Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Βασίλης Κόκκοτας: Το Άλογο του Τορίνο ή το τέλος των Πατατοφάγων


«Πατάτα» η ταινία
1885. Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ ολοκληρώνει τους διάσημους Πατατοφάγους. Σ’ ένα γράμμα του δηλώνει ότι προσπάθησε να αποδώσει τη συνθήκη μιας εντελώς διαφορετικής ζωής απ’ αυτήν που γνωρίζουμε. Η εικόνα κάποιων απλών και φτωχών ανθρώπων που τρώνε αυτό που παράγουν σκάβοντας τη γη θα φορτιστεί μ’ έναν πολιτικοκοινωνικό συμβολισμό και θα αποδώσει στην εντέλεια την εξαθλίωση του αγροτικού δυναμικού. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σταδιακά σ’ αυτό που παράγουν και τρώνε. Είναι οι πατατάνθρωποι, τα φυτικά τέρατα που ενσαρκώνονται σε σώματα-βολβούς.

1889. Στην πόλη του Τορίνο, ο Νίτσε γίνεται μάρτυρας της κακοποίησης ενός αλόγου απ’ τον ιδιοκτήτη του. Ταραγμένος απ’ αυτή τη βίαιη σκηνή, θα αγκαλιάσει το άλογο κλαίγοντας με αναφιλητά. Επιστρέφοντας στο δωμάτιό του, θα πει: «Μητέρα, υπήρξα ανόητος», κι έκτοτε δεν θα ξαναμιλήσει. Για την τύχη του αλόγου και του ιδιοκτήτη του δεν θα μάθει ποτέ κανείς.

1889 και 2011. Ο Μπέλα Ταρ σηκώνει την αυλαία επικά, μ’ ένα μονοπλάνο του αμαξά και του αλόγου. 1889 και 2011. Ο Μπέλα Ταρ σηκώνει την αυλαία επικά, μ’ ένα μονοπλάνο του αμαξά και του αλόγου. Ο αμαξάς,  ταλαιπωρημένος γέρος, με πρόβλημα αναπηρίας στο ένα του χέρι, ζει με την κόρη του σ’ ένα απομονωμένο μέρος. Η μονοτονία και ο αυτοματισμός μιας μίζερης ζωής καθορίζουν την ύπαρξή τους. Κάθε πρωί η κόρη βγαίνει απ’ το σπίτι κουβαλώντας δυο τενεκέδες για να τους γεμίσει νερό απ’ το δι­­πλανό πηγάδι. Μπαίνοντας σπίτι, ο πατέρας ξυπνάει. Η κόρη τον ντύνει αργά και υπομονετικά. Αφού τελειώσει το ντύσιμο, ο γέρος πίνει δυο ποτήρια αλκοόλ. Βγαίνουν έξω. Σελώνουν το άλογο. Ο γέρος φεύγει. Για πού; Για κάπου. Για πουθενά. Επιστρέφει. Η κόρη τον γδύνει, αργά κι ευλαβικά. Το τραπέζι στρώνεται. Κάθε φορά, δυο πατάτες και λίγο χοντρό αλάτι. Ο γέρος τρώει με βουλιμία, παρόλο που καίγεται. Η κόρη τρώει πάντα τη μισή. Λίγο πριν κοιμηθούν, «ψυχαγωγούνται» κοιτάζοντας σιωπηλά έξω απ’ το παράθυρο. Τι; Τίποτα. Κάτι. Τον ορίζοντα. Το δέντρο. Τον λόφο. Τα πάντα. Τίποτα. Ο άνεμος λυσσομανάει συνεχώς. Χθες, σήμερα, αύριο. Σ’ αυτό το απροσδιόριστο limbo. Πότε άρχισε; Πότε θα τελειώσει; Έχει σημασία; Αρκεί να υπάρχουν πατάτες. Και νερό, για να μπορεί η κόρη να τις βράζει.

Το λυκόφως των ειδώλων
Το παιχνίδι του φωτός και του σκοταδιού. Οι διαφορετικές οπτικές γωνίες της κά­­μερας η οποία, πολλές φορές, είναι η μόνη που κινείται σ’ ένα περιβάλλον απο­σα­θρωμένο, φλαμανδικό (όπως το απεικόνισαν οι εκπρόσωποί του) και νεκρικά σιω­πηλό σαν απολιθωμένο κοιμητήριο. Τα μεγάλα, υπέροχα μονοπλάνα που ονει­ρεύτηκε στο όνειρο του αλόγου ο Ταρκόφσκι. Ασπρόμαυρα, κατανυκτικά, ερεβώδη, κατα­­κλυ­σμιαία. Με γκριζαρισμένο πάθος. Λες και ξεπλύθηκε από αρχέγονη φω­τιά, λες κι επέζησε μετά από κατακλυσμό. Στεφανωμένο με στροβιλισμένα φύλλα και νεκρούς λόφους. Η θνητή φύση των υπάρξεων, όλων αυτών που είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν και νιώθουν, όπως σημειώνει και ο Ταρ, έναν βαθύ, ανεπούλωτο πόνο. Ο κόσμος που χάνεται, σβήνει. Ο άνθρωπος που χάνεται, σβήνει. Ο κόσμος που κατα­­στρέφεται. Ο άνθρωπος που καταστρέφεται. Και καταστρέφει. Η έρημη χώρα του Έλιοτ. Η στέρφα και άνυδρη γη, θρέφοντας λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς, με πατάτες. Αλλά με πατάτες, εσύ, γιε του Ανθρώπου, τι και ποιον να θρέψεις; Και πώς να βρεις ανακούφιση, όχι απ’ τον ελιοτικό γρύλο –διότι οι γρύλοι ενδημούν μόνο στα ποιήματα και όχι στη ζωή– αλλά απ’ το σαράκι που σταματάει να σε τρώει και συμμετέχει στον θάνατό σου, όταν ζεις με μια στοίβα σπασμένων εικόνων και δεν σου δίνει σκεπή το πεθαμένο δέντρο; Πώς να βρεις ελπίδα, πού να μεταβιβάσεις τη μόλυνση της σιωπής όταν η ίδια σου η ύπαρξη είναι μια διαρκής Αποβολή, τρομακτική και θελκτική συγ­­χρόνως, ένα λακανικό Sinthome, στο οποίο η απόλαυση ταυτίζεται με το ένστικτο του θανάτου; 

Ecce homo
Ίδε, λοιπόν, ο άνθρωπος. Αυτός που κατάντησε ανδρείκελο, ένα cyborg που επιτελεί αυτοματοποιημένες λειτουργίες, κατασκευασμένο μονάχα για να υπηρετεί, δίχως το τραύμα της γέννησης, την απορία της καταγωγής, την οιμωγή της μνήμης. Ίδε, λοιπόν, ο άνθρωπος. Δεμένος στα βράχια της εξουσίας, λεηλατημένος απ’ τα όρνεα, μελετημένος ως την παραμικρή λεπτομέρεια, πειθαρχημένος ως τις φλέβες, λοβοτομημένος μέχρι το βλέμμα, αποστειρωμένος ως το πάθος. Που αλλάζει κα­θημερινά ξεφτισμένα ρούχα για να ενδυθεί τους ρόλους του: εργάτης-φαλλός-υπνοβάτης. Υπηρέτρια-υπηρέτρια-υπηρέτρια. Που αρκείται στην πατάτα, ακόμα κι αν δεν του αρέσει και την αφήνει μισή, και πίνει τον πόνο του σε δυο πρωινές δό­­σεις – συνταγή της λήθης. Ίδε, λοιπόν, ο άνθρωπος. Που δεν έκανε τίποτα για ν’ αλλάξει τη ζωή του και άφησε τους ισχυρούς να συλήσουν ακόμα και τα κουφάρια των ονείρων του, που κατέλυσε τα πάντα, που δεν σεβάστηκε τη φύση, που έφτυσε την ασχήμια του μέσα στο πηγάδι και το ξέρανε. Ίδε, λοιπόν, ο άνθρωπος. Αυτός ο εκλεκτός επίγονος μιας μεγάλης υπόσχεσης, που πείστηκε ότι η επερχόμενη κα­­ταστροφή ήταν η χαραυγή της δημιουργίας. Χωρίς ελπίδα, χωρίς προορισμό, χωρίς ελευθερία. Μονάχος ανάμεσα σε μονάχους, κοιτώντας μέσα απ’ τα κάγκελα της φυλακής του, σιωπηλά, αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει αλλά αδυνατεί να επινοήσει. Ζεμένος το κάρο και την ψυχή του, ανεβαίνοντας τον λόφο του Γολγοθά, περιυβρισμένος απ’ τον άνεμο και το σκοτάδι, μια να φεύγει και μια να επιστρέφει, χωρίς την συμπαράσταση του βλέμματος μιας κάμερας. Γιατί, και ο Μπέργκμαν το έδειξε πρώτος, αυτός που μας σέρνει πάντοτε σ’ ένα αιώνιο πανοραμίκ είναι ο βροτολοιγός θάνατος. 

Να φέρεσθε καλά στα άλογα
Ε, Βλαδίμηρε! Και συ, Σαχτούρη, με τις επιθυμίες σου σαν άλογα που γονατίσαν χάμω. Και συ, καημένε γρίβα, σύρε σκάψε με τα νύχια, με τ’ αργυροπέταλά σου, τράβηξέ με με τα δόντια, ρίξε με μέσα στο χώμα. Εσύ, που κάποτε παιδί, όταν σε βάφτιζε ο Καρούζος, φορούσες το άλογο με θάλασσα αφρισμένο και πλέοντας άνοιγες τη χαρά, τώρα στάσου απέναντί του και αντίκρισέ το στα ίσα, δόντι με δόντι. Τι βλέπεις, άραγε; Βλέπεις ένα γερασμένο άλογο, εξαντλημένο και κουρασμένο; Βλέπεις πώς σε κοιτάει, κακόμοιρε Αχιλλέα, λίγο πριν ριχτείς στη μάχη της επιβίωσης και ηττηθείς; Βλέπεις καθόλου τον εαυτό σου; Αν ναι, τότε γιατί δεν κάνεις κι εσύ το ίδιο; Γιατί δεν αντιστέκεσαι; 

Ένα ά-λογο που σταματάει να υπακούει, ένα ά-λογο που δεν τρώει αλλά ούτε πίνει και νερό –σαν το άλογο του Γκάτσου: Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις, άλογο της χαραυγής– ένα ά-λογο που επιλέγει να πεθάνει με αξιοπρέπεια αποτελεί τελικά τη μοναδική ελπίδα. Γιατί με τη θυσία του θα επανασυνδέσει τον άνθρωπο με τον εαυτό του. Μέσα απ’ τα σπλάχνα του, την ώρα που ξεψυχάει, θα γεννηθεί ο επαναστατικός Λόγος και θ’ αναβλύσει ο νέος ουμανισμός. 

Να φέρεσθε, λοιπόν, καλά στα άλογα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου