδεικνύει ότι οι «καιροί έχουν αλλάξει», ότι είναι πλέον ανυπόφορα ζοφεροί, καθώς και ότι η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από πληγές που ολοένα βαθαίνουν· σ’ αυτό συμφωνούν όλες οι αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος. Το σχόλιο του αρθρογράφου της εφημερίδας Εμπρός στο β΄ μέρος του ρεπορτάζ που αναφέρθηκε παραπάνω είναι και εύγλωττο και επίκαιρο:

Τι πεζότης. Πώς άλλαξαν από τότε οι καιροί. Τότε μία ερωτική σκηνή, μία ζηλοτυπία και η τραγική συνέπεια αιμάτωνε τους βράχους της Ακροπόλεως και συνεκλόνιζε την κοινωνίαν. Σήμερα μόνον η πείνα και η δυστυχία οδηγεί προς την αυτοκτονίαν. Και ο αριθμός των ανθρώπων που τερματίζουν βιαίως την ζωήν των αυξάνει καθημερινώς εφ’ όσον εντείνεται η οικονομική κρίσις. Προχθές ένας μάγειρος ετίναξε τα μυαλά του, διότι δεν είχε να φάγη. Αυτό φυσικά δεν ήτο δυνατόν να συμβή εις την ωραίαν εκείνην εποχήν, διότι οι μάγειροι έτρωγαν ή μάλιστα παραέτρωγαν. Εάν δε τότε μια εφημερίς ανέγραφεν ένα τέτοιο γεγονός, όλοι θα απέστρεφον τους οφθαλμούς. Σήμερα όμως εγίναμεν πεζοί, τόσο πεζοί μάλιστα, που μη έχοντες να πληρώσωμεν ούτε το εισιτήριον της Πάουερ... αναγκαστικώς πεζοπορούμεν. (εφ. Εμπρός, 9.10.1930)

Δύο είναι οι στρατηγικές μέσω των οποίων ενορχηστρώνεται και συγκροτείται αυτή η «συμβολική» λειτουργία των «αυτοκτονιών». Η πρώτη είναι η ψυχολογικοποίηση. Εδώ το στρατήγημα εστιάζει στο άτομο, το οποίο συντρίβεται από τις (εξωτερικές) πιέσεις του «αβίωτου» παρόντος: από την απελπισία, την απόγνωση, την έλλειψη προοπτικής και ελπίδας. Οι κοινωνικές συνθήκες επιδρούν άμεσα στον ψυχισμό και οδηγούν στην αυτοκτονία τους απελπισμένους πολίτες της χώρας που βλέπουν τη ζωή τους να υποβαθμίζεται και δεν βρίσκουν ελπίδα πουθενά. Το κλίμα είναι άλλωστε βαρύ κι όλα γύρω μας είναι σκοτεινά, καταθλιπτικά και μίζερα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι, από τις έξι ομιλίες για ψυχολογικά θέματα που παρουσιάζει online το Ίδρυμα Μποδοσάκη (www.blod.gr), οι τρεις που αφορούν την «ψυχολογία της κρίσης» αναφέρονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην αύξηση των αυτοκτονιών (π.χ. Στ. Στυλιανίδης, «Οικονομική κρίση και ψυχική υγεία: εγώ και εμείς»: http://goo.gl/OXKvV). Σημαντική σημείωση εδώ: για τον συγκεκριμένο (κυρίαρχο και επιστημονικό) λόγο, η κρίση είναι (ή μπορεί να γίνει) και μια ευκαιρία «αναδημιουργίας» του εαυτού (και κατ’ επέκταση της κοινωνίας, βλ. Κ. Ναυρίδης, «Ψυχολογία της κρίσης»: http://goo.gl/vFMMT), πράγμα που παραπέμπει πιθανόν και σε μια αντίληψη για τη μεταπολιτευτική ιστορία μας: η αύξηση των αυτοκτονιών επί κρίσης συνοψίζει και ολοκληρώνει την παρατεταμένη αυτοκτονία της χώρας ή/και του έθνους, δηλαδή τη Μεταπολίτευση, όπως θέλει να τη βλέπει ο συγκεκριμένος κυρίαρχος λόγος. Σε κάθε περίπτωση, για τη συγκεκριμένη στρατηγική, η αυτοκτονία είναι η απόληξη μιας προσωπικής διαδρομής, το αποτέλεσμα μιας ατομικής βούλησης: οικονομικά προβλήματα, ανεργία, χρέη. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι κεντροδεξιές εφημερίδες του Μεσοπολέμου αφιέρωναν (εκτενή) πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ για τον τάδε χρηματιστή που χρεοκόπησε, τον δείνα έμπορο που τον κυνηγούσαν οι πιστωτές και οι τοκογλύφοι κ.λπ.

Η δεύτερη στρατηγική είναι η πολιτικοποίηση. Κάθε αυτοκτονία είναι ένα ακόμα κάλεσμα για «αντίσταση», κάθε αυτοκτονία είναι μια «πολιτική πράξη». Είτε πρόκειται για την απόγνωση, στην οποία φέρνει τον αυτόχειρα η «πολιτική των μνημονίων», είτε για την εξαθλίωση, τη φτώχεια, την ανεργία κ.ο.κ., η αυτοκτονία είναι αποτέλεσμα της κρίσης και αντίσταση εναντίον της. Οι αυτοκτονίες είναι ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα του «αντιμνημονιακού μπλοκ»: είναι «η ματωμένη πτυχή του μνημονίου» (left.gr: http://goo.gl/eRKl8), είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής των «δοσίλογων» και των «Τσολάκογλου», είναι δολοφονίες (Βαθύ Κόκκινο: http://goo.gl/KTxZT), είναι η «σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι», καθότι «το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει» (autoktoniaellada.blogspot.gr). Σ’ αυτό το ιδιότυπο τσουβάλιασμα αυτοκτονιών και απόψεων περί αυτών, κάθε αυτοκτονία είναι «κοινωνική» και κάθε αυτόχειρας «ένας μάρτυρας της αντίστασης». Αδιάφορο ποιος και γιατί. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ελλείψει άλλων βημάτων αριστερού λόγου, ο Ριζοσπάστης ήταν αυτός που είχε αναλάβει όλο το βάρος της κοινωνικής ανάδειξης των αυτοκτονιών. Για τον Ριζοσπάστη εκείνης της εποχής, όταν «λιποθυμούν στους δρόμους οι φτωχοί απ’ την πείνα» (6.10.1933 ) οι άνθρωποι αυτοκτονούν από απελπισία γιατί είναι άνεργοι, εξαθλιωμένοι, φτωχοί.

Οι δύο στρατηγικές δεν είναι αντίθετες ούτε αλληλοαποκλειόμενες, όπως ίσως φανταζόταν κανείς. Και στις δύο περιπτώσεις, η κίνηση είναι παρόμοια, καίτοι αντίστροφη: στη μία περίπτωση, ο λόγος ξεκινάει από την ψυχολογικοποίηση (τονίζοντας την προσωπική απόγνωση, την κοινωνική απελπισία, αλλά πιθανόν και την εθνική «ενοχή») για να φτάσει στην πολιτικοποίηση, ενώ στην άλλη ο λόγος αρχίζει από την «αντίσταση» και την «αντίδραση» για να φτάσει, και πάλι, στην ψυχολογικο
ποίηση («ορίστε σε τι απόγνωση μας έχουν καταντήσει οι κυβερνήσεις σας και οι πολιτικές τους»). Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε την «κραυγή απόγνωσης», στη δεύτερη, την «κραυγή ανατροπής» (τα πρωτοσέλιδα της επομένης της αυτοκτονίας Χριστούλα, στις 5 Απριλίου 2012, είναι ενδεικτικά: «Μήνυμα απόγνωσης με δημόσια αυτοκτονία»: Τα Νεα, «Μάρτυρας για την Ελλάδα»: Ελεύθερος Τύπος, «Κραυγή αφύπνισης»: Αυγή, «Σφαίρα-Κραυγή κατά του πολιτικού συστήματος»: Η Βραδυνή, «Σοκάρουν οι συνεχείς αυτοκτονίες»: Ο Λόγος, «Συνταξιούχος-μάρτυρας της κατοχικής κυβέρνησης του Μνημονίου»: Ελεύθερη Ώρα, «Η απόγνωση όπλισε το χέρι του 77χρονου»: Έθνος). Είναι σαφές ότι, στον δημόσιο λόγο, η ιδεολογική χρήση του συμβόλου των αυτοκτονιών κινείται πάνω στον ίδιο κύκλο. Μάλιστα, η σύμπτωση των δύο στρατηγικών δεν περιορίζεται μόνο στα media. Σε διάλογο που αναπτύχθηκε μεταξύ Ελλήνων ερευνητών μέσα από τις σελίδες της ιατρικής επιθεώρησης Lancet περί των επιπτώσεων της κρίσης στην ελληνική κοινωνία, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ένα: μολονότι δεν είναι σίγουρο ότι η κρίση αυξάνει τις αυτοκτονίες, είναι βέβαιο ότι αυξάνει τις ψυχιατρικές ασθένειες (και τη χρήση αντικαταθλιπτικών), τις επιδημίες (το AIDS φυσικά) και τη βία – όλα αυτά απειλούν την «απόλυτη πηγή πλούτου της χώρας: τον λαό της». Προς επίρρωση των παραπάνω, ορισμένοι εκ των ερευνητών επικαλούνται την περίφημη (και ατεκμηρίωτη) δήλωση του πρώην υπουργού Υγείας, Α. Λοβέρδου, περί αύξησης των αυτοκτονιών κατά 40%. Και άλλοι κλείνουν τον κύκλο με μια πολιτικοεπιστημονική επωδό: Η πενταετία που απαιτείται για να εξαχθούν έγκυρα επιδημιολογικά συμπεράσματα «ίσως είναι πολύ μακριά, αν οι άνθρωποι έχουν πεθάνει λόγω της έλλειψης προληπτικών στρατηγικών για τις αυτοκτονίες». (βλ. Lancet: http://goo.gl/NpD3a, http://goo.gl/T0seY, http://goo.gl/x1m8x, http://goo.gl/whE1Q)

Ο κύκλος αυτός έχει ένα κέντρο: οι αυτοκτονίες και η υποτιθέμενη έξαρσή τους «αποδεικνύουν» ότι εκτός από «ανάδελφο», είμαστε και ένα «ηρωικό» έθνος. Μια χώρα χειμαζόμενη, ένα έθνος που συντρίβεται κάτω από την μπότα του «κατακτητή», με την αρωγή των ντόπιων κολαούζων του, που όμως παραμένει ένα έθνος ηρώων: οι αυτόχειρές του είναι θυσία στους βωμούς που έχουν στήσει οι κατοχικές δυνάμεις και συνάμα οι «πρώτοι νεκροί», «το λίπασμα της λευτεριάς». Το μαρτυρικό έθνος μας αυτοκτονεί μεν, αλλά αντιστέκεται σθεναρά στον κατακτητή. Στο αντιμνημονιακό τσουβάλι όλοι οι καλοί χωράνε. Απέναντι στον πόλεμο που μας κήρυξε όλη η οικουμένη, εμείς αντιστεκόμαστε αγέρωχα και ηρωικά, χορεύοντας τον χορό του Ζαλόγγου. Αυτό που υποκρύπτει ο περί αυτοκτονιών δημόσιος λόγος δεν είναι μόνο η πολιτική και η ιδεολογία (που δεν έχουν θέση στο τσουβάλι), αλλά και η «εθνικοποίηση» της κρίσης. Είναι κοινή γνώση ότι μόνο στην Ελλάδα έχουν εκτιναχθεί οι αριθμοί των αυτοκτονιών τα χρόνια της κρίσης, είναι κοινή γνώση ότι εδώ δίνεται η μεγάλη μάχη.

Επιστροφή στην ομαλότητα
Πίσω από τον λόγο περί αυτοκτονιών, όμως, δεν κρύβεται μονάχα το «εθνικό μεγαλείο της αυτοθυσίας», αλλά και η επιθυμία για επιστροφή στους «αλλοτινούς καιρούς», στις «καλές εποχές», τότε που οι άνθρωποι αυτοκτονούσαν για κάποιο ιδανικό ή από έρωτα, όχι από πείνα και απόγνωση. Αν οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται όταν διαταράσσεται η κοινωνική ισορροπία, δηλαδή η κανονικότητα, τότε η ανάδειξή τους σε μείζον ζήτημα της δημόσιας σφαίρας υποκρύπτει αυτή τη νοσταλγία για την εποχή της «κοινωνικής ειρήνης». Ο Ντυρκέμ, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν υπέρμαχος του κοινωνικού ελέγχου και πολέμιος της «ανομίας» (της έλλειψης ελέγχου, δηλαδή) παρατήρησε ότι οι αυτοκτονίες δεν μειώνονταν στις εποχές της ευμάρειας και της αφθονίας, αλλά κατά τη διάρκεια πολέμων και επαναστατικών περιόδων (1848, 1871). Το συμπέρασμά του ήταν αναπόφευκτο:

Τα γεγονότα αυτά υπόκεινται κατά συνέπεια σε μία μόνο ερμηνεία· δηλαδή, ότι οι μεγάλες κοινωνικές αναταραχές και οι μεγάλοι λαϊκοί πόλεμοι εξάπτουν τα συλλογικά αισθήματα, παροτρύνουν εξίσου το αντάρτικο πνεύμα και τον πατριωτισμό, την πολιτική και την εθνική πίστη και, συγκεντρώνοντας τη δραστηριότητα προς έναν μόνο σκοπό, προκαλούν, τουλάχιστον πρόσκαιρα, μια ισχυρότερη ολοκλήρωση της κοινωνίας. Η σωτήρια επίδραση που μόλις δείξαμε ότι υπάρχει οφείλεται όχι στην κρίση, αλλά στον αγώνα που προκαλεί. Καθώς οι αγώνες αυτοί αναγκάζουν τους ανθρώπους να ενώνονται για να αντιμετωπίσουν τον κοινό κίνδυνο, το άτομο σκέπτεται λιγότερο τον εαυτό του και περισσότερο την κοινή υπόθεση. Κατανοούν, άλλωστε, ότι αυτή η ολοκλήρωση μπορεί να μην είναι καθαρά πρόσκαιρη αλλά μερικές φορές μπορεί να επιζήσει από τις άμεσες αιτίες που την υποκίνησαν, ιδιαίτερα όταν είναι έντονη.

Το θέαμα της έσχατης επιλογής 
Πλάι στην ανάδειξη των αυτοκτονιών ως μια πράξη μαρτυρική και μεγάλη, η λίστα με τις αυτοκτονίες συμπολιτών μας, χειμαζόμενων από την οικονομική κρίση, προβάλλεται ως μια διαρκώς
αυξανόμενη λογική ακολουθία της νέας δυσβάσταχτης συνθήκης. Τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων έχουν εδώ τον πρώτο λόγο. Την ώρα που η πολιτικοποίηση των αυτοκτονιών αναδύεται στον πυρήνα του δημόσιου λόγου, την ίδια ακριβώς στιγμή αυτή αποβάλλεται χάριν της λαγνείας της κλειδαρότρυπας. Οι χοντροκομμένες βινιέτες κάτω απ’ τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ («Το ματωμένο μνημόνιο», «Οι αυτοκτονίες του ΔΝΤ») αποτελούν το όριο της απόπειρας να συνδεθεί η αυτοκτονία με την επιφάνεια της πραγματικότητας. Στο επόμενο καρέ, ο φακός ζουμάρει στο αίμα. Η μεγάλη πράξη παραμένει σημείο των καιρών αλλά στην ουσία της είναι, πώς αλλιώς, πρωτίστως ατομική. Και χάριν τηλεοπτικής «οικονομίας», εμπορεύσιμη. Η κρεμασμένη θηλιά στο σαλόνι του υποψήφιου αυτόχειρα (βλ. Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα, «Η Ελλάδα της κατάθλιψης και της ελπίδας») αιχμαλωτίζει το βλέμμα και μαζί οποιαδήποτε επεξεργασία με πολιτικούς όρους του υπαρκτού αυτού προβλήματος. Η αυτοκτονία-θέαμα τρομάζει, θυμώνει, την ίδια στιγμή που καθησυχάζει τον θεατή, αναλογιζόμενο από την άλλη πλευρά του γυαλιού τη δική του καλύτερη τύχη, αφού ακόμη δουλεύει έστω για 600 ευρώ, αφού ακόμη παίρνει το επίδομα ανεργίας, αφού ακόμη γελά τα βράδια με τους φίλους του.


Ο εθισμός στη βία της τηλεοπτικής εικόνας ενός συνανθρώπου μας που για οικονομικούς λόγους αυτοκτονεί συμβάλλει στην ενοχική αποδοχή των (αυτο)καταστροφικών συνεπειών της κρίσης. Η εικόνα δεν χρειάζεται να αναλύσει για να είναι δυνατή, εδώ δεν ενδιαφέρει η αναζήτηση πολιτικών ευθυνών, το θέαμα όσο πιο πολύ σιωπά τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται∙ «το θέαμα δεν θέλει να καταλήξει πουθενά αλλού παρά στον ίδιο του τον εαυτό» (Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του θεάματος, μτφρ. Π. Τσαχαγέας-Ν. Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1986, σ. 28). Το θέαμα υποτάσσει, καταβροχθίζει τη δυνατότητα κάθε προβληματισμού, αποκοιμίζει κάθε πολιτική εγρήγορση. Το θλιβερό γεγονός μιας αυτοκτονίας ορμώμενης από τη συγκυρία εκπίπτει σε ένα ακόμη στιγμιότυπο μιας σειράς εναλλασσόμενων εικόνων στην επιδερμίδα της πραγματικότητας. Γίνεται ακόμη μια καταγραφή σε μια μακριά λίστα που εξοργίζει και λυπεί, ένα ακόμη νούμερο που περιγράφει και μαζί ναρκώνει την αποχαυνωμένη συνείδηση της κατανάλωσης. Η αισθητικοποίηση του κύματος αυτοκτονιών από τα ΜΜΕ απογυμνώνει εντέλει την ίδια την πράξη από οποιαδήποτε πολιτική συνδήλωση θα μπορούσε αυτή να έχει. Το λειτούργημα της ενημέρωσης, άλλωστε, έχει χαρακτήρα παιδαγωγικό. Ευτυχώς, μετά την αποτρόπαια είδηση μιας ακόμη αυτοκτονίας, έχεις την ευκαιρία να παρακολουθήσεις την περίπτωση της κρίσης που έγινε ευκαιρία, σε ένα χωριό, σε ένα Πανεπιστήμιο, στην αλληλεγγύη του ΣΚΑΪ και της Εκκλησίας. Η αισθητική επικαθορίζει την πολιτική. Ο ένας πότε εξαγνίζει μαρτυρικά και πότε φωτίζει θριαμβικά τον δρόμο του μετέωρου πλήθους, των πολλών. Οι πολλοί συνεχίζουν να είναι ανεξέλεγκτοι και ζωντανοί…

Οι συνέπειες της κρίσης έγιναν από νωρίς αντικείμενο προς κατανάλωση. Η αποτύπωσή της μπήκε στα σπίτια του τηλεοπτικού κοινού με εικόνες που προκαλούν θλίψη και έλεος: εικόνες αστέγων, κλειστών μικρομάγαζων, ανθρώπων που πηδούν από μπαλκόνια. Στη θέα του μικρού καθημερινού δράματος στο δρόμο, στους χώρους εργασίας, στη μικροκλίμακα της οριοθετημένης πραγματικότητας, προστίθεται η «θεαματική» αναπαραγωγή μιας πραγματικότητας που αφαιρεί, εστιάζει, διογκώνει, παραμορφώνει το υπάρχον. Ο θυμός μετατρέπεται σε οίκτο, αποστροφή, ακόμη και σε μύχια αναζήτηση της επόμενης εικόνας πόνου, που από τη μια τρομάζει από την άλλη καθησυχάζει, μέσω μιας ασυνείδητης διαδικασίας σύγκρισης περιπτώσεων. Η βιωμένη ανέχεια φαντάζει εύνοια μπροστά στα τηλεοπτικά αποσπάσματα αυτοχειρίας, «των μη αντιμετωπίσιμων οικονομικών αδιεξόδων». Η εικόνα του αυτόχειρα μπερδεύεται με τις εικόνες των σκουριασμένων λουκέτων στους δρόμους της Σόλωνος, τους άστεγους επαίτες και τις λιποθυμίες μαθητών από ασιτία. Η εικόνα απορροφά την οργή, εκτονώνει το θυμικό, αμβλύνει τις εντάσεις διά της αποσυμπίεσης του φορτίου αυτού στην εικόνα. Η εικονοποίηση της φρίκης αποσπά το περιεχόμενο από το αντικείμενο∙ για να δημιουργηθεί η εντύπωση αρκεί το απεικόνισμά του. Η απελπισία του κοινού που παρακολουθεί συναντάται με την απόγνωση του αυτόχειρα και ασυνείδητα μπαίνει στη ζυγαριά∙ «εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί». Αν επιλεγεί άλλο ρεφραίν, όπως σημειώνουν «έγκριτοι» στατιστικογράφοι, καραδοκεί ο κίνδυνος μιμητισμού. Σε κάθε περίπτωση, η θεαματική διάσταση των αυτοκτονιών, στην τηλεοπτική εκδοχή τους, εξειδικεύει την κατάληξη ενώ κυριεύει τη βιωμένη πραγματικότητα ως αφετηρία. Το ανθρωποφάγο θέαμα είναι αδιαμφισβήτητο, απρόσιτο άρα «πραγματικό»∙ είναι αυτό που φαίνεται κι αυτό που φαίνεται είναι τρομακτικό. Το θέαμα σοκάρει, μονώνει, αποτελεί ένα ακόμη γρανάζι στη μηχανή παραγωγής μιας απομακρυσμένης αναπαράστασης ιδιώτευσης. Είναι η άρνηση κάθε δραστηριότητας της συνείδησης, η άρνηση κάθε συνάντησης, κάθε διαλόγου.

Το θέαμα είναι η συντήρηση της έλλειψης συνείδησης μέσα στην πρακτική μεταβολή των συνθηκών ύπαρξης. […] Η στάση που το θέαμα αξιωματικά απαιτεί είναι αυτή η παθητική αποδοχή την οποία έχει ήδη εξασφαλίσει με τον τρόπο που εμφανίζεται χωρίς να επιδέχεται αντίρρηση, με το μονοπώλιό του της φαινομενικότητας. […] Ο συγκεκριμένος τρόπος ύπαρξης του θεάματος είναι ακριβώς η αφαίρεση. Μέσα στο θέαμα, ένα μέρος του κόσμου αναπαρίσταται ενώπιον του κόσμου και είναι ανώτερο απ’ αυτόν. Το θέαμα δεν είναι παρά η κοινή γλώσσα αυτού του διαχωρισμού. Αυτό που συνδέει τους θεατές είναι μια μονόδρομη σχέση με το ίδιο το κέντρο που συντηρεί την απομόνωσή τους. Το θέαμα συνενώνει το διαχωρισμένο, αλλά το συνενώνει σαν διαχωρισμένο. (Γκυ Ντεμπόρ, ό.π., σ. 27-34 ).




1. Βέβαια, αν κανείς διαβάσει με προσοχή την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., θα διαπιστώσει ότι στα αίτια των σοβαρότερων περιστατικών καταγράφονται το «σύνδρομο διπλής προσωπικότητας», τα «σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα» και τα «χρόνια ψυχολογικά προβλήματα», αίτια δηλαδή που κάθε άλλο παρά συνδέονται με την τρέχουσα συγκυρία.

2. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι σε σχόλιό του (με τίτλο «Ο Πόλεμος Κατά του Έιντζ και των Αυτοκτονιών») στην ιστοσελίδα του περιοδικού Intellectum, ο αρχισυντάκτης του, Βίκτωρ Τσιλώνης, συνδέει (αθώα, εκ πρώτης όψεως) τις αυτοκτονίες με ένα άλλο «καυτό» θέμα του φετινού καλοκαιριού: «Γιατί νομίζω ότι η σκόνη από τα πτώματα των αυτόχειρων και η ακόμη πιο τεράστια αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών επιβάλλει όλως παραδόξως στην ελληνική πολιτεία να προμηθευτεί πρώτα αντικαταθλιπτικά και οπιούχα φάρμακα για τους ρημαγμένους πολίτες της» [σ.σ.: αντί για φάρμακα για το Έιτζ, προφανώς] (http://goo.gl/q1X8Q).


Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 17-23.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Μάρκο Ζερμπίνο: CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα


Ο φασισμός ήταν επανάσταση, η μοναδική που συντελέστηκε
πραγματικά σε αυτή τη χώρα και, κατά τη γνώμη μου,
αντιπροσώπευε ένα προοδευτικό κοινωνικό όραμα, μια
άνθηση της τέχνης, της τιμιότητας, της ειρωνείας.
Gianluca Iannone

Ο δέκατος ένατος αιώνας είναι νεκρός.
Ο εικοστός αιώνας είναι νεκρός.
Εμείς, αντίθετα, αισθανόμαστε περίφημα.
Από το Manifesto dell’estremocentroalto


Φλωρεντία, 13 Δεκεμβρίου 2011. Είναι περίπου 12:30 το μεσημέρι όταν ο Gianluca Casseri, 50 ετών, παρκάρει το αυτοκίνητό του κοντά στην υπαίθρια αγορά της Πιάτσα Νταλμάτσια, στα βόρεια προάστια της πόλης, και κατευθύνεται με γρήγορα βήματα προς το σημείο όπου συνήθως κάθονται μόνο πλανόδιοι μικροπωλητές από την Αφρική. Μόλις φτάνει στο σημείο, ο άντρας πυροβολεί μερικές φορές με το ρεβόλβερ που κρατάει, ένα Μάγκνουμ 35 7. Στο έδαφος κείτονται τα άψυχα σώματα του Samb Modou, 40 ετών, και του Diop Mor, 54 ετών· δίπλα τους κείτεται βαριά τραυματισμένος ο Moustapha Dieng, 34 ετών. Ο Casseri επιστρέφει στο αυτοκίνητό του, μπαίνει μέσα και απομακρύνεται βιαστικά. Θα ξαναεμφανιστεί δύο ώρες αργότερα, λίγο μετά τις 14:30, κοντά σε μια άλλη υπαίθρια αγορά της πόλης, αυτή του Σαν Λορέντσο. Εκεί, στο ιστορικό κέντρο της πόλης, η ρατσιστική σφαγή συνεχίζεται: αυτή τη φορά πέφτουν τραυματισμένοι από τις σφαίρες του δολοφόνου ο Sougou Mor, 32 ετών, και ο Mbenghe Cheike, 42 ετών. Λίγο αργότερα, δύο αστυνομικοί εντοπίζουν τον Casseri στο υπόγειο της αγοράς, μέσα στο αυτοκίνητό του. Αυτός, όταν τους αντιλαμβάνεται, τραβάει ξανά το πιστόλι και, ταχύτατα, στρέφει την κάνη στο λαιμό του. Ύστερα τραβάει τη σκανδάλη.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Αλέκος Λούντζης: Ψυχογράφημα (το ντιβάνι της ιστορίας)


Η ιστορία της ψυχιατρικής στην Ελλάδα διαπλέκεται με μια μακρά ιστορία εκτοπισμού και απώθησης∙ ενίοτε μεταφορικής και διαχρονικά κυριολεκτικής με τον πιο σκληρό τρόπο. Σταδιακά, το στίγμα που η ανεπάρκειά της απέδωσε στους «αόρατους» ασθενείς σκέπασε σαν μανδύας και την ίδια. Όσο και αν εξελίσσονται οι πρακτικές των ειδικών, όσο και αν αποφορτίζονται οι λέξεις των περιγραφών, η συγκεκριμένη ιστορία εκτοπισμού και επανένταξης, η απόπειρα μεταρρύθμισης, δεν παύει να βηματίζει διστακτικά στο έδαφος που καλλιεργούν η πολιτική και η κοινωνική συνείδηση των υποκειμένων και των «αντικειμένων» της.

Είναι γεγονός ότι χάρη στις εντατικές και ριζοσπαστικές παρεμβάσεις μιας μειοψηφίας επαγγελματιών της ψυχικής υγείας τα τελευταία τριάντα χρόνια, η κοινωνική ψυχιατρική κέρδισε σταδιακά τη μάχη των εννοιών από τον βιολογικό επικαθορισμό και άνοιξε μια σωτήρια διάβαση για τη φωνή και εντέλει την ίδια τη ζωή των πασχόντων. Η αναβαπτισμένη όμως «κοινωνική επιστήμη» δεν θα μπορούσε να πάψει να αντανακλά την κοινωνία που την περιέχει. Το σύστημα της απώθησης, και το σύστημα παραγωγής της, έχει ακόμα διαθέσιμα σκευάσματα για κάθε νέα «κοινωνική διέγερση». Ακόμα και σήμερα, ίσως ιδίως σήμερα, οι συνθήκες της καθημερινής συνάντησης με τον πάσχοντα φωτίζουν το ηλεκτρικό νήμα που συνδέει το σκιερό παρελθόν των ελληνικών ψυχιατρικών ιδρυμάτων με το δαιδαλώδες κενό του παρόντος της δημόσιας περίθαλψης. Όσες κοινοτικές ψυχιατρικές δομές παραμένουν λειτουργικές καλούνται σήμερα να αναλάβουν, πλάι στην καθαυτό κλινική εργασία, και το φορτίο αυτής της μεθοδευμένης υπεκφυγής: τη θεραπεία, τη φροντίδα και εν γένει την πλαισίωση μιας ομάδας του πληθυσμού η οποία, όταν γλίτωσε από τον επιστημονικό εκτοπισμό, παγιδεύτηκε στο κενό των κυλιόμενων θυρών.[1]


Στην τοπική της μεταρρύθμισης, οι ωφελούμενοι και οι επωφελούμενοι δεν έχουν απαραίτητα τα ίδια συμφέροντα. Είτε το κράτος, είτε οι φαρμακοβιομηχανίες, είτε οι «ανήσυχοι» συγγενείς, είτε η «υγιής» πλειοψηφία έβρισκαν πάντα διαφορετικούς λόγους και διάφορους τρόπους ώστε ο παρατατικός της «τρέλας» να μη χωράει σε κανέναν ενεστώτα από όσους μας έτυχαν. Τα σπαράγματα της εμπειρίας των περισσότερων «κληρωτών» αυτής της ιστορίας μοιραία αποσιωπήθηκαν και σταδιακά χάθηκαν στα υποστρώματα της ταξινομητικής αρετής της επιστήμης. Έγιναν μελέτες, διδακτορικά, πειράματα, σκευάσματα, απόπειρες, άλλα σκευάσματα, δομές πρωτοποριακές, δομές με λουκέτα, νέα σκευάσματα και νέα πειράματα στα βάθη εκείνων των δεξαμενών που προστατεύονται από το αδιάκριτο βλέμμα, που η ύπαρξη τους καθησυχάζει όσους επιθυμούν πάση θυσία να αποφύγουν το κακό συναπάντημα. Ποιος άλλωστε θα βουτούσε αυτοβούλως στα βάθη του ωκεανού παρά μόνον αν ήταν η μοίρα του ή η δουλειά του; Ποιος εξωτερικός «υγιής» θα έστρεφε το βλέμμα του στους «εσωτερικούς» πάσχοντες αν η επιδερμίδα της σημερινής πραγματικότητας δεν άνοιγε πληγές σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο, σε κάθε ευάλωτη ή άτρωτη πληθυσμιακή ομάδα, και όχι πια μόνο στους συνήθεις αρρώστους με την ασυνήθιστη συμπεριφορά. Η ανθρωπολογία αυτής της απότομης ανάδυσης σχετικοποίησε τα όρια τόσο, ώστε να μην επαρκεί κανένας ταξινομητικός κώδικας. Αν κάποτε η ψυχιατρική ερμηνευτική της ιστορίας ταυτιστεί με την ιστορία της ψυχιατρικής, ή ακόμα καλύτερα με την Ιστορία, ίσως ο κύκλος κλείσει μέσω μιας ταυτολογίας της χαρούμενης επιστήμης. Προς το παρόν, ο ανυποψίαστος «υγιής» πληθυσμός υποχρεώνεται στη βίαιη αμφιταλάντευση μεταξύ εκείνων που φέρει και εκείνων που τον έφεραν ως το κατώφλι της απωθημένης «ασθένειας».

Τα προηγούμενα χρόνια όσοι πάσχιζαν για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, για εκείνη που έγινε και, κυρίως, για εκείνη που αναβλήθηκε, έμεναν συχνά με την αίσθηση ότι μιλούσαν κάποια ακατανόητη γλώσσα. Συνήθως, εισέπρατταν μια προβαρισμένη φιλοφρόνηση για το κοινωνικό τους έργο και γενικόλογες υποσχέσεις για την ενίσχυσή του. Η ιστορία και η ειρωνεία τα έφεραν έτσι, ώστε την εποχή που η «υγιής» κοινωνία αποσυντίθεται ο δικός τους αγώνας δικαιώνεται. Έγινε πρωτοσέλιδο, πρώτο θέμα, είδος πρώτης ανάγκης: όλες οι αφηγήσεις καταλήγουν στην ψυχική υγεία, όλοι οι «αναλυτές» κάνουν επίκληση των υπηρεσιών της και επισημαίνουν τη δραματική επέκταση του κύκλου εργασιών της. Η αποσπασματική προσπάθεια να προχωρήσει η αποασυλοποίηση, η ανάγκη να αποκρυσταλλωθεί η τομεοποίηση, να φτιαχτούν επαρκείς μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, δηλαδή τα στοιχειώδη σωματίδια της δημόσιας κοινωνικής ψυχιατρικής, καλύφθηκαν από τη σκιά της συγκλονιστικής διαπίστωσης και της αδήριτης ανάγκης: πλέον πληθυσμός-στόχος των διαφόρων προγραμμάτων είναι δυνητικά ολόκληρος ο πληθυσμός της χώρας.

Τη σειρήνα του συναγερμού σήμαναν οι πρώτες ορατές αυτοκτονίες των αόρατων στατιστικών∙ τα δεδομένα αναγκαστικά επικαιροποιήθηκαν. Αργότερα, το δράμα της ταύτισης και της απόστασης εξατομικεύθηκε σε έναν-μόνο-έναν που έπεσε θύμα της εποχής του. Μετά άρχισε να πέφτει ένας κάθε ημέρα που περνούσε. Και εκπονήθηκαν νέες έρευνες, έγιναν συγκρίσεις και φτιάχτηκαν καινούργιες στατιστικές, οι οποίες σύντομα θα συμπληρωθούν από θεωρητικά εργαλεία για τη διάγνωση του φαινομένου και τη διαχείριση των αντιθέσεων που αυτό δημιουργεί. Ωστόσο, για να κλείσει, έστω και πρόχειρα, αυτός ο κύκλος, χρειάζεται να αναλάβει και κάποιος τη θεραπεία∙ και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι δουλειά των ειδικών. Ως εκ τούτου, η καταπακτή της δημόσιας σφαίρας άνοιξε με διαδικασίες fast track: σε δύο χρόνια γράφτηκαν εκατοντάδες μονόστηλα, έγιναν πλείστα αφιερώματα και συνεντεύξεις, γυρίστηκαν σποτ, τηλεοπτικές εκπομπές για κάθε γούστο και κάθε ανάγκη. Για τη «μαζική κατάθλιψη», για την αυτοκτονικότητα, την επιθετικότητα, τις κρίσεις πανικού, τα acting κ.λπ. Όπως είναι φυσικό, όλη αυτή η δημοσιότητα δεν έχει την ενιαία μορφή ούτε την αρραγή βούληση προπαγάνδας. Οι περισσότερες τοποθετήσεις των ειδικών ήταν μετρημένες, η διαλεκτική σύνδεση με την κοινωνική συγκυρία ήταν, πυκνά, παρούσα στον λόγο τους και οι παρατηρήσεις κατά κανόνα εστιασμένες στο αντικείμενό τους. Θα μπορούσε εύλογα κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η «ψυχολογική» παράμετρος της πραγματικότητας είναι αναγκαία, ως σημαντική στη συγκυρία, και δεν συνεπάγεται την «ψυχολογικοποίησή» της. Στο πεδίο όμως του δημόσιου λόγου τον έλεγχο έχει αυτός που θέτει τις ερωτήσεις και όχι εκείνος που τις απαντά. Κατά δε την αναπαραγωγή του λόγου αυτού, η σημασία μετατοπίζεται όλο και περισσότερο στην παρουσίαση, στην πλαισίωση, στο «μοντάζ» και όλο και λιγότερο στο «κείμενο» καθαυτό. Το περιεχόμενο, όταν συναρθρωθεί σε ένα ικανοποιητικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα, μπορεί να υπηρετήσει όλο και αποτελεσματικότερα τις επιδιώξεις του διαχειριστή του. Και ενώπιον ενός φοβισμένου ακροατηρίου, υπάρχουν φόρμες για να ικανοποιήσουν κάθε επιδίωξη.

Όταν ο δημόσιος λόγος κατακλύσθηκε από «ψυχολογικούς» όρους και αποσπάσματα δυσερμήνευτων κλινικών συλλογισμών, όταν ο Λόγος αυτός ενσωματώθηκε και εμπλουτίστηκε «για να καταλάβουν και οι τηλεθεατές μας», το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Ήταν ζήτημα χρόνου οι μετρημένες παρατηρήσεις να υποστούν την αρμόζουσα «δημιουργική αφαίρεση», χάριν των κανόνων του εκάστοτε «Μέσου», και να χρησιμοποιηθούν, μερικά, για τη θεμελίωση του «νέου εθνικού ρεαλισμού». Οι «ερευνητικές δημοσιεύσεις» απέκτησαν ηθικό πρόσημο και επενδύθηκαν με το καθήκον της διαφώτισης και της πρόληψης. Άρχισε μόνο να γίνεται κάπως δυσδιάκριτο αν ο ερευνητικός στόχος ήταν να συμβάλει στην αναχαίτιση του «καταθλιπτικού κύματος της κρίσης» ή να το κατευθύνει ώστε να μη σκάσει σε σημείο που θα βλάψει κρίσιμα συμφέροντα. Προφανώς, μέσα στο ψηφιδωτό συνυπάρχουν κάθε επιδίωξη και κάθε πλάνη, αλλά ο «νέος ρεαλισμός» διέθετε τα επαγγελματικά εχέγγυα για να αποκτήσει την ηγεμονία και ένα ακαταμάχητο επιχείρημα για να τη στηρίξει: το εδώ και τώρα. Η αναζήτηση των αιτίων αναγνωρίζεται, ασφαλώς, ως αναγκαία, η απόδοση ευθυνών είναι απαραίτητη, η κατάργηση των μέτρων είναι ευκταία… Αλλά ο καιρός δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. Η εστίαση στονωπό τραύμα δικαιολογεί την απόλυτη έμφαση στο παρόν∙ η τελευταία επιβάλλει να το απομονώσουμε για να μην περάσει το βλέμμα στο «εσωτερικό». Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν ερωτώνται πια ως εργαζόμενοι, δεν μοιάζουν άμεσα αφορώμενοι, αλλά μάλλον με ιατρικό προσωπικό μιας ανθρωπιστικής αποστολής που μελετάει και αντιμετωπίζει μια άγνωστη νόσο, ενώ ο λόγος τους παρουσιάζεται όλο και πιο διαχειριστικός, ακόμα και όταν καταγγέλλει.

Μετά την αρχική τρικυμία που δημιούργησε στο αστικό πολιτικό προσωπικό ο κοινωνικός αντίκτυπος και η διασπορά της κρίσης, σταδιακά κατά την προσπάθεια ανασύνταξης, ένα μέρος του ηγεμονικού λόγου, εντός αλλά κυρίως εκτός ψυχικής υγείας, επινόησε ανάμεσα σε όλα τα πεζά και τα πραγμώδη και μια ιδιαίτερη «ποιητική»: τα μέτρα που επιβάλλουν την πλήρη εργασιακή αποδόμηση, τη φτώχεια και την εξαθλίωση δεν είναι απαραιτήτως άδικα αλλά πρωτίστως επώδυνα, δεν είναι καν μέτρα, αλλά συμπτώματα μιας ασθένειας, μια βιοτική ατυχία, η οποία αξίζει την υποστήριξη όλων και χρήζει θεραπείας από ειδικούς. Οι μεταφορές δεν λειτούργησαν μόνο εργαλειακά αλλά και εν μέρει ασυνείδητα. Η συστημική κρίση αναβαθμίστηκε σε πολεμική αναμέτρηση με πληθώρα αντιπάλων – τους Γερμανούς, τη γραφειοκρατία, τον κακό μας εαυτό κλπ. Η συγκεκριμένη ρητορεία μετήλθε όλα τα αναγκαία μέτρα εκφοβισμού, του οποίου οι συνέπειες παραπέμπονται, όπως είναι φυσικό, και αυτές για τους ειδικούς. Οι νεότεροι ως παιδιά της ειρήνης και της ανεργίας ήταν, αναμενόμενα, πιο ευάλωτοι στο πολεμικό σάλπισμα. Αφενός γιατί δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τον ήχο που δεν έχεις ξανακούσει και αφετέρου γιατί όσο η συλλογική πρόσληψη υφαίνεται σε συνθήκες ασφυξίας τόσο πιο πειστική είναι η ονοματοδοσία της. Εντέλει, ακόμα και η επιστημονικοφανής προπαγάνδα δεν αποφεύγει τον άμεσο εκβιασμό, εν προκειμένω την επίκληση της έκτακτης ανάγκης έναντι μιας απειλής πιο αδιόρατης και ολιστικής από τη μετωπική σύγκρουση: «Ένας πόλεμος που δεν διεξάγεται στο όνομα της υπεράσπισης ενός ιδανικού, ενός ηγεμόνα ή μιας χώρας, αλλά ένας πόλεμος που διεξάγεται στο όνομα της επιβίωσης όλων».[2] Σε μια τέτοια αναμέτρηση, ο φόβος προλαμβάνει την πράξη και η ενδοβολή της εξουσίας μπορεί να την εδραιώσει καθιστώντας την ανεπαίσθητη.

Από αυτή την οδική αρτηρία επιχειρήθηκε και η μετάθεση της δημόσιας προβληματικής από την ανατροπή της αδικίας στη συγκράτηση και τη σταδιακή «επούλωση» των ψυχικών συνεπειών της. Η «ψυχολογικοποίηση» της κρίσης αξιοποιήθηκε ευρέως για τη δόμηση του «νέου ρεαλισμού» και την επίδειξη της «φιλανθρωπίας» του, ενώ αποτέλεσε και αποτελεί το βασικότερο ανάχωμα στην πολιτικοποίηση της αλληλεγγύης. Στο στενότερο πλαίσιο της ψυχικής υγείας, οδήγησε και σε ένα παράδοξο δίλλημα: η ανάδειξη των προβλημάτων της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης μοιάζει να συνοδεύεται από μια προσπάθεια παραπλάνησης των εργαζομένων στην ψυχική υγεία να επικυρώσουν, δια της συμμετοχής ή δια της ανοχής τους, μια μεταφορά με προφανή πολιτική στόχευση και αντιδραστικό περιεχόμενο∙ ως πρόκληση να συνάψουν μια «ανίερη» θεραπευτική συμμαχία. Παρά τις αγαθές προθέσεις, όσο ο δημόσιος Λόγος εστιάζει στο επιφαινόμενο τόσο μυστικοποιούνται τα συμβάντα. Όσοι περισσότεροι ειδικοί, καλοπροαίρετα, απαντούν για το «σύμπτωμα» τόσο ο γενικός πληθυσμός εγκαλείται να αποδεχθεί την έννοια της «ασθένειας». Κάθε μεταφυσική και κάθε προπαγάνδα, όταν τα επιχειρήματα τους αδυνατίζουν υπερβολικά, επιδιώκουν μια σωτήρια αναγωγή. Στη συγκεκριμένη συγκυρία η απόπειρα «εμφύτευσης» των πολιτικών επιλογών των κυβερνώντων στον ευαίσθητο ψυχισμό των κυβερνωμένων φαντάζει ως η προφανής και ίσως και η μόνη επιλογή. Στην πολιτική της ψυχικής υγείας, άλλωστε, τέτοιου είδους μεταθέσεις και αναγωγές είναι ούτως ή άλλως δοκιμασμένες, με πιο απτό παράδειγμα την θεωρητική και οικονομική επένδυση της θεωρίας του burnout: της επαγγελματικής εξουθένωσης ή του καψίματος, μέσω της οποίας, όπως γράφει ο Κώστας Μπαϊρακτάρης, «οι εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, η διαρκής έλλειψη προσωπικού και οι ασυνάρτητες πολιτικές υγείας, μεταλλάσσονται σε ψυχολογικό πρόβλημα των εργαζομένων».[3] Κάπως έτσι σχηματίζεται και η βασιλική οδός για την κυριαρχία του προτάγματος της «ωρίμανσης» του υποκειμένου, μέχρι του σημείου της πλήρους αφομοίωσης του δεδομένου πλαισίου.

Η πλαισίωση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας υπό οποιουσδήποτε όρους παρέχει και μια αεροφωτογραφία της κοινότητας. Σήμερα, σε μια μακάβρια αριθμητική, διακρίνονται άνθρωποι να πέφτουν: από το ύψος τους, από τη δουλειά τους, από το σημείο ισορροπίας τους, από ανοιχτά παράθυρα. Οι εργαζόμενοι στη ψυχική υγεία, που εξ επαγγέλματος είναι ταγμένοι στο ύψος του βλέμματος των ανθρώπων που υποφέρουν, κλήθηκαν εσπευσμένα, μετά από χρόνια περιφρόνησης, να απλώσουν τα χέρια και να χαμηλώσουν τα μάτια στο τραύμα. Αλλά ούτε αυτό επαρκεί, έπρεπε ταυτοχρόνως να παραχθεί και μια συνεκτική απάντηση σε ερωτήσεις ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Ζητείται επιτακτικά μια επιστημονικοφανής διάγνωση που να καθησυχάζει ή έστω να ενσωματώνει τα φαινόμενα, ένα σημείο στίξης στον παραλογισμό των ημερών. Σε αυτό το παυσίπονο αίτημα είναι απαραίτητο να επιστρατευθεί η κριτική μνήμη, να μην κλείσει η «οικεία» μεταρρύθμιση τα μάτια στην ευρύτερη απορρύθμιση, να μη συμβάλει στην ιδρυματοποίηση της πραγματικότητας. Εκτός των άλλων, είναι και ζήτημα επαγγελματικής επιβίωσης, γιατί από εδώ και μπρος η ψυχιατρική μεταρρύθμιση ή θα συμπορευθεί με την κοινωνική ή θα ματαιωθεί.


1. Φαινόμενο «κυλιόμενων θυρών»: οι διαδοχικές επανεισαγωγές για νοσηλεία του ίδιου ασθενούς, λόγω ανεπάρκειας ή ανυπαρξίας κοινοτικών ψυχιατρικών δομών, συνηθέστατα στο ίδιο ψυχιατρικό ίδρυμα.
2. M. Foucault, History of Sexuality, Volume I: An Introduction, μτφρ. Robert Hurley, Random House, Νέα Υόρκη 1978.
3. Κώστας Μπαϊρακτάρης, «Η ψυχολογικοποίηση της αλλοτρίωσης», περ. Κοινωνία & Ψυχική Υγεία, τχ. 6, (Δεκ. 2008).


Περιοδικό λεύγα τ. 8 (Σεπτ. 2012), σ. 32-35.