Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

ο διάβολος, ο ηγεμόνας ... και ο τρελός (01)

το παρακάτω τρίπτυχο δημοσιεύτηκε στη λεύγα 01 τον Μάρτιο του 2011







ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΠΟΥ ΔΙΑΘΕΤΕΙ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΕΦΙΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ

Η ωριμότητα της ανθρωπότητας εξαρτάται απόλυτα από την ικανότητά της να διακρίνει τι είναι για αυτήν εφικτό και τι ανέφικτο. Σε τούτη τη διάκριση πρέπει να υποτάσσονται όλες οι σκέψεις και οι πράξεις μας, οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις μας. Ας εξηγηθούμε: οπωσδήποτε έχουμε την ελευθερία της επιλογής των πράξεών μας· και λένε πως είναι τούτη ακριβώς η ελευθερία που μας ξεμακραίνει από την απλοϊκότητα του πρωτόγονου, από τον φυσικό καταναγκασμό στον οποίο υπακούουν τα ζώα και τα φυτά τούτου του κόσμου. Μα δεν έχουμε κι εμείς άραγε τη φύση μας; Δεν είμαστε πλεονέκτες; Δεν είμαστε βίαιοι; Δεν μας κατατρώει η επιθυμία για ανομολόγητες, καταστροφικές ηδονές; Ποτέ μην πιστέψετε πως δεν έχουμε μια φύση. Πολύ περισσότερο ποτέ μην πιστέψετε πως δεν έχουμε μια τέτοια φύση. Κι όμως, η ελευθερία του καθενός μας μάς επιτρέπει είτε να την τιμούμε είτε να την ποδοπατούμε αναίσχυντα, παριστάνοντας τους αγίους. Αλλά προσοχή! Η μέθη της προσωπικής ελευθερίας, η παραφορά της ατομικής μας βούλησης, δεν πρέπει να θολώνει τη λογική μας ικανότητα να διακρίνουμε το εφικτό από το ανέφικτο στη ζωή της ανθρωπότητας. Ο ίδιος μας ο στοχασμός μάς βεβαιώνει: κι αν ακόμη βρείτε έναν ή και περισσότερους αγίους να τριγυρνούν ανάμεσά σας ή μέσα σας, δεν θα βρείτε ποτέ την ανθρωπότητα ικανή για αγιοσύνη. «Δεν είμαι έτσι» μπορούμε να πούμε για τον εαυτό μας και ταυτόχρονα να λέμε την αλήθεια, αν πράγματι επιλέξαμε να μην είμαστε τόσο αμαρτωλοί, όσο μας προστάζει η φύση μας. Μα την ίδια φράση, σαν μεσολαβεί ένας διαβολικός πληθυντικός, τη φράση «δεν είμαστε έτσι», κανένας δεν την ξεστομίζει χωρίς να συνειδητοποιεί πως ψεύδεται! Μέσα στο σύνολο που ονομάζεται ανθρωπότητα, σε κάθε έναν που επέλεξε να γίνει άγιος θα αντιστοιχεί πάντοτε κάποιος που επέλεξε να γίνει άθλιος. Ιδού λοιπόν η ανθρωπότητα, ένα ρούχο λερωμένο με ανεξίτηλους λεκέδες· κι ας θυμηθούμε πως ένα τέτοιο λερό ρούχο το πετάμε δίχως δεύτερη κουβέντα και ποτέ δεν το κρατάμε, μόνο και μόνο επειδή κάποια μέρη του υφάσματος παρέμειναν καθαρά. Στη συλλογική μας ύπαρξη, εκεί είναι που ξεπροβάλλουν τα στίγματα της καθαρής μας φύσης, εκεί ξεγυμνώνονται οι καθολικές της ιδιότητες (όχι πια ο κακός μα η κακία, όχι ο αμαρτωλός αλλά η αμαρτία)· κι εμείς, με τη βοήθεια της κρίσης μας, είμαστε πλέον ώριμοι –επιτέλους– να ξεχωρίζουμε τι είναι εφικτό και τι ανέφικτο για την ίδια την ανθρωπότητα.

Στους ονειροπόλους φιλοσόφους λοιπόν, στους μισότρελους μύστες, στους αλαφροΐσκιωτους πολιτικούς, που θα δοκιμάσουν να σας παρασύρουν, δεν βλάπτει διόλου (μη φοβάστε πως θα πείτε κάτι παράτολμο, επικίνδυνο, προκλητικό, πρωτότυπο) να δηλώσετε : «Ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά, αυτός μάλιστα! Μπορεί κι οφείλει να αλλάξει τον εαυτό του, γιατί η ατομική ελευθερία βαδίζει χέρι χέρι με την ίδια τη φύση των ανθρώπων».

Αρκεί να συμπληρώσετε με σθένος και να επαναλαμβάνετε πεισματικά με κάθε ευκαιρία: «Όλες οι απόπειρες για την αλλαγή της ανθρωπότητας κατέρρευσαν. Πώς δεν το βλέπετε; Η ανθρωπότητα δεν μπορεί και δεν οφείλει να αλλάξει, γιατί η συλλογική ελευθερία αντιστρατεύεται την ίδια την ανθρώπινη φύση!».
Άγης Πετάλας








ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΗΣ

Χθες το πρωί, την ώρα που ετοιµαζόµουν να ανοίξω την είσοδο του γραφείου µου διέκρινα στο πεζοδρόµιο δύο ολόγυµνα οπίσθια, τα οποία ή ετοιµάζονταν να κάνουν ή µόλις είχαν κάνει το καθήκον που τους έταξε η φύση. Πριν προλάβω να στρίψω το κλειδί, πίσω από τα οπίσθια είχε προβάλει το κεφάλι ενός γενειοφόρου νέου το οποίο, προφανώς εκτιµώντας τη φλεγµατική µου στάση, µε καθησύχασε δηλώνοντάς µου ότι δεν έκανε αυτό που νόµιζα ότι έκανε. ∆ιακριτικός όπως είµαι, δεν τον ρώτησα τι έκανε. Σκέφτηκα πολύ απλά ότι είναι ανθρωπιστικό δικαίωµα του καθενός να υπηρετεί τη φύση του, όπως και είναι ανθρωπιστική µου υποχρέωση να µην εµποδίζω την άσκηση των σωµατικών δικαιωµάτων του οποιουδήποτε. […] ∆εν ξέρω πόσοι από σας θα συµφωνήσετε µε την εκδοχή του ανθρωπισµού που αναγκάστηκα να αποδεχθώ για να µην ξεκινήσω τη µέρα µου φωνάζοντας, βρίζοντας, ουρλιάζοντας ή απλώς µεµψιµοιρώντας για να οικτίρω τον εαυτό µου, τη χώρα µου, την κυβέρνηση, τον δήµο, το κράτος, τον ΟΑΣΑ, τις ∆ΕΚΟ και όποιον άλλον αρµόδιο ή αναρµόδιο παρέσυρε η ακατάσχετη έκκριση αδρεναλίνης που προκάλεσε η συνάντησή µου µε τα γυµνά οπίσθια. Ακόµη όµως και όσοι διαφωνείτε οφείλετε να παραδεχθείτε πως δεν είναι ούτε πρωτότυπη ούτε αιρετική. […]Πολλοί σιτίζονται απ’ αυτήν, και δεν εννοώ µόνον τους λαθρέµπορους από την Κεντρική Αφρική ή την Ασία που καλύπτουν τα κενά της οικονοµικής κρίσης. Εννοώ και όσους ασκούν το συµπαθές επιτήδευµα του «κοινωνικώς ευαίσθητου». […] ∆εν ξέρω αν και τα δικά τους καταστήµατα θα ανοίγουν τα Σάββατα, όµως εκείνο που ξέρω είναι πως πρέπει και το επάγγελµα του «κοινωνικώς ευαίσθητου» κάποτε, επιτέλους, να ανοίξει. […]

Και εξεγείρονται µε την ιδέα του «τείχους». «Το τείχος συµβολικά περιφράσσει το τοπίο της κρίσης» λένε, και όποιος καταλάβει τι λένε πολύ θα ήθελα να µου το εξηγήσει. […] Έχουν και τα σύµβολα την αξία τους, θα µου πείτε. […] Η δηµόσια αφόδευση όµως δεν συµβολίζει τίποτε. Κατεβάζει την κοινωνική ζωή στο επίπεδο της στυγνής πραγµατικότητας, πνιγηρής, δύσοσµης, ανεξέλεγκτης. Και υπό το πρίσµα αυτής της πραγµατικότητας, οφείλουµε να αντιµετωπίσουµε και το πρόβληµα της λαθροµετανάστευσης, του τείχους ή των θαλάσσιων συνόρων. Να συνειδητοποιήσουµε κατ’ αρχάς πως, ασχέτως αριθµών, οικονοµικής κρίσης και λοιπών εύκολα µετρήσιµων παραµέτρων, µια κοινωνία η οποία έχει καταργήσει τα εσωτερικά της σύνορα, τα όρια της κοινωνικής συµπεριφοράς, είναι ανοχύρωτη πρωτίστως απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Τα συρµατοπλέγµατα στον Έβρο είναι
µια σχεδόν γραφική λεπτοµέρεια στο όλο τοπίο.

Οι αντιδράσεις όµως που προκάλεσαν δείχνουν, εκτός από την επαγγελµατική συνέπεια της εργολαβικής Αριστεράς, ότι τα ερείσµατα της κοινής λογικής, ακόµη και σ’ αυτό το ζήτηµα, αφήνουν τη σκέψη µας απροστάτευτη. […] Το θέµα είναι αν η ελληνική κοινωνία έχει ακόµη τα αντανακλαστικά για να µπορέσει να αποκαταστήσει τα όρια της κοινωνικής συµπεριφοράς που έχει η ίδια καταλύσει.

Γιατί, ως γνωστόν, η ίδια η έννοια του δικαίου στηρίζεται στην αποδοχή των ορίων, µε συρµατοπλέγµατα ή χωρίς.

Τάκης Θεοδωρόπουλος,
συγγραφέας, προέδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου
εφ. Τα Νέα, 14.1.2011








ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ


Επομένως ο μηχανισμός της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής φροντίζει να μη συνοδεύεται η απόλυτη αύξηση του κεφαλαίου από αντίστοιχη αύξηση της γενικής ζήτησης εργασίας. Και αυτό ο απολογητής το ονομάζει αντιστάθμισμα για τη δυστυχία, τα βάσανα και τον πιθανό αφανισμό των εκτοπισμένων εργατών στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, που τους πετάει στις γραμμές του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού! Η ζήτηση εργασίας δεν είναι ταυτόσημη με την αύξηση του κεφαλαίου, η προσφορά εργασίας δεν είναι ταυτόσημη με την αύξηση της εργατικής τάξης, έτσι που να αλληλοεπηρεάζονται εδώ δυο ανεξάρτητες η μία από την άλλη δυνάμεις. Les dés sont pipes [τα ζάρια είναι πειραγμένα]. Το κεφάλαιο ενεργεί ταυτόχρονα και προς τις δύο κατευθύνσεις Αν συσσώρευσή του αυξάνει από τη μια μεριά τη ζήτηση εργασίας, από την άλλη αυξάνει την προσφορά εργατών με την «ελευθέρωσή» τους, ενώ ταυτόχρονα η πίεση των ανέργων εξαναγκάζει τους εργαζόμενους να κινητοποιούν περισσότερη εργασία, δηλαδή ώς ένα βαθμό κάνει την προσφορά εργασίας ανεξάρτητη από την προσφορά εργατών. Η κίνηση του νόμου ζήτησης και προσφοράς της εργασίας πάνω σ’ αυτή τη βάση ολοκληρώνει τη δεσποτεία του κεφαλαίου. Γι’ αυτό, μόλις οι εργάτες ανακαλύψουν το μυστικό του πώς συμβαίνει ώστε, όσο περισσότερο εργάζονται, όσο περισσότερο ξένο πλούτο παράγουν και όσο περισσότερο αυξάνει η παραγωγική δύναμη της εργασίας τους, τόσο πιο επισφαλής να γίνεται γι’ αυτούς ακόμα και η λειτουργία τους σαν μέσο αξιοποίησης του κεφαλαίου· μόλις ανακαλύψουν πως ο βαθμός εντατικότητας του συναγωνισμού μεταξύ τους εξαρτάται ολότελα από την πίεση του σχετικού υπερπληθυσμού· επομένως, μόλις επιχειρήσουν με τα εργατικά σωματεία κ.λπ. να οργανώσουν μια σχεδιασμένη συνεργασία εργαζομένων και ανέργων για να σπάσουν ή να εξασθενίσουν τις καταστρεπτικές για την τάξη τους συνέπειες αυτού του φυσικού νόμου της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής – βάζουν τις φωνές το κεφάλαιο και ο συκοφάντης οικονομολόγος του για καταπάτηση του «αιώνιου» και σαν να λέμε «ιερού» νόμου της ζήτησης και της προσφοράς. Γιατί κάθε αλληλεγγύη ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους διαταράζει το «καθαρό» παιχνίδι αυτού του νόμου. Ενώ από την άλλη, λ.χ. στις αποικίες, μόλις δυσμενείς συνθήκες αρχίζουν και παρεμποδίζουν τη δημιουργία του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού και μαζί του την απόλυτη εξάρτηση της εργατικής τάξης από την τάξη των κεφαλαιοκρατών, εξεγείρεται το κεφάλαιο μαζί με τον ξεφτισμένο Σάντσο Πάντσα του ενάντια στον «ιερό» νόμο της ζήτησης και προσφοράς, και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με βίαια μέσα.

Καρλ Μαρξ, Το κεφάλαιο


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου