Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Δημήτρης Κουσουρής: Η ιστορική αναλογία ως υπεκφυγή;


Ο κίνδυνος των καταχρήσεων, τόσο στην ιστορική 
γραφή όσο και στην πολιτική, εμφανίζεται όταν οι αναλογίες 
χρησιμοποιούνται για να σπείρουν την ανησυχία,
να πείσουν, να παροτρύνουν, να συκοφαντήσουν ή να
δοξάσουν, κι όχι για να προσανατολίσουν, να διασαφηνίσουν, 
να παρακινήσουν τον κριτικό στοχασμό. [1]

Μολονότι το μοντέλο της ιστορίας ως magistra vitae –παραδειγματικής αφήγησης που καθοδηγεί τις πράξεις μας στο παρόν και στο μέλλον– εγκαταλείφθηκε στους καιρούς των βίαιων μετασχηματισμών και των κοινωνικών επαναστάσεων που συνόδευσαν τον θρίαμβο του καπιταλισμού, η κατανόηση του παρόντος μέσα από τις ιστορικές αναλογίες παρέμεινε χρηστική, στον βαθμό που αυτές μας παρέχουν μιαν αναγκαία απόσταση και προοπτική «ούτως ώστε τα προβλήματα οποιασδήποτε χώρας να γίνονται αντιληπτά παράλληλα και σε σχέση με τις παγκόσμιες ιστορικές εξελίξεις, ως μέρος της παγκόσμιας ιστορίας».



Όπως συμβαίνει συχνά σε περιόδους κρίσης κι αβεβαιότητας, μετά την εκδήλωση της χρηματιστικής κρίσης το 2008, αλλά και της καθ’ ημάς δημοσιονομικής κρίσης ένα χρόνο αργότερα, πολλοί έσπευσαν να χρησιμοποιήσουν ιστορικές αναλογίες για να κατανοήσουν τη ρευστότητα και την πολυπλοκότητα της συγκυρίας. Η κουβέντα στράφηκε συχνά στις παλαιότερες χρεοκοπίες της χώρας, με πιο δημοφιλή στη δημόσια συζήτηση την πτώχευση που κήρυξε η τελευταία κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου το 1932, στις συνθήκες της τότε παγκόσμιας οικονομικής κρίσηςκαι ύφεσης. Από διαφορετικές θέσεις κι αφετηρίες, δημοσιογράφοι, ιστορικοί και πολιτικοί, απομόνωσαν διαφορετικές πλευρές της εμπειρίας για να υπογραμμίσουν –κατά περίπτωση– το οικονομικό και κοινωνικό χάος που ακολούθησε, την ενίσχυση των αντιδραστικών-ακροδεξιών δυνάμεων και την προετοιμασία της συνταγματικής εκτροπής ή τη γρήγορη ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας.


Όπως σε κάθε ιστορική αναλογία ωστόσο, οι ομοιότητες που παρουσιάζουν διαδικασίες ή γεγονότα που εκτυλίχθηκαν σε διαφορετικό χώρο και χρόνο είναι ασφαλώς λιγότερες από τις εν γένει διαφορές. Οι επαγγελματίες ιστορικοί έσπευσαν ήδη να επισημάνουν τους κινδύνους που ενέχει η χρήση αυτής ή άλλων ιστορικών αναλογιών σε ό,τι αφορά π.χ. τη διαφορετική κατάσταση της οικονομίας ή τη θέση της χώρας στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό.[2] Με αυτήν την έννοια, σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να επεκταθεί στις επιμέρους πλευρές και στις ατέρμονες διακλαδώσεις μιας ακαδημαϊκής συζήτησης, όσο το να εντοπίσει την πολιτική λειτουργία των χρήσεων και των καταχρήσεων της ιστορικής αναλογίας, καθώς και τα όριά τους, από δυνάμεις και διανοούμενους της αριστεράς που την ανέσυραν για να αντιστρατευτούν το κλίμα ιδεολογικής τρομοκρατίας και τον πολιτικό εκβιασμό που συνοψίζεται στο δίλημμα «σκληρή λιτότητα εντός του ευρώ ή χρεοκοπία και οικονομικοκοινωνικό χάος;».

* * *

Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές χρήσεις της αναλογίας λίγο μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στον διεθνή έλεγχο ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ (Το Βήμα, 21.2.2010), ο Σπ. Μαρκέτος διακήρυττε, από τον τίτλο κιόλας, τη «στάση πληρωμών τώρα» και προέτρεπε την κυβέρνηση να το «κάνει όπως ο Βενιζέλος» το 1932. Bασικό του επιχείρημα ήταν πως, παρά τον πρόσκαιρο αποκλεισμό από τις διεθνείς χρηματαγορές, μια χρεοκοπία θα οδηγούσε σύντομα σε ανάκαμψη, όπως μετά το 1932, όταν «η ελληνική οικονομία, διαψεύδοντας τους τότε γκουρού των αγορών, σημείωσε πρωτοφανείς ρυθμούς ανόδου. Η πτώχευση ξαναζωντάνεψε την αγορά, μεταφέροντας πόρους από τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών στην πραγματική οικονομία, από το εξωτερικό στο εσωτερικό».

«Μια ιστορία που την περιγράφει ωραία ο Μαρκ Μαζάουερ», συνέχιζε ο Μαρκέτος. Όντως μπορεί κανείς να εντοπίσει αναλογίες με τη σύγχρονη εμπειρία, όπως στην περιγραφή π.χ. από τον Μαζάουερ του χρόνου έλευσης της κρίσηςτου Μεσοπολέμου στην Ελλάδα:
Αν κι είναι δύσκολο να ορίσουμε την ακριβή στιγμή κατά την οποία η παγκόσμια ύφεση χτύπησε την Ελλάδα, [...] η χρονιά του κραχ της Γουόλ Στριτ σηματοδότησε μια αλλαγή της διάθεσης. Το ίδιο το κραχ δεν έγινε αισθητό για παραπάνω από ένα χρόνο, έσπειρε όμως ανησυχία για τη γενική κατάσταση: το φθινόπωρο γράφτηκε μια σειρά από άρθρα για τη χρηματιστική κρίση, που πραγματεύονταν τα αίτια της, ή ακόμα, στο κυβερνητικό στρατόπεδο, και το αν η κρίση πράγματι υπήρχε.[3]

Δεν είναι όμως επίσης αλήθεια πως μια τέτοια περιγραφή θα μπορούσε να αντιστοιχεί στην ανάλογη εμπειρία χωρών της «περιφέρειας» σε συνθήκες διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης;

Κι όπως στην ανάγνωση της τότε χρεοκοπίας εξετάζονται βασικά οι επιλογές της κυβέρνησης και της οικονομικής ολιγαρχίας, έτσι και οι προτάσεις χρεοκοπίας που αρθρώνονται σήμερα, απευθύνονται (και βασικά αφορούν) στα υπαρκτά και ήδη κυρίαρχα πολιτικά υποκείμενα, όπως η κυβέρνηση ή οι μηχανισμοί της ΕΕ. Ακολουθώντας σε γενικές γραμμές ένα σχήμα υπεράσπισης της «πολιτικής» ή της «δημοκρατίας» έναντι των πανίσχυρων και απρόσωπων διεθνών μηχανισμών της «οικονομίας», οι σχετικές αναλύσεις συνεχίζουν να θεωρούν, ρητά ή άρρητα, τα εθνικά κράτη ως (έστω έμμεσους) φορείς των εργατικών συμφερόντων – μέσα από την πίεση που ασκεί το εργατικό κίνημα στο πλαίσιο των δημοκρατικών (republican) καθεστώτων.

Jacques Tardi

Ωστόσο αυτή η συζήτηση φαίνεται να παραθεωρεί το ζήτημα των πραγματικών κοινωνικών υποκειμένων που αποτελούν αναπόσπαστη παράμετρο του ιστορικού προβλήματος. Πιο συγκεκριμένα, η κουβέντα δεν φαίνεται να αναζωογονεί ή να συνδέεται με προβληματισμούς σχετικά με την κατάσταση της εργατικής τάξης και του κινήματός της σήμερα, μετά από τρεις δεκαετίες διάλυσης και ενσωμάτωσης που ακολούθησαν την ήττα των επαναστατικών ρευμάτων των δεκαετιών του 1960 και 1970. Η σύντομη συνάντηση των προσπαθειών δημιουργίας και συντονισμού σωματείων βάσης με το ελληνικό «κίνημα των πλατειών» δεν απέδωσε ασφαλώς άμεσους καρπούς, συγκρότησε όμως ένα δημόσιο χώρο στον οποίο δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά ριζοσπαστικά εργατικά αιτήματα με όρους μαζικής πολιτικής δράσης. Και μια εμπειρία που δείχνει πως ο άδικος κι εκμεταλλευτικός χαρακτήρας του καπιταλισμού δεν αποτελεί μυστικό που διαφυλάττουν οι μυημένοι στο μαρξισμό, αλλά κοινό τόπο πια σε ευρέα κομμάτια των εργαζομένων. Το ίδιο συμβαίνει και με την επιθυμία υπέρβασης των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων. Ασφαλώς, η αντικαπιταλιστική κριτική που αρθρώνεται στη δημόσια σφαίρα μπορεί να είναι κάθε λογής, κομμουνιστική, προοδευτική, αντιδραστική κ.ο.κ. Μέσα από αυτή την πολυμορφία, όμως, φαίνεται να εδραιώνεται μια νέα αίσθηση ιστορικότητας της περιόδου, ενός «τέλους εποχής» που παίρνει διαφορετικά ονόματα ανάλογα με το πρίσμα και την προοπτική που υιοθετείται, που περιγράφεται καλύτερα από ό,τι η Άρεντ ονόμαζε «ενδιάμεση στιγμή ανάμεσα σε ό,τι δεν υπάρχει πια κι ό,τι δεν έχει υπάρξει ακόμα».[4]

Εξάλλου, είναι φανερό πια πως, με την εθνική οικονομία να οδηγείται στο οριστικό ναυάγιο και τους εργαζόμενους να βρίσκονται απέναντι στο φάσμα μιας βίαιης και παρατεταμένης «πτωχοποίησης», η ανάγκη ριζικού μετασχηματισμού της σημερινής πραγματικότητας έρχεται στην ημερήσια διάταξη. Ακόμα και οι ιεροκήρυκες των μνημονιακών πολιτικών προετοιμάζονται για τη διάδοχη κατάσταση. Ο Λ. Τσούκαλης, λ.χ., φαίνεται να ξεχνά την εμπιστοσύνη του στο πολιτικό προσωπικό και την αισιοδοξία πως η οικονομία θα ορθοποδήσει όταν ο τελευταίος δημόσιος υπάλληλος απολυθεί από τον τελευταίο κρατικό γραφειοκράτη, κι ανακαλύπτει πως η χώρα είναι ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης και πως θα είναι το πρώτο τραγικό θύμα «αν δε βρεθούν άνθρωποι να μιλήσουν στην καρδιά και στο μυαλό του Έλληνα και της Ελληνίδας»· ταυτόχρονα ο «Ι.Γ.» Πρετεντέρης, αναφερόμενος στην «Τρόικα», συστήνει να μαζευτούν οι «στόκοι με τους χαρτοφύλακες». Το ερώτημα που καλείται λοιπόν να απαντήσει η πολιτική αριστερά δεν είναι αν οι νεοφιλελεύθερες λύσεις της Ευρωζώνης είναι καλές ή κακές, αλλά αν μπορούν οι δυνάμεις της εργασίας να τις ανατρέψουν και να οργανώσουν εκ νέου την παραγωγική διαδικασία και την επανένταξη της χώρας στο διεθνές σύστημα.

Η ανάγνωση μιας τέτοιας στροφής της ιστορίας από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού δεν αρκεί να απομονώνει τη μία ή την άλλη πλευρά του παρελθόντος για να ονομάσει το παρόν, ούτε να περιγράφει ασύνδετα και μεσσιανικά έναν κοινό ορίζοντα προσδοκίας, χρειάζεται συνάμα να συνδέει άμεσα το παρόν και το μέλλον προτείνοντας και δοκιμάζοντας στην πράξη συγκεκριμένες τακτικές στις οποίες, καταπώς έλεγε ο Κ. Τζιαντζής, επί της λογικής του εφικτού θα ηγεμονεύει η στρατηγική στόχευση της υπέρβασης του αστικού κράτους και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Όχι αφηρημένα ή γενικόλογα. Απέναντι στην απειλή μιας πλήρους καταστροφής ή στις αφηρημένες προοπτικές «ανάπτυξης» που υπόσχονται οι θιασώτες των νεοφιλελεύθερων μακροοικονομικών μοντέλων, χρειάζεται να αντιτάξουμε τόσο μια συγκεκριμένη κριτική του χαρακτήρα και των κοινωνικών συνεπειών αυτής της ανάπτυξης, όσο και τις γραμμές ενός συγκεκριμένου σχεδίου αναδιοργάνωσης της παραγωγής και αναπροσδιορισμού των διεθνών συμμαχιών της χώρας υπό την ηγεμονία των δυνάμεων της εργασίας. Αντ’ αυτού όμως, απηχώντας και τις επίσημες γραμμές των κομμάτων της κοινοβουλευτικής αριστεράς, τόσο η διατύπωση του αιτήματος χρεοκοπίας, όσο και οι λογής ιστορικές «αναδρομές», συνοδεύονται συχνά από τη διαβεβαίωση πως, όσο ριζοσπαστικές κι αν φαίνονται οι θέσεις τους, δεν σημαίνουν απαραίτητα «έξοδο από το ευρώ» ή υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων. Με άλλα λόγια, ακόμα και σε συνθήκες δομικής κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, οι δυνάμεις της αριστεράς στην πλειοψηφία τους παραμένουν αιχμάλωτες της τυραννίας του παρόντος, δίνοντας συχνά την εντύπωση πως, στον βαθμό που αδυνατούν να γίνουν φορείς κοινωνικής επανάστασης και ριζικής πολιτικής μεταβολής, ευελπιστούν σιωπηρά σε μια ανάκαμψη του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Και καθώς η ματιά μας στο παρόν καθορίζει τα ερωτήματα που απευθύνουμε στο παρελθόν και την αντίληψη που διαμορφώνουμε για αυτό, οι ιστορικές αναλογίες που επιχειρούνται δεν εντάσσονται σε μια ιστορική προοπτική, μα αποτελούν απλές επικλήσεις της μιας ή της άλλης στατικής εικόνας του παρελθόντος, χωρίς σύνδεση με το πριν και το μετά. Έτσι οι ιστορικές αναλογίες της δεκαετίας του 1930 αποφεύγουν να συζητήσουν τον χαρακτήρα της τότε κρίσης και τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό, με τον ίδιο τρόπο που οι γενικόλογες επικλήσεις για ένα «νέο ΕΑΜ» απέναντι στην «οικονομική κατοχή» και τη «γερμανική μπότα», αποτελούν μάλλον εύκολη διέξοδο προς εκείνα τα στοιχεία με τα οποία η αριστερά επανεντάχθηκε στο μεταπολεμικό εθνικό αφήγημα, οδηγώντας, μεταξύ άλλων, σε εκκλήσεις για Εκλογικά Μέτωπα Εθνικής Ανεξαρτησίας κ.τ.ό. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με μία ή περισσότερες χρήσεις της ιστορικής αναλογίας που εντέλει λειτουργούν μάλλον ως υπεκφυγή από επείγοντα πολιτικά ερωτήματα για τις μορφές, τα προγραμματικά στοιχεία και τα υποκείμενα που συνθέτουν εν δυνάμει μια πολιτική χειραφέτησης των δυνάμεων της εργασίας σε συνθήκες διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης. Έτσι σε ό,τι αφορά το διά ταύτα, αν και ο καθείς αντιλαμβάνεται πως μια επαναστατική μεταβολή των συνθηκών στην εποχή μας ή θα είναι διεθνής ή δεν θα υπάρξει, είναι ευκολότερο –σαν να λέμε πιο βολικό– να ανασύρουμε από τη μνήμη νησίδες του ιστορικού παρελθόντος που μοιάζουν (για καλό ή για κακό) με τη συγκυρία που διανύουμε, παρά να αναγνωρίζουμε τις διαδικασίες και τις δυνάμεις που οδήγησαν στην υπέρβασή τους.

* * *

Εφαρμόζοντας μια εκδοχή της θεωρίας των μακρών κυμάτων τύπου Κοντράτιεφ, οι Ντιμενίλ και Λεβί θεωρούν την παρούσα διεθνή οικονομική κρίση ως την τέταρτη κατά σειρά δομική κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού:[5] η πρώτη και η δεύτερη (δεκαετίες του 1890 και του 1930) οδήγησαν σε δυο παγκοσμίους πολέμους, η τρίτη (δεκαετία του 1970) οδήγησε στην ανατροπή του κεϋνσιανού κοινωνικού συμβολαίου. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, η σημερινή «κρίση του νεοφιλελευθερισμού», όπως κι εκείνη του 1930, αποτελεί μια κρίση ηγεμονίας που εκδηλώνεται στους κόλπους της οικονομικής ολιγαρχίας, ανάμεσα στην παραδοσιακή μπουρζουαζία και την «τάξη» των μάνατζερ. Συμπερασματικά, οι συγγραφείς σημειώνουν πως, αν η πίεση ενός ισχυρού εργατικού κινήματος ανάγκασε τις αστικές τάξεις να επιδιώξουν μια «συμμαχία» μαζί του, συνάπτοντας ένα «κεντροαριστερό» κοινωνικό συμβόλαιο, με βάση την αδυναμία του εργατικού κινήματος, ανεξάρτητα από τις λογής «ανωμαλίες» της μετάβασης που διανύουμε, μπορούμε με ασφάλεια να προβλέψουμε πως η κρίση θα επιλυθεί με ένα νέο «κεντροδεξιό» κοινωνικό συμβόλαιο εις βάρος των εργαζομένων.

Αν και μπορεί κανείς να εγείρει διάφορες αντιρρήσεις σε αυτό το ερμηνευτικό σχήμα, αξίζει ωστόσο να συγκρατήσει πως ο κρίσιμος παράγοντας για την έκβαση της κρίσης, τότε και τώρα, είναι η ισχύς και η διαπραγματευτική δύναμη του εργατικού κινήματος. Ένα πρώτο ερώτημα που προκύπτει λοιπόν από αυτό, επιστρέφοντας για μια τελευταία φορά στην καθ’ ημάς συζήτηση, είναι γιατί, όταν μιλάμε για χρεοκοπία, να μιλάμε τόσο πολύ για τη χρεοκοπία του Βενιζέλου και τους ελιγμούς της οικονομικής ολιγαρχίας και τόσο λίγο για την άρνηση πληρωμής-κατάργηση του χρέους της αυτοκρατορικής Γαλλίας και της τσαρικής Ρωσίας από τα αντίστοιχα επαναστατικά καθεστώτα, τη σημασία ενός ή και περισσοτέρων επαναστατικών παραδειγμάτων για τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, τη σχέση και τη σύνδεση των τοπικών αγώνων με ένα διεθνές σχέδιο κοινωνικής χειραφέτησης. Απευθύνοντας στο παρελθόν τέτοια ερωτήματα, μπορούμε ίσως να διακρίνουμε καλύτερα τα νήματα που συνδέουν σήμερα, π.χ., τις απεργίες στα ΜΜΕ και τη Χαλυβουργία με εκείνες του Όκλαντ στην Αμερική και της Γκουανγκντόνγκ στη Νότιο Κίνα, να εντοπίζουμε τους μετασχηματισμούς και τις νέες συναρθρώσεις ανάμεσα σε έννοιες όπως «τάξη» και «έθνος», να αναγνωρίζουμε και να θέτουμε σε εφαρμογή το νέο περιεχόμενο της «δημοκρατίας».

Όλα αυτά όμως δεν είναι υποθέσεις εργασίας προς συζήτηση ή, αν θέλετε, μια πρόσκληση να αρνηθούμε να εφαρμόζουμε τις απαντήσεις που είχαμε ήδη επεξεργαστεί στα νέα ερωτήματα, αλλά να θέσουμε ξανά από κοινού στο τραπέζι την Επανάσταση: ως ερώτημα καταρχήν, αφού αν είναι να βρούμε τις απαντήσεις, τούτο μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την κοινή πράξη και αναζήτηση.

* * *

Σημειώσεις

1. Arno Mayer, «Uses and Abuses of Historical Analogies: Not Munich But Greece», Annals of International Studies, 1, 1970, σ. 224–232: σ. 225.^

2. Βλ. π.χ. τις παρεμβάσεις στην ημερίδα του περ. Ιστορείν ή την επιστημονική συνάντηση του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 4-5 Νοέμβρη 2011.^

3. M. Mazower, Greece and the Inter-War Economic Crisis, Oxford University Press, Οξφόρδη 1991, σ. 115-116.^

4. H. Arendt, Between Past and Future, Faber & Faber, Λονδίνο 1961, σ. 8-9.^

5. G. Duménil & D. Lévy, The Crisis of Neoliberalism, Harvard University Press, 2011.^

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου