Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Αλέκος Λούντζης: Σάι-φάι. Στιγμιότυπο τέταρτο: Μιλιγκράμ


…οι διακοπές στον τρίτο κόσμο είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος
να επανεκτιμά κανείς τις αξίες του κόσμου που προπορεύεται. [1]


Την 7η εβδομάδα ο πρώτος θόρυβος χάραξε ανεπαίσθητα τη σιλικόνη. Την 8η, η μικρή διαρροή λόγου επέβαλε την κώφωση με στρατιωτικό νόμο. Την 9η εβδομάδα της μεγάλης ησυχίας,[2] πετάξαμε για Κάιρο. Με τόση σπέκουλα τον τελευταίο μήνα, η έμφυτη αισιοδοξία μου έμοιαζε με ληγμένο αντιβιοτικό. Τι «αυτό είναι το τελευταίο σου ταξιδάκι», τι «βάλε μερικά ψυχοφάρμακα στην κωλότσεπη να φέρεις και στους φίλους σου», τι «καλύτερα να κάτσεις εκεί για λίγα χρόνια». Ο αστοιχείωτος περίγυρος προσπαθούσε να νοθεύσει το εταιρικό μου γαμήλιο ταξίδι με γενόσημα [3] παράσιτα. Οι ριπές λόγου εν μέσω σιωπής ήταν τόσο φοβικές και μνησίκακες που σκεφτόσουν ότι αυτή η βουβαμάρα ήταν εντέλει μια κάποια λύση· προσωρινή έστω. Ευτυχώς, οι συμπαίκτες μου στον όμιλο αντισφαίρισης ήταν απολύτως καθησυχαστικοί και πιο σίγουροι από ποτέ στο παιχνίδι τους. Οι καθημερινές μου αφηγήσεις για τη νοερή υστερία των σιωπηλών με είχαν κάνει περιζήτητο, ίσως και λίγο γραφικό τώρα που το σκέφτομαι. Μειδιούσαν και σημείωναν με νόημα πως κάθε ασθένεια έχει το φάρμακο της και το αντίστροφο. Με κάποιους πετάγαμε μαζί σε λίγες ημέρες. Οι άλλοι μισοί χρηματοδοτούσαν τον ιερό σκοπό.

Αυτή τη φορά πετούσα business με το κλιμάκιο των καθηγητών, ως δια­πιστευμένος αποκλειστικός «επισκέπτης»[4] των δύο φαρμακευτικών κολοσσών που αποφάσισαν προσωρινή ανακωχή στο πρόσωπό μου. Η μια παρήγαγε το χρυσό σκεύασμα και η άλλη το αντίδοτο. Συνήθως αυτές οι δουλειές γίνονται παστρικά από έναν οίκο, όπως με την ολανζαπίνη και τα αντιδιαβητικά,[5] αλ­λά ο επιταχυντής της σιωπής δεν άφηνε περιθώρια· η ανοχή στέρευε και οι οίκοι έπαιζαν τα ρέστα τους. Αυτή τη φορά δεν πηγαίναμε σε ένα στάνταρ επιστημονικό συνέδριο «θεωρητικής τεκμηρίωσης και διασφάλισης πωλήσεων», πετάγαμε σε εθνική αποστολή. Μας πλήρωναν διπλά λούσα και «τρελά» bonus αλλά κανείς δεν μιλούσε για τα λύτρα σε περίπτωση αποτυχίας. Όταν θα ρίχναμε στο τραπέζι το τελευταίο μας χάπι δεν αρκούσε μόνο να Τους κάνουμε να μιλήσουν, έπρεπε, και αυτό ήταν το πραγματικό στοίχημα της δοσολογίας, να Τους κάνουμε να πουν και τα σωστά.


Η πτήση είχε αγαπημένη συντροφιά με παπούτσι από τον τόπο σου και γλαφυρά αποσπάσματα από την ελληνική έκδοση του αναλυτικού ταξι­διω­τικού οδηγού για κρετίνους. Η ορισμένη αρχηγός της αποστολής, με το παρατσούκλι που κανείς δεν τολμούσε να ξεστομίσει ενώπιόν της, είχε γυ­ρίσει όλο τον άρρωστο κόσμο μας και είχε κατασταλαγμένες απόψεις. Η σύντομη εναέρια ομιλία με την οποία μας καλωσόρισε η «φαρμακού» ήταν αρκούντως γραφική, αλλά ωχριούσε μπροστά στα ιδιαίτερα μαθήματα αιγυπτιακής κοινωνικής γεωγραφίας για τους εκλεκτούς της πρώτης θέσης. Η προβαρισμένη εισήγηση ήταν διάστικτη με ελεύθερους συνειρμούς και λογοτεχνικές μεταφορές στοιχισμένη πίσω από συγχρονισμένα επιφωνήματα επιβεβαίω­­σης της εύσωμης και φιλομαθούς ορντινάντσας της. Έτσι ειδοποιηθήκαμε εγκαίρως να ξεχάσουμε την αίγλη του οικείου αερολιμένος και να ανεχθούμε στωικά το «αχούρι της προσγείωσης με τις ατελείωτες ουρές και την έντονη μυρωδιά ούρων». Ενημερωθήκαμε ότι αυτή «η μπεζ-καφέ πόλη φαίνεται εντυπωσιακή από ψηλά αλλά είναι μια πραγματική χαβούζα για φτηνοτουρίστες». Καθησυχαστήκαμε για την απώλεια, καθώς μας διαβεβαίωσε ότι «σε τελική ανάλυση το μόνο που αξίζει στο Κάιρο είναι οι πυραμίδες οι οποίες είναι παράξενες επειδή είναι αρχαίες και τρίγωνες –ποιος ξέρει πώς τις έφτιαξαν; είναι μυστήριο!–, αλλά σε τελική ανάλυση δεν είναι και τίποτα, ένα νεκροταφείο είναι». Παύση. Η αρχηγός γύρισε το κεφάλι με χάρη, τίναξε με αέρα έμπειρου ταυρομάχου τη μεταξωτή εσάρπα προς το πλήθος, άνοιξε ικετευτικά τα χέρια και άλλαξε πολιτισμό: «Αλλά αρκετά με αυτά… Με μια σύντομη στάση στο παλιό αεροδρόμιο, σε λίγο θα φτάσουμε στον πιο exclusive παράδεισο της γης και στον βυθό των βυθών… Τι να σας πω αλή­θεια για το Σαρμ». Φυσικά μας είπε· με την οικειότητα που μαρτυρούσε η συντόμευση –το Σαρμ– και τη σιγουριά που αντανακλούσε η αυθεντία. Μας είπε για πεντάστερη χλιδή, για σπα, για ιδιωτικές πισίνες, για αστραφτερά μάρμαρα, για κλαμπ με επιχρυσωμένες πίστες, για σκούμπα vτάιβιvγκ, για κοράλλια, για πράσινα παπαγαλόψαρα, για αποκλειστικές απολαύσεις αποκλειστικά για λίγους. Αυτή η φράση σφράγισε το σεμινάριο και την προσμονή των συνδαιτυμόνων μου. Ο παράδεισος δεν είχε γη. Ήταν εσωτερικού χώρου και υποθαλάσσιος αποκλειστικά. Είχε υποκοριστικό, ακουγόταν βαρετός και φορτωμένος, χωρούσε ελάχιστους και ήταν δικός μας. Ακουγόταν πειστικό!

Πέρναγα κάθε μέρα ένα δίωρο από το «συνέδριο» στο υπόγειο του Royal Savoy Hotel, για το εξαίσιο πρωινό και κυρίως για να διαπραγματευτώ κάποιες τελευταίες πινελιές της μελέτης του «φαντάσματος»[6] με τον υπογράφοντα καθηγητή. Πριν γυρίσω στην αβάσταχτη ερημιά της σουίτας του Hyatt Regency, για να κάνω τις τελευταίες συνεννοήσεις με το «φάντασμα» καθεαυτό, συνήθως έκανα μια βόλτα με το exclusive ταχύπλοο με τον διαφα­νή πάτο. Σε τούτους τους ισοπεδωτικούς καιρούς τα «φαντάσματα» έχουν καταντήσει πραγματικό αγκάθι. Οι περισσότεροι υπάλληλοι-γραφιάδες των εταιρειών με τις οποίες συνεργάζομαι είναι πειθήνιοι και τόσο αόρατοι όσο επιβάλλεται. Τα γράφουν, τα παίρνουν (με την ειδική σημείωση «μετάφραση-επιμέλεια» στο τιμολόγιο), τα ξεχνάνε και εξαφανίζονται. Δυστυχώς οι ικανότεροι αποδεικνύονται στην πορεία και οι πλέον δύστροποι. Και τι δεν έχουμε αντιμετωπίσει. Από ανώνυμα mail με απειλές προς τον ανυποψίαστο υπογράφοντα μέχρι κανονικές αντιποιήσεις επαγγέλματος και ταυτότη­­τας. Ένας εκ των «φαντασμάτων» έφτασε στο σημείο να εμφανίζεται δημοσίως και να δίνει συνεντεύξεις υποδυόμενος τον επώνυμο καθηγητή του Καίμπριτζ για τον οποίο είχε γράψει μια κωλοαξιολόγηση ενός ελάσσονος αντικαταθλιπτικού. Κάπως έτσι πήρα και την καθοριστική προαγωγή από απλός «ιατρικός επισκέπτης» σε «επίσημος καλεσμένος» στον χώρο. Όταν η ματαιο­δοξία και η αφέλεια των πιτσιρίκων πυρακτώνεται και τους σπρώχνει σε υπερβολικές δόσεις, τότε παρεμβαίνω εγώ. Με τον κακό ή με τον χειρότερο τρόπο αναλαμβάνω να επιστρέψω την πατρότητα εκεί που ανήκει· να αποδώσω επωνυμία στους επώνυμους και να σβήσω τα ίχνη των διακοσμητικών· να ξεπλύνω τη χαρούμενη επιστήμη από τον ιδρώτα της αμφισβήτησης και της μελαγχολίας. Θεωρείται το δυσκολότερο κομμάτι της δουλειάς και όμως για εμένα είναι το πλέον δημιουργικό και αυτονόητο. Κάνω το καθήκον μου και αμείβομαι. Μάλλον για αυτό τα κατάφερα και ως εδώ· ως εκεί.

Εκεί που μπορούσα να στέκομαι με τις ώρες. Ακίνητος απέναντι στη διαφάνεια με θέα στον πολύχρωμο υπόκοσμο. Ήταν ήδη η 5η μου ηδο­νοβλεπτική εμπειρία στον βυθό των βυθών και ακόμα δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Την ώρα που οι άλλοι εκλεκτοί πολυβολούσαν τις ψηφιακές τους κάμερες για να ντύσουν με θαλασσινά τους υπολογιστές και τις μονοκατοικίες τους, εγώ βυθιζόμουν στην πυρετική αγωνία της παραδοξότητας. Χανόμουν στη μανία και την αίγλη εκείνου του αδιανόητου freak show, στο αρι­στούργημα του χορού των τεράτων με τα ακονισμένα ξίφη, με τα άμφια κλόουν, με τα ημισέληνα πτερύγια και τις κιτρινοπράσινες διαφανείς βεντάλιες. Βυθιζόμουν, τρίπαρα και έφερνα στον νου μου εκζέματα, ανοιχτές πληγές, λιπαρά μοσχεύματα, ανατομικές δυσπλασίες. Απέναντί τους ορθώνονταν ελαστικά χάπια, υπόθετα, σουβλερά νυστέρια, κυματιστές ακτίνες, μηχανές και αντικείμενα φτιαγμένα από το στιβαρό άκρο της προόδου που ταΐζει το ατροφικό άκρο της ανημπόριας. Εκείνη, ακριβώς, τη σπάνια στιγμή αληθινής έμπνευσης έμελλε να ακρωτηριάσει οριστικά η γαργαλιστική δόνηση χαμηλά στον καβάλο. Το τηλεφώνημα δεν άφηνε κανένα περιθώριο:
Δυστυχώς αργήσαμε. Η ησυχία μας τελείωσε. Τα πράγματα έχουν ξεφύγει. Η κατάθλιψη έγινε μανία. Στους δρόμους γίνεται πόλεμος. Ο κόσμος τρελάθηκε και η κυβέρνηση έδωσε οδηγία να τα σπρώξουμε όλα αμέσως. Η συμφωνία χάλασε γιατί Το Σκεύασμά μας είναι άχρηστο. Προσωρινά αναστέλλεται κάθε περιορισμός. Η συνταγογράφηση καταργείται. Τα δίνουμε όλα! Το μπάτζετ για την αποστολή ανακλήθηκε. Τα ξενοδοχεία πληρώθηκαν από τα κεντρικά και το εισιτήριο επιστροφής άλλαξε για αύριο το πρωί. Η εταιρική σου κάρτα δεν ισχύει εδώ και μια ώρα. Θα λάβεις σε λίγο ένα αναλυτικό mail. Κοίτα να χειριστείς την πληροφορία προς τους δόκτορες με λεπτότητα. Θα γυρίσουν οι δυστυχείς στην ανεργία. Κοίτα μην παρανοήσουν κι αυτοί και αρχίσουν τη φλυαρία. Βασιζόμαστε πάνω σου. 
Στα βουβά πλάνα υπήρχαν στιγμιότυπα από τις αφρισμένες λαϊκές αγορές. Η κίνηση ματ είχε βάλει σε ράγες τη θλίψη και τη μανία. Το πλήθος συγκεντρώθηκε, στριμωχνόταν, φώναζε, ίδρωνε, βούταγε και βουτούσε στα βαθιά. Στον αέρα πετούσαν άπειρες σαΐτες με μικροσκοπικά ακαταλαβίστικα γράμματα. Στους πάγκους με τα κασόνια υπήρχαν αυγοθήκες με πολύχρωμες καραμέλες, πλαστικές σερπαντίνες και μυστήριες επιγραφές σε ανεξιχνίαστους σχηματισμούς· άλλοτε με ταξινομητικά κριτήρια: Βεν­ζο­διαζε­πίνες, Τρικυκλικά, Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, Εκλεκτικοί αναστολείς της επανα­πρόσληψης της σεροτονίνης, Aναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτο­νί­νης και νοραδρεναλίνης / αγχολυτικά – υπνωτικά, νευροληπτικά· άλλοτε χύμα από το καλάθι της νοικοκυράς: αλοπεριδόλη, ολανζαπίνη, διαζεπάμη, φλουοξετίνη· και ενίοτε με διαφημιστικούς κράχτες κάθε είδους: ριταλίνη, η «κοκαΐνη των μωρών», αντιψυχωσικά χωρίς εξωπυραμιδικές παρενέργειες κ.λπ. Τώρα στη μισή τιμή· ελάτε να τελειώσω να φύγω! Η εξουσία της ουσίας έμοιαζε αδιανόητη και τρομακτική. Ήταν. Αλλά η πραγματική κατάδυση θα ξεκινούσε μαζί με τις σταδιακές παρενέργειες της κατανάλωσης.

Στις ειδήσεις όλο και συχνότερα διακρινόταν ο νεότευκτος ποταμός. Ήταν το μόνο νέο που έρεε όταν όλα είχαν παγώσει. Ήταν μια απωθημένη επιστροφή της ανθρώπινης και ταυτόχρονα μεγαλειώδους μορφής της πόλης· ένας σύν­δεσμος με τις βόρειες μητροπόλεις του Δούναβη, μια επιστροφή της ασπρό­μαυρης νοσταλγίας του Ιλισού. Η διαδρομή του σχημάτιζε μια υδάτινη κρύπτη για τη φαντασία των πολλών, ένα ράμμα που διατρέχοντας από τα πλούσια προάστια έως την τενεκεδούπολη των πληβείων φαινόταν κάπως να τα συμφιλιώνει, να τα ενώνει σε μια κοινή μοίρα, να θυμίζει τη ροή του νερού, των τάξεων, την προοπτική. Σιγά σιγά φτιάχτηκαν και οι πρώτες γέφυρες. Ένα σωτήριο ποτάμι διέσχιζε την πολιτεία. Ροζαλί στις εκβολές του, διάφανα γαλάζιο στην τομή, με πρασινωπές ανταύγειες στις συχνές μικροδίνες του. Ένα ποτάμι ευλογία για τον τόπο, παρηγοριά για τα βάρη που έσερνε μαζί του στην εξωχώρα. Ένα ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω πια, η υδρορροή της κατάθλιψης και της ακινησίας του τσιμέντου και του βίου· ένα ποτάμι που ξεκινούσε από τους κάδους απορριμμάτων με τα ληγμένα, λιωμένα ψυχοφάρμακα και μύριζε ως το μεδούλι της άρρωστης πολιτείας.

* * *

Σημειώσεις

[1] «Σάι-φάι. Στιγμιότυπο δεύτερο: Κάτοικοι εξωτερικού», Λεύγα 2, Μάιος 2011, σ. 65.^

[2] «Σάι-φάι. Στιγμιότυπο τρίτο: Αφωνία», Λεύγα 3, Σεπτέμβριος 2011, σ. 60-64.^

[3] Όταν μια φαρμακευτική εταιρεία φτιάχνει ένα φάρμακο, διατηρεί την αποκλειστικότητα της πώλησής του για δέκα χρόνια. Αυτό είναι το «πρωτότυπο σκεύασμα». Στη συνέχεια, μετά τα δέκα χρόνια, όλες οι υπόλοιπες εταιρείες μπορούν να αντιγράψουν το πρωτότυπο, να του δώσουν όποιο όνομα θέλουν, και να το πουλήσουν και αυτές, με τιμή όμως μικρότερη από το πρωτότυπο κατά 25 με 30%. Όταν μια εταιρεία αντιγράφει ένα πρωτότυπο φάρμακο έχει δύο επιλογές: Ή να το αντιγράψει ακριβώς όπως είναι (τη δραστική ουσία και τα υπόλοιπα συστατικά, τα λεγόμενα έκδοχα) ή να αντιγράψει μόνο τη δραστική ουσία και να βάλει δικά της έκδοχα. Στην πρώτη περίπτωση παράγονται «γενόσημα φάρμακα» –ο διεθνής όρος είναι generics– και στη δεύτερη τα λεγόμενα «φασόν» – όρος της αγοράς. Τα γενόσημα υποτίθεται πως είναι ακριβώς ίδια με τα πρωτότυπα και πως το μόνο που αλλάζει είναι η εμπορική ονομασία του σκευάσματος.^

[4] «Ο ιατρικός επισκέπτης είναι υπάλληλος φαρμακευτικής βιομηχανίας ή εταιρείας που επισκέπτεται γιατρούς, οδοντογιατρούς, φαρμακοποιούς, κλινικές, νοσοκομεία, κέντρα υγείας και ασφαλιστικά ταμεία για την ενημέρωση/προώθηση των προϊόντων της εταιρείας με σκοπό να πείσει τον ιατρό να συνταγογραφήσει το φάρμακο της εταιρείας», Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης, Οδηγός Κατάρτισης Ειδικότητας: Ιατρικού Επισκέπτη, σ. 2 (η επισήμανση δική μου).^

[5] Η υπόθεση της Φαρμακευτικής Lilly (Zyprexa) στις ΗΠΑ το 2003. Βλ. σχετικά το εξαιρετικό άρθρο του Θ. Μεγαλοοικονόμου, «Φαρμακευτικές Εταιρείες, Κράτος και Ψυχιατρική» (http://www.psyspirosi.gr/2009-02-22-18-34-08/347-2010-09-06-39-34.html).^

[6] Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα μισά από τα άρθρα που δημοσιεύονται στα επιστημονικά ιατρικά περιοδικά είναι γραμμένα από «συγγραφείς-φαντάσματα». Γνωστοί γιατροί βάζουν το όνομά τους κάτω από το άρθρο και πληρώνονται αδρά γι’ αυτό, ενώ οι πραγματικοί συγγραφείς παραμένουν άγνωστοι. Βλ. ό.π. (η επισήμανση δική μου) και επίσης Barnett, Α., «Revealed: how drug firms “hoodwink” medical journals / Pharmaceutical giants hire ghostwriters to produce articles-then put doctors’ names on them», εφ. The Observer, 7 Δεκεμβρίου 2003.^

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου