Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Γιώργος Καζαντζίδης, Ο ομπρελοκουβαλητής


Να ποια είναι η δουλειά μου μέσες άκρες: κάθε φορά που βρέχει με το τουλούμι και το νερό, καταλήγοντας από μικρά ρυάκια σε ασυγκράτητους χειμάρρους, πνίγει αδιακρίτως ό,τι βρίσκει μπροστά του –έντομα, φυτά, ζώα ή καμιά φορά ακόμη και απρόσεχτους ή αδιάφορους απλώς για τη ζωή τους ανθρώπους– ή τις ημέρες εκείνες που όσο και να προσπαθεί κανείς δεν μπορεί να διακρίνει το παραμικρό ίχνος από σύννεφο στον ουρανό, βλέποντας τα πάντα γύρω του να παραδίνονται αβοήθητα στην πυρά του ήλιου (με λίγα λόγια δηλαδή όλες τις μέρες του χρόνου, καθώς, πράγμα παράξενο, στον τόπο που ζω ή θα έχει ήλιο ή θα βρέχει, ποτέ στη ζωή μου για παράδειγμα δεν θυμάμαι να σηκώθηκα από το κρεβάτι μου, να κοίταξα προς τα πάνω και να είδα, ικανοποιώντας έτσι έναν από τους κρυφούς μου πόθους, έναν συννεφιασμένο απλώς ουρανό), στέκομαι έξω από την κεντρική είσοδο ενός εκ των κτιρίων από τα οποία απαρτίζεται το Υπουργείο, περιμένοντας ανά πάσα στιγμή και χωρίς καμία σχετική προειδοποίηση, που σίγουρα θα διευκόλυνε κατά πολύ την δουλειά μου, να βγει κάποιος από τους αναρίθμητους ανώτερους υπαλλήλους, τους οποίους και έχω οριστεί να προστατεύω, εγώ και όλοι οι υπόλοιποι του σιναφιού μου, με την ομπρέλα μου, από την βροχή και τον ήλιο.

η συνέχεια στην έντυπη λεύγα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου